Όταν ο γονιός γίνεται «εκφοβιστής» του εκπαιδευτικού

Ίσως το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να προστατεύσουμε το παιδί από κάθε αρνητική εμπειρία, αλλά να το βοηθήσουμε να την αναγνωρίσει και να της δώσει νόημα.   

Όταν ο γονιός γίνεται «εκφοβιστής» του εκπαιδευτικού

Τα τελευταία χρόνια στα σχολεία παρατηρείται να είναι θύματα εκφοβισμού, ακόμα και βίας όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί από γονείς. Παρεμβάσεις, πιέσεις, απειλές, απαξίωση, ενίοτε χειροδικία –όλα στο όνομα της «προστασίας» του παιδιού και των δικαιωμάτων του. Πρόκειται, όμως, πράγματι για «προστασία» ή για κάτι βαθύτερο;

Συχνά ο γονιός δεν αντιμετωπίζει  το παιδί ως ένα ξεχωριστό υποκείμενο, αλλά ως προέκταση του εαυτού του. Το παιδί γίνεται φορέας του ναρκισσισμού του, μια «επιβεβαίωση» της αξίας του. Όταν λοιπόν ο δάσκαλος ή ο καθηγητής επισημαίνει μια δυσκολία –είτε αφορά τη συμπεριφορά είτε την επίδοση– αυτό δεν βιώνεται ως παρατήρηση για το παιδί, αλλά ως προσωπική προσβολή προς τον ίδιο τον γονιό.

Εδώ ακριβώς ενεργοποιείται ένας μηχανισμός απάρνησης της πραγματικότητας. Ο γονιός δεν μπορεί να αντέξει την ιδέα ότι το παιδί του δεν είναι «άριστο», όχι μόνο γιατί αυτό αφορά το παιδί, αλλά γιατί απειλεί την εικόνα που έχει για τον εαυτό του ως «επαρκούς» γονέα. Η ευθύνη μετατοπίζεται: ο δάσκαλος γίνεται «ανίκανος», «άδικος», «στοχοποιεί το παιδί». Έτσι, η επίθεση προς τον εκπαιδευτικό λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια εσωτερική αμφιβολία που δεν μπορεί να αναγνωριστεί.

Το φαινόμενο εκδηλώνεται κυρίως σε δύο άξονες. Πρώτον, στις επιδόσεις: ο γονιός απαιτεί υψηλούς βαθμούς ανεξαρτήτως πραγματικής προσπάθειας ή ικανοτήτων. Ο βαθμός δεν είναι απλώς αξιολόγηση· γίνεται σύμβολο πνευματικής αξίας, δείκτης μελλοντικών κατακτήσεων. Δεύτερον, στη συμπεριφορά: ακόμη και όταν το παιδί παραβαίνει κανόνες, ο γονιός αρνείται να το αναγνωρίσει. Αντί να θέσει όρια, στρέφεται εναντίον εκείνου που τα υπενθυμίζει.

Αυτό που απουσιάζει είναι ακριβώς η λειτουργία του ορίου. Το όριο δεν είναι τιμωρία· είναι εκείνο που επιτρέπει στο παιδί να συγκροτήσει εαυτό, να αναγνωρίσει και να σεβασττον άλλον, να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Όταν ο γονιός αμφισβητεί ή παραβιάζει το όριο, στερεί από το παιδί αυτή τη βασική ψυχική λειτουργία, η οποία διασφαλίζει την πραγματική ελευθερία του. 

Η «υπεράσπιση» μιας ανοριοθέτητης συμπεριφοράς του παιδιού από τον γονιό δεν προστατεύει το παιδί, αλλά αντίθετα το εκθέτει. Ένα παιδί που δεν μαθαίνει να αντέχει τη ματαίωση, να δέχεται την κριτική, να αναγνωρίζει τα λάθη του, δυσκολεύεται αργότερα να σταθεί σε έναν κόσμο που δεν θα το αντιμετωπίσει ως μοναδικό και αδιαμφισβήτητο.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να προστατεύσουμε το παιδί από κάθε αρνητική εμπειρία, αλλά να το βοηθήσουμε να την αναγνωρίσει και να της δώσει νόημα. Και αυτό προϋποθέτει έναν γονιό που μπορεί να αντέξει –πρώτα ο ίδιος– ότι το παιδί του δεν είναι προέκτασή του, αλλά ένας άλλος άνθρωπος. Και το βασικότερο, ένας που έχει αδυναμίες, ελλείματα, που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια επανορθωτική, δημιουργική διαδικασία.

Βέβαια δεν παραβλέπουμε κάποιο θέμα που αναφύεται επίσης και αφορά διδάσκοντες που στοχοποιούν μαθητές, επειδή έχουν δυσκολίες να λειτουργήσουν έξω από ένα άκαμπτο προσωπικό πλαίσιο. Όμως και σ’ αυτή την περίπτωση δε νοείται γονιός να στηρίξει το παιδί του με επίσης κακό ποιητική συμπεριφορά προς τον κακό ποιητή εκπαιδευτικό. Υπάρχουν θεσμικές διαδικασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε ξεπέρασμα του αδιεξόδου. Όπως ελληνική γιαγιά μου: «Σε κλώτσησε ένας γάιδαρος, θα τον κλωτσήσεις κι εσύ;».

* O Σάββας Σαββόπουλος είναι ψυχίατρος- ψυχαναλυτής
 

17 0 Bookmark