Μια και εσωτερικά ήταν το πολιτικό γεγονός των ημερών, ας συζητήσουμε λίγο τον πολιτικό απόηχο του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Παρήχθη τελικά κάτι ηχηρό ή απλώς, σαν ένας άλλος «αλγόριθμος», απλώς αναπαρήγαγε συγκεκριμένες πεποιθήσεις μεταξύ ομοϊδεατών, τονώνοντάς τους το φρόνημα, χωρίς αντιστοίχιση με την κοινωνία;
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο έγινε είναι αυτό της πλήρους αβεβαιότητας και αστάθειας γενικώς. Με τον πόλεμο στο Ιράν να συνεχίζεται με απρόβλεπτη τη συνέχεια και τις επιπτώσεις του και τις λοιπές κρίσεις να συνεχίζουν στο παρασκήνιο.
Η χώρα ισορροπεί μέσα σε όλους αυτούς τους ανέμους και κατορθώνει να διατηρεί το κεφάλι έξω από το νερό. Ναι, με απώλειες, αφού το κόστος των κρίσεων χτυπά σημαντικό μέρος της κοινωνίας, αλλά και με κάποια επιτεύγματα, όχι άνευ ουσίας, σε τέτοιους καιρούς: ας δούμε μόνο τη σχετική προβολή ισχύος και αυτοπεποίθησης στην ευρύτερη γειτονιά μας, αλλά και κάποιες οικονομικές ανάσες, σε επίπεδο φόρων ή μισθών.
Μικρά μεν, υπαρκτά δε. Γιατί, το έχουμε ίσως ξεχάσει, αλλά υπάρχει και η αντίθετη πορεία, που την γευόμασταν για δέκα συναπτά έτη.
Σε αυτό το σκηνικό, με την ΝΔ να διανύει το 7ο έτος στη διακυβέρνηση και τις εκλογές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πλησιάζουν, στο Συνέδριο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχαν επενδυθεί σημαντικές πολιτικές προσδοκίες. Ιδίως βέβαια από τα στελέχη του. Και ξεκινάμε από τα θετικά, τόσο για τους ίδιους, όσο και για το σύστημα γενικά. Κάθε δημοκρατικό γεγονός και διαδικασία, ιδίως όταν εμπλέκει άμεσα τόσες χιλιάδες πολίτες, είναι θετικό για τη δημοκρατία, που παραμένει το πιο απαιτητικό πολίτευμα και απαιτεί συχνές «ασκήσεις» του πληθυσμού. Μία κεντρική, η εμπλοκή σε ένα πολιτικό Συνέδριο, που εμπεριέχει τόσο μάχη θέσεων και επιχειρημάτων, όσο και εκλογική διαδικασία. Άρα, μια ομαλή διεξαγωγή ενός μαζικού Συνεδρίου, είναι εξ ορισμού θετικό γεγονός. Τελικά όμως, σημασία έχει το πρακτικό πολιτικό αποτύπωμα. Για το κόμμα και την κοινωνία.
Υποτίθεται πως τα γεγονότα αυτά παράγουν πολιτική, δίνουν κάποιο συγκεκριμένο στίγμα ή πρόταγμα και το θέτουν στην ευρύτερη κοινωνία προς κρίση. Ιδίως από ένα κόμμα που και αντικειμενικά, ως αξιωματική αντιπολίτευση, και με βάση τους διακηρυγμένους στόχους του, επιδιώκει να είναι ο νικητής των επόμενων εκλογών. Το κόμμα που «έστω και με μία ψήφο διαφορά» θα διαμορφώσει την επόμενη Κυβέρνηση. «Προοδευτική», πάλι κατά τη δική του διατύπωση, αν και ο όρος αυτός, ιδίως ως προς τις αναγκαίες συμμαχίες, ακόμα παραμένει ασαφής.
Μάθαμε λοιπόν κάτι καινούριο; Σε ποιον τομέα πολιτικής θα εστιάσει περισσότερο το κόμμα; Ποιες είναι οι ριζικά διαφορετικές πολιτικές που προτείνει και σε ποιους στοχεύει; Δε νομίζω πως ως προς αυτά προέκυψε κάτι ριζικά διαφορετικό ή σημαντικά ενδιαφέρον, σε σχέση με όσα έλεγε και πριν το Συνέδριο. Προέκυψε δηλαδή κάτι τόσο καινοτόμο που να «μετακινήσει τη βελόνα», τόσο ώστε να καλύψει την τεράστια διαφορά που επιμένει να το χωρίζει από το 1ο κόμμα και τη νίκη στις εκλογές; Από πουθενά δεν προκύπτει αυτό. Κανένα μέσο ενημέρωσης δεν εστίασε σε κάποιο ουσιώδες θέμα πολιτικής. Η μόνη εντύπωση, οι γνωστοί εσωτερικοί «συσχετισμοί» και κυρίως το συνθηματικής ισχύος κλισέ «δεν συνεργαζόμαστε με τη ΝΔ και μάλιστα υπό ουδεμία συνθήκη». Σε αυτό εστίασαν όλες οι πλευρές, με φραστικό ανταγωνισμό μάλιστα μεταξύ τους μήπως κάποιος υστερήσει σε ένταση διακήρυξης και κινδυνέψει να χαρακτηριστεί «ενδοτικός» και σε αυτό έμειναν τελικά, δηλώνοντας ικανοποίηση στο τέλος.
Όχι, ειδικό ψήφισμα δεν κατέβηκε, υιοθετήθηκε όμως στις πολιτικές θέσεις του Συνεδρίου. Και πάμε να το δούμε ευθέως. Τι φανερώνει και τι εξυπηρετεί μια τέτοια στάση; Που προκαταλαμβάνει πλήρως την κυρίαρχη απόφαση του εκλογικού σώματος, αλλά και τα ίδια τα γεγονότα, αγνοώντας κάθε εκδοχή ή περιπλοκή τους; Και τελικά, ποιον ακριβώς «τιμωρεί»; Ας αναγνωρίσουμε ιστορικό βάρος. Ναι, για το μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης τα δύο αυτά κόμματα αποτέλεσαν τους 2 πόλους του συστήματος. Το ένα, αντίπαλο δέος του άλλου. Σε ένα βαθμό ο ένας «ετεροπροσδιόριζε» τον άλλο. Είναι ακόμα έτσι; Οι κοσμογονικής φύσης κρίσεις που μεσολάβησαν μας έχουν πάει αλλού.
Δεν είναι μόνο η συγκυβέρνηση 2012-2014 που αλλοίωσε «θέσφατα» και ερμηνεύτηκε διαφορετικά, ανάλογα την οπτική γωνία, αλλά και όσα ακολούθησαν. Όμως, η πλειοψηφία των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, λόγω των εκλογικών επιδόσεων τότε, δαιμονοποίησε την περίοδο αυτή, δίχως να προχωρήσει την ανάλυση του αποτελέσματος και σε άλλα αίτια. Η μονοδιάστατη αυτή ερμηνεία, οδηγεί σε μια λογικοφανή απόρριψη κάθε νέας συγκυβέρνησης, είναι όμως βασισμένη σε λάθος βάση και ανάλυση.
Έπειτα, όπως διαμορφώνονται οι κοινωνίες σήμερα, η διαχωριστική γραμμή δεν είναι πια μόνο μεταξύ «δεξιάς και αριστεράς». Χωρίς να έχει χάσει πλήρως το νόημά της, συμπληρώνεται και από άλλους διαχωρισμούς, ας πούμε μεταξύ ορθολογιστών-συστημικών και ανορθολογιστών-αντισυστημικών. Σε αυτή την κεντρική πλέον διάκριση, φαντάζει προφανές στους πολλούς και πάντως προκύπτει από τις έρευνες πως τα 2 κόμματα βρίσκονται στην ίδια πλευρά, ίσως και μόνα. Και πραγματικά, πέραν του φορτισμένου παρελθόντος και της ρητορικής, ποιες είναι οι τόσο διαφορετικές πολιτικές επιλογές στα μεγάλα θέματα; Στον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, στην οικονομία;
Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ένα κόμμα που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση. Όχι (μόνο) ως κόμμα ιδεών, αλλά ως Κυβέρνηση του τόπου. Αυτή άλλωστε είναι και η επιδίωξη κάθε κόμματος, εξ ορισμού: Η άσκηση διακυβέρνησης. Δεν πρόκειται για όμιλο ιδεών. Και από αυτή, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ήδη εκτός για πάνω από για 12 χρόνια. Κάποτε θεωρείτο έμπειρο κυβερνητικά. Σήμερα, τα περισσότερα στελέχη του δεν έχουν ποτέ ασκήσει εξουσία και όσα είχαν, έχουν μεταβεί σε άλλους σχηματισμούς. Και μάλιστα, έχει αναπτυχθεί η ενδιαφέρουσα θεωρία, που κριτικάρει τον «κυβερνητισμό» ως αποκλειστικά αρνητικό. Ναι, η εξουσία για την εξουσία, δίχως ιδέες και Πρόγραμμα δεν ωφελεί. Ούτε η απλή διαιώνιση εξουσίας προσώπων και μηχανισμών. Το ίδιο όμως και η απόρριψη κάθε κυβερνητικής προοπτικής. Αυτή καθιστά τα κόμματα που την εξαγγέλλουν, άσχετα με την πραγματικότητα και τελικά μη χρήσιμα.
Τέλος, κανείς και πουθενά δε λέει πως ο στόχος της διακυβέρνησης επιτυγχάνεται μόνο με «αυτοδύναμο» τρόπο. Το Σύνταγμα προβλέπει και άλλους τρόπους, τους οποίους τελικά υποδεικνύει η κοινωνία, με την κατανομή των δυνάμεων που επιθυμεί. Ενίοτε και με συνεργασίες. Και είναι εσφαλμένη η λογική που λέει πως η συνεργασία με κάποιον άλλο εταίρο, σημαίνει και πλήρη ταύτιση με αυτόν. Κάθε άλλο. Σημαίνει απλώς πως μπροστά στο μείζον, το συμφέρον του τόπου, μπορεί να βρεθεί κοινό έδαφος και ελάχιστες συναινέσεις, με αμοιβαία όρια που να δίνουν πλαίσιο διακυβέρνησης. Δύσκολη ισορροπία, για σοβαρούς παίκτες...Εκείνος που επιλέγει, αν του τεθεί το ερώτημα, την απόσειση ευθυνών, απλώς παραχωρεί τη θέση του. Γιατί κάποιος τελικά θα κυβερνήσει. Και σίγουρα όχι εκείνος που δεν το επιθυμεί.
Και όχι, φυσικά και δεν είναι υποχρεωτική η συνεργασία ή η διακυβέρνηση. Αλλά είναι και εντελώς άκαιρη η τοποθέτηση για το ζήτημα και μάλιστα τόσο κατηγορηματικά. Γιατί μπορεί τα γεγονότα να σε αναγκάσουν να διαψευστείς ή απλά να φανείς κατώτερός τους. Θα αρκούσε μια δήλωση αυτοπεποίθησης βασισμένη στο Πρόγραμμά του και ότι με βάση αυτό, θα εξασφαλίσει την ασφάλεια και τη σταθερότητα της χώρας. Και αν παραμείνει στη 2η θέση και χρειαζόταν, καλά να είναι οι Προγραμματικές Συμφωνίες. Με κόκκινες γραμμές και όλα. Αλλιώς, νέα προσφυγή στις κάλπες. Ο κόσμος άλλωστε και μόνο αυτός θα κρίνει όλα αυτά και θα αποφανθεί, με κριτήριο ποιος μπορεί καλύτερα (ή λιγότερο άσχημα) να διαχειριστεί τις τύχες του, με μετρήσιμο αποτέλεσμα, προσαρμοσμένο στο λεξιλόγιο και τις ανάγκες της εποχής.
* Ο Νίκος Κασκαβέλης είναι Δικηγόρος - Πολιτικός Αναλυτής