Περισσότερο από ένα μήνα μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, οι πρωτεύουσες της Μέσης Ανατολής που υπόκεινται σε βομβαρδισμούς, δεν είναι τα μόνα θύματα της σύγκρουσης.
Αν όχι σε υλικοτεχνικό, αλλά τουλάχιστον σε διπλωματικό επίπεδο, οι διατλαντικές σχέσεις, οι οποίες γνώρισαν διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της μακράς ιστορίας τους, βιώνουν στην τρέχουσα περίοδο ίσως τη χειρότερη στιγμή που υπήρξε ποτέ.
Η ήπια γλώσσα των Ευρωπαίων διπλωματών και ηγετών, που προσπαθούν να επαναλάβουν ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, έρχεται σε αντίθεση με τις διαρκώς σκληρότερες προσβολές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, για άλλη μια φορά, στο κοινωνικό δίκτυό του, Truth, κατηγόρησε τους συμμάχους, ότι δεν τον υποστήριξαν στη σύγκρουση με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε στις κυβερνήσεις που ανησυχούν για τις τιμές των καυσίμων, να «πάνε να πάρουν οι ίδιες το πετρέλαιο».
«Πάρε θάρρος, πήγαινε στο Στενό και πάρ' το. Θα πρέπει να μάθετε να πολεμάτε μόνοι σας, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι πλέον εκεί για να σας βοηθήσουν, όπως δεν ήσασταν εκεί για εμάς», έγραψε ο μεγιστάνας, προσθέτοντας, ότι μόλις τελειώσουν οι εχθροπραξίες με την Τεχεράνη, η ευθύνη για τη διατήρηση του Στενού του Ορμούζ ανοιχτού, θα βαρύνει τις χώρες που εξαρτώνται από αυτό.
«Δεν είναι δουλειά μας... Θα είναι καθήκον οποιουδήποτε χρησιμοποιεί το Στενό».
Δηλώσεις που φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα όσα αποκάλυψε πρόσφατα η Wall Street Journal (26/3) σύμφωνα με τα οποία, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκμυστηρευτεί, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, στους συμβούλους του ότι θέλει να τερματίσει τις εχθροπραξίες κατά της Τεχεράνης, ακόμη και χωρίς να επιτύχει την επαναλειτουργία του Στενού, από το οποίο διέρχεται περισσότερο από το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι Ευρωπαίοι φαίνονται να αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο παρουσίας τους με ναυτικές μονάδες στην περιοχή, αφού υπάρξει κάποιας μορφής εκεχειρία.
Διαφωνία ΕΕ και ΗΠΑ
Το ότι οι Ευρωπαίοι είδαν τον πόλεμο κατά της Τεχεράνης ως καταστροφή που πρέπει να αποφευχθεί, δεν είναι μυστικό για κανέναν. Όπως και το γεγονός ότι, από τις πρώτες ώρες, κινήθηκαν με γνώμονα την αποφυγή οποιασδήποτε εμπλοκής τους σε μια σύγκρουση, που θεωρείται παράνομη από την άποψη του διεθνούς δικαίου και αντιπαραγωγική για τα συμφέροντά τους.
Ο πρώτος που έσπασε τις τάξεις ήταν ο Πέδρο Σάντσες. Ο Ισπανός ηγέτης κατηγόρησε τον Τραμπ, ότι εξαπέλυσε μια σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες, αρνούμενος στις Ηνωμένες Πολιτείες τη χρήση των βάσεων του ΝΑΤΟ στη χώρα του και του εναέριου χώρου τους για πολεμικές επιχειρήσεις.
Αν και οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήταν τόσο άμεσοι, κανένας δεν αποδέχθηκε την πρόσκληση του μεγιστάνα να βοηθήσει τις ΗΠΑ στον Κόλπο. Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν και η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αντιτασσόταν όλο και περισσότερο, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια αντίδρασης.
