Οι Ιρανοί πάντα απειλούσαν με το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, ως κύριου μέσου αποτροπής των απειλών των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Δεν προχώρησαν το καλοκαίρι το 2025, αλλά οι σφοδροί βομβαρδισμοί και ο αποδεκατισμός της ηγεσίας τους, μετά το τέλος του περασμένου Φεβρουαρίου, τους οδήγησε στο έσχατο τωρινό μέτρο.
Αν και είναι γνωστό, ότι τα έσοδα του Ιράν από τις εξαγωγές πετρελαίου, υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι ανώτερα από την προηγούμενη περίοδο της «οιονεί ειρήνης», έχει αρχίσει να διαμορφώνεται το ερωτηματικό, τού, «για πόσο χρονικό διάστημα το καθεστώς της Τεχεράνης θα επιβίωνε υπό τις παρούσες συνθήκες αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν».
Ασαφείς στρατηγικές προθέσεις των ΗΠΑ
Παρά ταύτα, η ασάφεια των αμερικανικών προθέσεων δεν επιτρέπει εκτιμήσεις για το περιεχόμενο του συμβιβασμού, που θα ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν οι κρατούντες στην Ουάσιγκτον, πολύ περισσότερο καθώς ο έλεγχος των Ιρανών στο Στενό ισχυροποιείται και οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή –3 αεροπλανοφόρα με τα συνοδά τους πλοία, μεταφορά πεζοναυτών κ.α.– ενώ, η στρατιωτική ηγεσία τους δέχεται πλήγματα αξιοπιστίας.
Π.χ. δεν δόθηκε καμία εξήγηση για την απροσδόκητη αποχώρηση, δεδομένης και της κρισιμότητας της κατάστασης, του κορυφαίου Αμερικανού πολιτικού αξιωματούχου John Phelan, υπουργού Ναυτικού των ΗΠΑ. Αν και το Πεντάγωνο δεν έδωσε καμία επίσημη αιτιολογία για την απομάκρυνσή του, αναφορές δείχνουν, ότι η απόφαση συνδεόταν με εσωτερικές διαμάχες, συμπεριλαμβανομένων των εντάσεων με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκεθ. (Aljazeera 23/4/26)
Πριν επιβεβαιωθεί ο διορισμός του, ο Φέλαν ήταν δωρητής του ρεπουμπλικανικού κόμματος. Τα αρχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής έδειξαν, ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ το 2024, ο Φέλαν δώρισε $ 834.600 στην κοινή επιτροπή συγκέντρωσης χρημάτων του νυν προέδρου.
Η κριτική για τον διορισμό του Φέλαν επικεντρώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην έλλειψη του στρατιωτικού υπόβαθρου. Αν και δεν ήταν υποχρεωτικό, ή εντελώς ασυνήθιστο, έγινε ο πρώτος γραμματέας του Ναυτικού από το 2006, που διορίστηκε χωρίς να έχει τέτοια εμπειρία (military.com, 24/4/26). H εμπειρία του ήταν σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, καθώς εργάσθηκε ως επενδυτικός τραπεζίτης και πρόεδρος της Rugger Management LLC, μιας επενδυτικής εταιρείας, που ίδρυσε ο ίδιος.
Αν ανακαλέσουμε και την προ εβδομάδων παραίτηση του αρχηγού του επιτελείου του στρατού, Randy George, όλα δείχνουν μια πρωτοφανή αναταραχή, η οποία πλήττει το Πεντάγωνο, από την αρχή της δεύτερης θητείας του σημερινού προέδρου.
Είναι εμφανές, ότι οι εντάσεις οι οποίες άρχισαν με τη δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ και την τοποθέτηση του Χέγκσεθ – υπηρέτησε στην εθνοφρουρά και έχει κερδίσει μετάλλια στο Ιράκ και το Αφγανιστάν– επικεφαλής του μετονομασθέντος υπουργείου Άμυνας, σε Πολέμου, συνεχίζονται.
Ίσως κόπωση και έλλειψη βούλησης
Αν και ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ δεν ήταν μεταξύ των κύριων λόγων, για τους οποίους οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν, από κοινού με το Ισραήλ, στη σύρραξη με το Ιράν –πριν από τη σύγκρουση, η θαλάσσια κυκλοφορία κατά μήκος του περάσματος ήταν ελεύθερη– το κλείσιμό του από την Τεχεράνη αναδείχθηκε γρήγορα, ως το περισσότερο ακανθώδες πρόβλημα του πολέμου, το οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, εκτιμάται ότι, δεν έχει την πολυτέλεια να μην λύσει.
