N.4557: Πώς μια ευρωπαϊκή οδηγία κατάντησε ελληνικότατος παραλογισμός

Οι λογιστές όμως δεν είμαστε διωκτική αρχή. Δεν ξέρουμε πώς να διαπιστώνουμε εγκληματικές ενέργειες που καλύπτονται από τον μανδύα της επιχειρηματικής δραστηριότητας

παραλογισμός

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πήρε μια πολύ σωστή απόφαση: να είναι δηλωμένοι στις αρμόδιες αρχές οι πραγματικοί δικαιούχοι κάθε εταιρείας και να μην μπορούν οι επαγγελματίες που την υποστηρίζουν να διευκολύνουν τυχόν εγκληματική της δράση καλυπτόμενοι πίσω από την εχεμύθεια που είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε επαγγελματικής συνεργασίας. Εξέδωσε λοιπόν σχετική οδηγία.

Η Ελλάδα πήρε την οδηγία αυτή και έφτιαξε τον νόμο 4557/2018. Και είναι να απορεί κανείς αν ως πολιτεία έχουμε ξεχάσει να νομοθετούμε με στοιχειώδη λογική. Εκτός και αν ο στόχος ήταν να αποδυναμωθεί η Ευρωπαϊκή Οδηγία δια της καθολικής εφαρμογής της σε όλα ανεξαιρέτως τα νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως μεγέθους, δραστηριότητας και επικινδυνότητας. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ένας πολύ εύσχημος τρόπος να καταπίνουμε την κάμηλο, είναι να διυλίζουμε τον κώνωπα. 

Ας εξετάσουμε πρώτα το απλό, δηλαδή τη δήλωση του πραγματικού δικαιούχου. Σε όλα ανεξαιρέτως τα νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού χαρακτήρα πλην Α.Ε., οι μέτοχοι και η διοίκηση είναι γνωστοί και η πληροφορία αυτή είναι ανοικτή στο κοινό και πολύ εύκολα προσβάσιμη μέσω της ιστοσελίδας του ΓΕΜΗ. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε το Ελληνικό Κράτος να δημιουργήσει ένα νέο μητρώο και μια νέα δηλωτική υποχρέωση, όπου η πληροφορία που καταχωρίζεται είναι ήδη γνωστή, αλλά το πρόστιμο της μη έγκαιρης καταχώρισής της είναι ιδιαίτερα αυστηρό. Είναι αυτονόητο ότι η υποχρέωση ενημέρωσης του Μητρώου Πραγματικών δικαιούχων, θα έπρεπε να περιορίζεται στις περιπτώσεις που η πληροφορία δεν είναι ήδη διαθέσιμη, όπως π.χ. στις Α.Ε. ή σε περίπτωση που μέτοχος είναι αλλοδαπή εταιρεία. Επίσης, το πρόστιμο θα έπρεπε να περιορίζεται σε ένα μικρό ποσό όπως αρμόζει σε μια τυπική παράβαση και να είναι στο ιδιαίτερο αυστηρό ύψος που έχει οριστεί, μόνο στις περιπτώσεις που η λανθασμένη ή μη έγκαιρη καταχώριση έγινε δολίως ή έστω ζημίωσε κάποιον. 

Ο νόμος κάνει το λάθος να ζητά ενημέρωση του μητρώου πραγματικού δικαιούχου και από μη κερδοσκοπικές οντότητες όπως σωματεία, σύλλογοι κλπ. Μα τα μέλη και η δικαιούχοι ενός συλλόγου, δεν είναι δικαιούχοι της περιουσίας του. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα του μη κερδοσκοπικού σωματείου! Επίσης, η εκπροσώπηση αυτών των προσώπων επίσης είναι γνωστή. Ποιος ο λόγος να ενημερώνεται το μητρώο;

Πάμε τώρα στα πιο ουσιαστικά. Δουλειά των λογιστών είναι να καταγράφουμε την οικονομική δραστηριότητα μιας επιχείρησης. Για να το καταφέρουμε αυτό βασιζόμαστε σε πληροφορίες που μας παρέχει η ίδια η επιχείρηση. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί στο να αναγνωρίζουμε ύποπτες δραστηριότητες, ούτε τι να κάνουμε όταν μας δημιουργηθεί η υποψία. Το μόνο που μπορεί να μας προσάψει κανείς είναι ότι από πλημμελή τήρηση των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας βοηθήσαμε την εταιρεία να συγκαλύψει τυχόν εγκληματική της δραστηριότητα. Για την περίπτωση που ο λογιστής είναι συνεργός στην εγκληματική δραστηριότητα, είμαι βέβαιος ότι οι διωκτικές αρχές  είχαν ήδη το νομικό οπλοστάσιο να αντιμετωπίσει την εμπλοκή μας. Δεν περίμενε τον  Ν. 4557. 

Ο νόμος όμως δεν μπαίνει καν στον κόπο να περιορίσει την εξέταση τυχόν ευθύνης μας σε περιπτώσεις διαπιστωμένης εγκληματικής δραστηριότητας ή τουλάχιστον στις περιπτώσεις που οι διωκτικές αρχές εξετάζουν πελάτη μας για τυχόν εγκληματική δραστηριότητα. Η ΑΑΔΕ βάσει του νόμου έχει τη δυνατότητα να μας επιβάλλει τις δρακόντειες ποινές για μη τήρηση της δέουσας επιμέλειας, ακόμα και αν ο πελάτης μας είναι κρυστάλλινα καθαρός, αν η ίδια θεωρήσει ότι ο τρόπος που κάνουμε τη δουλειά μας δεν θα μας επέτρεπε να διαπιστώσουμε τυχόν εγκληματική δραστηριότητα του πελάτη μας.

Οι λογιστές όμως δεν είμαστε διωκτική αρχή. Δεν ξέρουμε πώς να διαπιστώνουμε εγκληματικές ενέργειες που καλύπτονται από τον μανδύα της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αν η ΑΑΔΕ απαιτεί από εμένα τον λογιστή ότι θα έπρεπε να υποπτευθώ κάτι τέτοιο βάσει των δεδομένων, η απάντησή μου είναι απλή: τα δεδομένα αυτά καταγράφηκαν στις δηλώσεις εισοδήματος, στις οικονομικές καταστάσεις και τις τραπεζικές συναλλαγές. Αν η ίδια η ΑΑΔΕ και οι διωκτικές αρχές δεν μπορούν να αξιοποιήσουν αυτήν την πληροφορία, πώς είναι δυνατόν να το απαιτούν από τον λογιστή; Το μόνο που μπορούν να απαιτούν από τον λογιστή είναι η σωστή αποτύπωση των λογιστικών γεγονότων, εκ των οποίων οδηγείται στο συμπέρασμα ότι κάτι δεν πάει καλά αυτός που έχει καθήκον να διερευνά και να διώκει τις εγκληματικές ενέργειες. 

Βλέπουμε λοιπόν για μια ακόμα φορά την ίδια πρακτική. Το Ελληνικό κράτος να νομοθετεί μια οριζόντια τυπολατρική υποχρέωση, χωρίς νόημα, χωρίς λογική και χωρίς σαφείς οδηγίες. Η ίδια η διαδικασία είναι έμμεση παραδοχή ότι οι διωκτικές αρχές αδυνατούν να αξιοποιήσουν τις πληροφορίες, οι οποίες λόγω ψηφιοποίησης είναι συχνά άμεσα προσβάσιμες, οπότε αναθέτουν αυτήν την υποχρέωση στον λογιστή. 

Οι λογιστές με όλη αυτήν την κατάσταση είμαστε σε πλήρη αμηχανία. Ζούμε σε μια διαρκή προσομοίωση της  Δίκης του Κάφκα. Ο νόμος 4557 με υποχρεώνει να τηρώ αρχείο. Ποιο αρχείο κατέχω που δεν έχει στη διάθεσή του το κράτος; Πρέπει σύμφωνα με τον ν. 4557 να ελέγχω την ταυτοπροσωπία του πελάτη μου. Μα έχω τους ίδιους τους κωδικούς taxisnet που το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει, τι άλλο θα μπορούσα να έχω; Και ας πούμε για χάριν παραδείγματος ότι η ΑΑΔΕ δημοσιεύει ένα πλήρη κατάλογο των υποχρεώσεων που έχουμε οι λογιστές  για την τήρηση της δέουσας επιμέλειας των πελατών μας. Πώς θα ζητήσουμε από τους πελάτες μας τη δέουσα αμοιβή, για την τήρηση της δέουσας επιμέλειας; Θα τους πούμε «εξόν από λογιστές σας, είμαστε πλέον και η ιδιωτική σας διωκτική αρχή!»; Αν η ΑΑΔΕ και το Ελληνικό Κράτος ζητά από εμάς να αντικαταστήσουμε τις διωκτικές αρχές, δεν θα έπρεπε να μας πληρώνουν για αυτές τις υπηρεσίες;

Πρέπει κάποια στιγμή να βρούμε το νήμα της κοινής λογικής. Από τον λογιστή το μόνο που μπορεί να ζητά το Ελληνικό κράτος είναι να κάνει σωστά τη δουλειά του. Το ότι η δουλειά μας είναι πολύ σημαντική για την εξιχνίαση οικονομικών εγκλημάτων, το καταλαβαίνουμε. Θα πρέπει λοιπόν το κράτος να τυποποιήσει έναν τρόπο βασικών αρχών τήρησης δέουσας επιμέλειας, απλό και λειτουργικό, που να τηρείται σε κάθε περίπτωση, χωρίς να δυσχεραίνει τη συνεργασία του λογιστή με τους πελάτες του. Π.χ. πώς πιστοποιώ ότι ο πελάτης μου είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι. Στη συνέχεια, αν θεωρήσουν οι διωκτικές αρχές ότι ένας πελάτης μας είναι ύποπτος τέλεσης εγκλημάτων, να ζητήσουν από εμάς λογιστικές πληροφορίες που θεωρούν χρήσιμες.

Το να μετακυλύουν όμως την ευθύνη στους λογιστές να καταγγέλλουμε ύποπτες συμπεριφορές, είναι μην λειτουργικό, όταν: 

  • Δεν έχουμε την εξειδικευμένη γνώση να αξιολογήσουμε τι είναι ύποπτο
  • Δεν έχουμε καμία νομική προστασία είτε σε λανθασμένη υποψία, είτε πολύ περισσότερο σε σωστή
  • Η ίδια η καταγγελία μας μπορεί να μας εμπλέξει ως συνεργούς, αν η διωκτική αρχή θεωρήσει ότι έγινε τάχα για τη δική μας απεμπλοκή
  • Ό,τι γνωρίζουμε το καταγράφουμε στις φορολογικές δηλώσεις και στις οικονομικές καταστάσεις.

Τέλος, σκεφτείτε το εξής: για τα ίδια τα λογιστικά και φορολογικά δεδομένα, αυτά που γνωρίζουμε καλά και χειριζόμαστε καθημερινά, τον έλεγχο δεν τον αναλαμβάνουμε οι λογιστές, αλλά οι ορκωτοί λογιστές. Ορκωτοί λογιστές και λογιστές, δεν είναι το ίδιο επάγγελμα. Οι λογιστές καταρτίζουμε τις οικονομικές καταστάσεις και τις φορολογικές δηλώσεις, οι ορκωτοί τις ελέγχουν. Ένας λογιστής μπορεί να κάνει τη δουλειά του ορκωτού, μόνο μετά από πολύχρονη εκπαίδευση και πρακτική. Αντίστοιχα και ένας ορκωτός για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά του λογιστή. Γιατί είναι άλλο να καταρτίζεις οικονομικές καταστάσεις, άλλο να τις ελέγχεις. Και γιατί όταν διενεργείται ο έλεγχος, την ίδια στιγμή θα πρέπει να καταρτίζονται οι τρέχουσες δηλώσεις. Όταν όλο αυτό έχει εμπεδωθεί στη διεθνή πρακτική, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσο ανεδαφικό είναι να ζητά κανείς από τους λογιστές παράλληλα με τη δουλειά μας, να διώκουμε και το έγκλημα. 

* Ο Αγαμέμνων Σταυρόπουλος είναι Οικονομολόγος - Φοροτεχνικός

15 0 Bookmark