Η Γαλλία εμπόδισε τη διέλευση αεροπλάνων φορτωμένων με στρατιωτικές προμήθειες που προορίζονταν για το Ισραήλ, ενώ η Ιταλία αρνήθηκε την άδεια προσγείωσης στη Σικελία σε αμερικανικά βομβαρδιστικά την τελευταία στιγμή.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, από την πλευρά του, επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις του για έναν πόλεμο, που η κυβέρνηση του Λονδίνου χαρακτήρισε «παράνομο», ενώ εξακολουθεί να δέχεται δημόσια μομφή από τον Τραμπ.
Αποτυγχάνει ο Τραμπ
Αν υπάρχει ένα πράγμα που αποκαλύπτει η απογοήτευση του Τραμπ με τους Ευρωπαίους, είναι το γεγονός, ότι η στρατηγική του μεγιστάνα δεν αποδίδει τους επιθυμητούς καρπούς και ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε μια κατάσταση από την οποία είναι δύσκολο να αποδεσμευθεί.
Οι απειλές του προέδρου να «εξαφανίσει» την Ισλαμική Δημοκρατία δεν ταράζουν τα κατάλοιπα του ιρανικού καθεστώτος, ενώ το τελευταίο με τη σειρά τους αποδεικνύεται ικανό να αξιοποιήσει σωστά όσα μέσα διαθέτει.
Εάν οι ΗΠΑ δεν επιλέξουν μια χερσαία επέμβαση, μια επιλογή πολύ υψηλού κινδύνου, μπορεί να χρειαστεί να αναγκαστούν σε μια ταπεινωτική συμφωνία. Σύμφωνα με το Axios (31/3), η Κίνα και το Πακιστάν αποκάλυψαν μια νέα πρωτοβουλία για τον τερματισμό του πολέμου, η οποία θα περιλαμβάνει κατάπαυση του πυρός με αντάλλαγμα την επαναλειτουργία των Στενών. Αυτό που κάνει τη διαφορά, για την Τεχεράνη, θα ήταν οι εγγυήσεις που θα έδινε το Πεκίνο -εισάγει το 90% των αναγκών του σε πετρέλαιο από το Ιράν-, το οποίο θα καθιερωνόταν ως ο πραγματικός διαπραγματευτής.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι αν και οι περισσότερες χώρες του Κόλπου έχουν μειώσει δραστικά την παραγωγή τους και βλέπουν τα έσοδά τους να καταρρέουν, αυτό δεν έχει συμβεί με το Ιράν. Αντίθετα, οι ιρανικές εξαγωγές συνεχίζονται σχεδόν απρόσκοπτα, με αποτέλεσμα τα ημερήσια έσοδα της Τεχεράνης να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών.
Παρά τις κυρώσεις και τη διεθνή πίεση, το Ιράν έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερα ευέλικτο και αποκεντρωμένο σύστημα εξαγωγών, με σκιώδη πλοία, το οποίο διαχειρίζονται οι Φρουροί της Επανάστασης ή/και ολιγάριθμα πρόσωπα προσκείμενα σε αυτούς. Εκτιμάται, ότι το Ιράν εξάγει, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, ποσότητα πετρελαίου μεταξύ 2,4 και 2,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, επίπεδα συγκρίσιμα ή και υψηλότερα από τα περσινά (Economist 29/3). Επιπλέον, τα ειδικά έσοδα από πλοία, πέραν των σκιωδών, τα οποία εξέρχονται έμφορτα από το Ορμούζ έχουν κατοχυρωθεί δια νόμου του καθεστώτος.
Ως προς την έκβαση της ανταλλαγής πληγμάτων, ενδεχομένως, ο Τραμπ θα ανακοίνωνε μια κάποια συμφωνία ως «απόλυτη» νίκη του, αλλά ο κόσμος είναι έτοιμος να τον κρίνει πέρα από τη στομφώδη ρητορική του.
«Ακριβώς όπως η Κίνα ανακάλυψε πέρυσι με τις σπάνιες γαίες της, το Ιράν βρήκε μια ισχυρή λαβή στις παγκόσμιες αγορές με το Στενό του Ορμούζ» παρατήρησε πρόσφατα στους Financial Times ο 'Εντουαρντ Λους, προσθέτοντας ότι, «Ακόμα κι αν ο Αμερικανός πρόεδρος κηρύξει μονομερή νίκη στον Κόλπο, το Ιράν γνωρίζει τώρα, ότι έχει μεγαλύτερη επιρροή από αυτόν στον πληθωρισμό των ΗΠΑ».
Αυτά, ενώ ο Τραμπ δεν τοποθετείται για τον συνεχιζόμενο πόλεμο του Ισραήλ με το Ιράν και τις προθέσεις της ισραηλινής ηγεσίας για την έκβασή του, αν οι ΗΠΑ απέλθουν. Επίσης, δεν φαίνεται να λαμβάνεται πρόνοια για όσα συμβαίνουν στο Ιράκ, όπου η κυβέρνηση απειλείται από ριζοσπάστες σιίτες.
Είναι σοβαρό το ενδεχόμενο, η αμερικανική ηγεσία να έχει αυτοπαγιδευθεί και να αντιδρά σπασμωδικά προ του φάσματος μιας μεγάλης αποτυχίας.
Ο Τραμπ απομακρύνεται από το ΝΑΤΟ
Πέρα από τον πόλεμο στο Ιράν, η διατλαντική κρίση αποκαλύπτει ένα διευρυνόμενο και εμβαθυνόμενο ρήγμα.
Τους τελευταίους 15 μήνες, από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ συμπεριφέρθηκε περιφρονητικά σε όσους δυσκολεύονται, όλο και περισσότερο, να αποκαλούν τους εαυτούς τους συμμάχους του, για να μην θέσουν σε κίνδυνο, ό,τι έχει απομείνει από την αμερικανική υποστήριξη για την Ουκρανία, ή τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου της Telegraph (26/3) ο πρόεδρος των ΗΠΑ προχώρησε πέρα από τη συνήθη κριτική, ξεκαθαρίζοντας με σαφήνεια ότι, «σκέφτεται σοβαρά» την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την Ατλαντική Συμμαχία. «Ποτέ δεν πείστηκα από το ΝΑΤΟ. Πάντα ήξερα ότι ήταν μια χάρτινη τίγρη και ο Πούτιν το ξέρει επίσης».
Την Πέμπτη 2/4, η προσοχή όλων, ήταν στραμμένη στο Οβάλ Γραφείο, απ’ όπου ο Τραμπ έστειλε το διάγγελμά του, τις πρωινές ώρες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε με νέα σκληρά πλήγματα κατά του Ιράν τις επόμενες 2-3 εβδομάδες, που θα μπορούσαν να στοχεύσουν τις ενεργειακές υποδομές της χώρας, εάν δεν υπάρξει συμφωνία. « Θα τους στείλουμε πίσω στην λίθινη εποχή» είπε χαρακτηριστικά. Συνεχίζοντας ανάφερε, ότι «Η αλλαγή καθεστώτος δεν ήταν ποτέ ο στόχος μας» και ότι προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις απέτυχαν να το αντιμετωπίσουν εγκαίρως. Ευχαριστώντας το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου για την υποστήριξή τους, παράλληλα αποστασιοποιήθηκε από τους Δυτικούς συμμάχους, καλώντας τους να βρουν το θάρρος να διασφαλίσουν την ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, διότι «οι ΗΠΑ δεν το έχουν ανάγκη.» «Όποιος θέλει πετρέλαιο μπορεί να έλθει στην Αμερική να το αγοράσει, καθώς έχουμε άφθονο, ή να πάει να ξανανοίξει τα Στενά του Ορμούζ» είπε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Είναι σημαντικό ακόμη, ότι αισθανόμενος την πίεση στο εσωτερικό της χώρας και την ογκούμενη αντίδραση των Αμερικανών για την αύξηση των τιμών των καυσίμων, διαβεβαίωσε, ότι είναι παροδική, ενώ υποστήριξε, ότι η χώρα δεν βιώνει κανένα πληθωρισμό, αν και οι επίσημοι δείκτες επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο.