Ο Τραμπ επανέλαβε προ ημερών, ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί τον «απόλυτο έλεγχο» στα Στενά, προσθέτοντας, ότι κανένα πλοίο δεν μπορεί να διέλθει χωρίς τη συγκατάθεση του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα η κάθε πλευρά επιτρέπει, καταρχήν, στα πλοία φίλιων χωρών να διέλθουν, ενώ εμποδίζει τα πλοία των άλλων, ενώ οι Ιρανοί επιβάλουν και διόδια.
Η ελπίδα του προέδρου, ότι ο ναυτικός αποκλεισμός του Στενού από τις ΗΠΑ θα οδηγούσε σε ασφυξία την ιρανική οικονομία και θα ήταν μοχλός για να πεισθεί η Τεχεράνη να επιτρέψει τη δίοδο όλων των πλοίων εκ νέου, αποδεχόμενη τους όρους παράδοσης που προτείνει η Ουάσιγκτον, μένει να αποδειχθεί.
«Ένας αποκλεισμός μπορεί να επιβάλει κόστος στην ιρανική οικονομία και τον πληθυσμό, αλλά δεν θα επιφέρει το άμεσο αποφασιστικό πλήγμα που επιθυμεί η κυβέρνηση, σύμφωνα με τους ΝΥΤ (22/4)». «Το Ιράν θα μπορούσε πιθανώς να αντέξει τον αποκλεισμό των ΗΠΑ για μήνες, χωρίς να υποστεί οικονομική κατάρρευση».
Για τον Τραμπ, αντίθετα, τέτοια χρονοδιαγράμματα δεν είναι αποδεκτά, ειδικά επικειμένων των ενδιάμεσων εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου και της μειούμενης δημοφιλίας του.
«Όχι μόνο ο πόλεμος είναι βαθιά αντιδημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι επιπτώσεις του στην αμερικανική και παγκόσμια οικονομία είναι έντονες και πιθανό να επιδεινωθούν», προσθέτει η εφημερίδα. «Όσο περισσότερο διαρκεί το αδιέξοδο, τόσο σοβαρότερες θα γίνονται οι ελλείψεις καυσίμων και λιπασμάτων στην Ανατολική Ασία και την Ευρώπη και τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι συνέπειες για τους εξαγωγείς πετρελαίου μεταξύ των κρατών του Κόλπου».
Θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη το ενδεχόμενο, ότι η συνέχιση της τρέχουσας κατάστασης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη άνοδο των τιμών, ενισχύοντας τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, απειλώντας παράλληλα με μεγάλες απώλειες το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Είναι χαρακτηριστικό των ημερών, για το κλίμα στο εσωτερικό της χώρας, η μεγάλη πτώση της δημοφιλίας του Αμερικανού προέδρου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των ΝΥΤ (23/4), ο μέσος όρος όλων των τρεχουσών δημοσκοπήσεων, δείχνει ότι 58% των Αμερικανών αποδοκιμάζουν την πολιτική Τραμπ στη Μ. Ανατολή και 39% την επιδοκιμάζει. Στο πλαίσιο αυτό, με δεδομένη την πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο να επιτύχει μια σύντομη έξοδο από την αυτοπαγίδευσή του, εξανεμίσθηκαν και οι πιθανότητες ενδεχόμενης αμερικανο-ιρανικης συνάντησης στην Ισλαμαμπάντ (25/4), αφού η αμερικανική αποστολή υπό τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Βανς δεν μετέβη. Επίσης, η απόσυρση από την ιρανική ομάδα διαπραγμάτευσης του Ιρανού προέδρου του κοινοβουλίου Bagher Ghalibaf δεν είναι καλός οιωνός. Φημολογείται, ότι υπάρχει διαίρεση μεταξύ των αξιωματούχων του ιρανικού καθεστώτος, με διακριτό τον ρόλο των Φρουρών της Επανάστασης.
Ενδεχομένως, η σημειούμενη έντονη κινητικότητα του Ιρανού ΥΠΕΞ, Αραχτσί (επίσκεψη στη Μόσχα, 26/4), είναι χαρακτηριστική της νέας δυναμικής, η οποία αναπτύσσεται μεταξύ των Ιρανών, ενδεικτική της πίεσης για την εξεύρεση λύσης. Οι Ιρανοί φέρονται να προσφέρουν άρση του αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ, ζητώντας τη σταδιακή συζήτηση του πυρηνικού προγράμματος, σε δεύτερο στάδιο. Αυτή όμως είναι μια κόκκινη γραμμή των ΗΠΑ και ειδικά του Ισραήλ.
Προς τα πού οδηγούμεθα; Η επικοινωνία μεταξύ των Αμερικανών και των Ιρανών διαπραγματευτών, παραμένει απόμακρη καθώς και οι δυο πλευρές αντιμετωπίζονται με αμοιβαία καχυποψία και δυσπιστία. Πχ, αν η Τεχεράνη δεν είχε την πρόθεση να προχωρήσει στη δημιουργία πυρηνικού όπλου, γιατί δεν αρκούταν σε ένα εμπλουτισμό του ουρανίου της, επιπέδου του 5%, ο οποίος εκτιμάται ότι είναι επαρκής για ουράνιου προς χρήση σε ειρηνικές εφαρμογές - αλλά είχε φθάσει σε εμπλουτισμό 60%-;
Αυτός είναι ενδεχομένως ο λόγος, για τον οποίο η Ουάσιγκτον και κυρίως το Ισραήλ, συνεχίζουν να υποπτεύονται την ύπαρξη ενός κρυφού πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Τόσο η Ουάσιγκτον, όσο και το Τελ Αβίβ αναφέρονται συχνά στον στόχο τους για απομάκρυνση από το Ιράν του αποθέματος (400 Kgr περίπου) εμπλουτισμένου ουρανίου, γεγονός το οποίο θα απαιτούσε μια εξαιρετικά ριψοκίνδυνη επιχείρηση, ή και αδύνατη, αν αυτή διεξαγόταν χωρίς το Ιράν να είχε συνθηκολογήσει.
Οι ΗΠΑ είναι ενδεχόμενο να εκτιμούν, ότι παρ’ όλους τους βομβαρδισμούς, η πυρηνική υποδομή του Ιράν, αν και έχει υποστεί μεγάλες βλάβες, διατηρεί σημαντικό δυναμικό ανασύστασης. Αυτές οι θεωρήσεις οδηγούν στην ένδειξή μιας όχι σύντομης έκβασης της τρέχουσας σύγκρουσης, εκτός αν συμβεί κάτι απροσδόκητο και δραματικό. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη επικαλείται έλλειψη αξιοπιστίας των συνομιλητών της, τόσο, διότι η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε (2018) μονομερώς από το «Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης» (JCPOA) –είχε υπογραφεί στις 14 Ιουλίου 2015, από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ + τη Γερμανία, με στόχο την παρακολούθηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν με αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων–, όσο και διότι οι επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ συνεχίζονταν, ενώ οι διαπραγματεύσεις ήταν ακόμη σε εξέλιξη.
Χαρακτηριστική του διαμορφούμενου κλίματος και μεταξύ των Συμμάχων είναι η προ ημερών τοποθέτηση του Γερμανού καγκελαρίου Μερτς. Όπως μεταδίδει το Bloomberg (26/4), ...σε ασυνήθιστα καυστικό τόνο, ο Γερμανός ηγέτης δήλωσε, ότι δεν βλέπει «ποια στρατηγική εξόδου επιλέγουν τώρα οι Αμερικανοί», προσθέτοντας ότι οι διαπραγματευτές του Ιράν κινούνται «πολύ επιδέξια — ή μάλλον πολύ επιδέξια αποφεύγουν να διαπραγματευτούν».
Το αποτέλεσμα είναι ότι «ένα ολόκληρο έθνος (ΗΠΑ) ταπεινώνεται από την ιρανική ηγεσία, ιδιαίτερα από αυτούς τους λεγόμενους Φρουρούς της Επανάστασης», δήλωσε ο Μερτς σε ομάδα μαθητών λυκείου στη δυτική Γερμανία τη Δευτέρα.
Οι δηλώσεις αυτές αναδεικνύουν, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg, την επαναξιολόγηση της σχέσης τους με τον Τραμπ, από αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες.
Σύμφωνα με εκτιμητές, η Ιρανική ηγεσία είναι πεπεισμένη, ότι η συνέχιση της εκεχειρίας κρύβει μια αμερικανική επιθυμία να επιστρέψουν οι ΗΠΑ στην επίθεση, σε μια περισσότερη κατάλληλη στιγμή, ενώ επί του παρόντος η Ουάσινγκτον προβάλλει ρηχά ρητορικά σχήματα.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο καχυποψίας και δυσπιστίας ο κίνδυνος δεν είναι μόνο, η ξαφνική κατάρρευση της εύθραυστης ισορροπίας που επιτεύχθηκε –τόσο η Τεχεράνη όσο και η Ουάσιγκτον, στην πραγματικότητα, θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να βγουν από το αδιέξοδο με μια νέα κλιμάκωση– αλλά και κατ΄αντίθετη φορά, η παγίωση μιας διαρκώς τεταμένης κατάστασης για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
Ένα διαρκές αδιέξοδο, όχι πολέμου αλλά όχι και ειρήνης, θα έθετε τη Μέση Ανατολή και την παγκόσμια οικονομία σε μια πραγματικότητα παρατεταμένης αστάθειας, για την οποία όλοι θα πλήρωναν πολύ υψηλό τίμημα.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής