Η εκπαίδευση βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που αλλάζει ταχύτερα από όσο μπορεί να προσαρμοστεί. Η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση δεν μετασχηματίζουν μόνο την οικονομία και την εργασία, αλλά επανακαθορίζουν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της γνώσης. Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον τι γνωρίζουμε, αλλά αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα μπορεί να καλλιεργήσει ανθρώπους που σκέφτονται, προσαρμόζονται και δρουν υπεύθυνα.
Οι σύγχρονες προκλήσεις αναδεικνύουν την ανάγκη μετάβασης από τη στατική γνώση στις δυναμικές δεξιότητες. Η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση μεταβάλλουν τη φύση της εργασίας, καθιστώντας απαραίτητες δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η δημιουργικότητα, η επίλυση προβλημάτων και η προσαρμοστικότητα. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή επιβάλλει την ενσωμάτωση της βιωσιμότητας ως στάσης ζωής και όχι μόνο ως γνωστικού αντικειμένου. Την ίδια στιγμή, η ψηφιοποίηση και η υπερπληθώρα πληροφορίας καθιστούν κρίσιμη την ικανότητα αξιολόγησης πηγών και κατανόησης της αξιοπιστίας της πληροφορίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η εκπαίδευση μετατοπίζεται από το «τι γνωρίζω» στο «πώς σκέφτομαι» και «πώς μαθαίνω». Οι λεγόμενες «δεξιότητες ζωής» -κριτική σκέψη, συνεργασία, κοινωνική υπευθυνότητα- αναδεικνύονται σε βασικά εφόδια. Η δια βίου μάθηση παύει να αποτελεί επιλογή και καθίσταται αναγκαιότητα, καθώς οι γνώσεις ανανεώνονται διαρκώς.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, με σημαντικές παρεμβάσεις. Η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων, η αξιοποίηση εργαλείων τηλεκπαίδευσης και η διεύρυνση της πληροφορικής στην εκπαίδευση αποτέλεσαν ουσιαστικά βήματα. Τα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων» εισήγαγαν μια πιο βιωματική προσέγγιση, συνδέοντας τη γνώση με την καθημερινότητα και αναδεικνύοντας θεματικές όπως η επιχειρηματικότητα, το περιβάλλον και η υγεία.
Παράλληλα, η προώθηση του «πολλαπλού βιβλίου» επιχειρεί να ενισχύσει την παιδαγωγική ευελιξία και την κριτική ικανότητα των μαθητών, ενώ η ενίσχυση των σχολικών βιβλιοθηκών και της φιλαναγνωσίας συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση της γνώσης. Σημαντικές είναι επίσης οι παρεμβάσεις στον τομέα των δεξιοτήτων, όπως η ανάπτυξη του κρατικού πιστοποιητικού πληροφορικής και η αναβάθμιση της γλωσσομάθειας, με στόχο την ενίσχυση της ισότητας των ευκαιριών.
Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στην ποιοτική αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και την καλύτερη διασύνδεση με την αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων, με νέους οδηγούς κατάρτισης και νέες ειδικότητες, εξυγίανση δικτύου δομών, δημιουργία νέων δομών σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα, ενίσχυση της συμβουλευτικής σταδιοδρομίας.
Ωστόσο, παρά την πρόοδο, παραμένουν ανοιχτές προκλήσεις που, σε σχήμα φαύλου κύκλου, βρίσκουν τη γενεσιουργό τους αιτία, αλλά και ανατροφοδοτούνται από μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα εξετασιοκεντρικής εκπαίδευσης, η οποία συνδέεται άμεσα και με ένα ακόμη κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα: η έντονη πίεση για επιτυχία σε ανταγωνιστικές εξετάσεις οδηγεί σε μια παράλληλη «σκιώδη» εκπαίδευση, η οποία επιβαρύνει οικονομικά τις οικογένειες και αναπαράγει τις ανισότητες.
Επομένως, μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που θα αποδυναμώνει τον ακραίο εξετασιοκεντρικό χαρακτήρα του συστήματος -μέσα από πιο ολιστικές μορφές αξιολόγησης και μεγαλύτερη έμφαση στις δεξιότητες- θα μπορούσε να συμβάλει και στην άμβλυνση αυτού του φαινομένου που είναι διαχρονικό, είναι διεθνές, ωστόσο έχει ενδημικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα ζήτημα πολυδιάστατο και σύνθετο. Ως εκ τούτου η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν μπορεί να είναι απλή. Ο Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των κομμάτων και εμπλεκομένων φορέων και προσώπων, θέτει στο επίκεντρό του το Λύκειο: αφενός απομακρύνοντάς το από τη μονοδιάστατη αποστολή του προ των πυλών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που περιορίζει τη μορφωτική του αποστολή και αποδυναμώνει τον παιδαγωγικό του χαρακτήρα, αφετέρου προσεγγίζοντας ένα Λύκειο με αυτοτέλεια, σαφή φυσιογνωμία και ολοκληρωμένο μορφωτικό ρόλο, που θα προετοιμάζει ενεργούς και σκεπτόμενους πολίτες.
Ο Εθνικός Διάλογος είναι μια λαμπρή ευκαιρία να επαναπροσεγγίσουμε τον ρόλο του σχολείου συνολικά. Με την εκπαίδευση να βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι, η προσαρμογή στις νέες συνθήκες δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Η επένδυση σε ένα σύστημα που προάγει τη γνώση σε συνδυασμό με δεξιότητες, αξίες και υπευθυνότητα είναι καθοριστική όχι μόνο για την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και για τη διαμόρφωση πολιτών ικανών να ανταποκριθούν στις προκλήσεις ενός σύνθετου και διαρκώς μεταβαλλόμενου κόσμου.
*Η Ιωάννα Λυτρίβη, PhD, είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ, τ. Υφυπουργός Παιδείας