Εντύπωση προκάλεσε, η αποφυγή αναφοράς στην ενδεχόμενη ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων -ιδιαίτερα αντιδημοφιλούς θέματος μεταξύ των πολιτών- καθώς και το ότι δεν επανήλθε στις σφοδρές επικρίσεις των Συμμάχων στο ΝΑΤΟ.
Το τελευταίο δεν θα σήμαινε βέβαια κάτι ιδιαίτερο μετά από όσα έχουν ήδη λεχθεί, και την πρόσφατη συνέντευξη του Αμερικανού προέδρου στο Telegraph, που προαναφέραμε, ότι σκέφτεται σοβαρά να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Ο Γεν Γραμ. της Συμμαχίας, Ρούτε, θα επισκεφθεί την Ουάσιγκτον σύντομα.
Υπάρχει πάντοτε το πρακτικό θέμα, του, αν η Συμμαχία αφού ενέπλεκε εξοπλισμό αμερικανικής προέλευσης σε επιχειρήσεις της, πχ Ουκρανία, τι θα συνέβαινε αν οι Αμερικανοί προμηθευτές αρνούνταν να προμηθεύσουν τα απαιτούμενα ανταλλακτικά πχ για άμεσες επισκευές. Ίσως, η απάντηση είναι ότι πριν από οποιεσδήποτε επιχειρήσεις θα απαιτείτο η σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ. Το θέμα γίνεται μείζον ενώ εκκρεμεί ο ουκρανικός πόλεμος και οι απόψεις ΕΕ, ΗΠΑ διίστανται σε πολλά σημεία.
Διαρκώς και περισσότερο αναδύεται η ανάγκη δημιουργίας αυτοτελών, κατά το εφικτό, ευρωπαϊκών δυνατοτήτων -άμυνα, διεθνείς σχέσεις, ανταγωνιστική οικονομία- όπως πλέον συζητείται ευρύτατα. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει, ότι το παράδοξο πολλές φορές είναι, ότι οι μεταβάσεις σε νέες καταστάσεις όπως οι παραπάνω, δεν είναι απαραίτητα προϊόντα λεπτομερούς προγραμματισμού, αλλά άμεσης απροσδόκητης ανάγκης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε με τη δεύτερη θητεία του, μεταξύ άλλων, αποδοκιμάζοντας το ΝΑΤΟ και τους Ευρωπαίους συμμάχους του. Όμως μια έξοδος των ΗΠΑ από τη Συμμαχία θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί, καθώς απαιτείται επικύρωση από την πλειοψηφία των δύο τρίτων της Γερουσίας.
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, τόσο το αυτοκρατορικό όραμα του Τραμπ, όσο και ο αντιευρωπαϊσμός, αν όχι η έντονη ευρωφοβία του ίδιου και πολλών συμβούλων του, είναι πλέον περισσότερο διαδεδομένα και μάλλον υιοθετούνται από το δεξιό μέρος του εκλογικού σώματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν και όχι από την πλειοψηφία των Αμερικανών.
Σε αυτό το σχήμα, η Ευρώπη αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση, ως ένας υποδεέστερος συνομιλητής, και στη χειρότερη ως ένας πολιτικός και ιδεολογικός αντίπαλος.
Όσο συντομότερα το συνειδητοποιήσουν αυτό όλοι οι Ευρωπαίοι εταίροι και ξεπεράσουν τις φοβίες τους, τόσο το καλύτερο.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής