Το δίλημμα του Πούτιν: Μπορεί να ρισκάρει μια σύγκρουση με τη Δύση;

Το βασικό ερώτημα είναι αν ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί ή θα επιλέξει να κλιμακώσει περαιτέρω τη σύγκρουση, όχι μόνο απέναντι στην Ουκρανία, αλλά και εναντίον των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ

Πούτιν
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Ο Πούτιν ζυγίζει τις επόμενες κινήσεις του, αλλά μια άμεση σύγκρουση με το ΝΑΤΟ θεωρείται απίθανη.
  • Η Μόσχα εκτιμάται ότι θα εντείνει τις υβριδικές επιθέσεις και τις προκλήσεις προς τη Δύση.
  • Η σύνοδος του ΝΑΤΟ διεξάγεται ενώ η Ουκρανία εμφανίζεται να ενισχύει τη θέση της στο πεδίο της μάχης.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φαίνεται να βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση από την έναρξη του πολέμου και ενόψει της αυριανής Συνόδου Κορυφής στην  Άγκυρα, τίθεται το ερώτημα: είναι αυτή η στιγμή που θα επιλέξει να δοκιμάσει πραγματικά τη Συμμαχία;

Όπως επισημαίνει σε άρθρο του το αμερικανικό δίκτυο CNN, o πόλεμος που ο ίδιος ξεκινήσει επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τη ρωσική οικονομία, ενώ παράλληλα πλήττει και τη δημοτικότητά του. Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση έχει εισέλθει πλέον στο πέμπτο έτος της.

Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει τις επιθέσεις με πυραύλους και drones μεγάλου και μεσαίου βεληνεκούς, προκαλώντας ελλείψεις φυσικού αερίου και εκτεταμένες ζημιές πληθαίνουν τα ερωτήματα για το πώς μπορεί ή σκοπεύει να αντιδράσει ο Πούτιν απέναντι στις νέες στρατιωτικές ικανότητες του Κιέβου.

Το βασικό ερώτημα είναι αν ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί ή θα επιλέξει να κλιμακώσει περαιτέρω τη σύγκρουση, όχι μόνο απέναντι στην Ουκρανία, αλλά και εναντίον των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ.

Την ίδια ώρα, εντείνονται οι ανησυχίες ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προειδοποιήσει την Πολωνία ότι η Μόσχα ενδέχεται να εξαπολύσει μια περιορισμένη επίθεση – ενδεχομένως με drones ή άλλες μορφές υβριδικού πολέμου – ένα σενάριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο.

Η Εσθονία έχει παρατηρήσει τον τελευταίο χρόνο Ρώσους άνδρες με στρατιωτική περιβολή κοντά στα σύνορά της. Στη Δανία, αεροδρόμια έκλεισαν όταν αγνώστου ταυτότητας drones εισέβαλαν στον εναέριο χώρο τους. Το Όσλο εκφράζει κατά διαστήματα ανησυχίες ότι ο μικρός ρωσικός οικισμός Μπάρεντσμπουργκ, στο νορβηγικό αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ, μπορεί να επιδιώξει να εξελιχθεί σε κάτι μεγαλύτερο. Θα μπορούσε, άραγε, η απόφαση του Πούτιν να χορηγήσει ρωσικά διαβατήρια στους κατοίκους της αποσχισθείσας Υπερδνειστερίας στη Μολδαβία να αποκτήσει πιο απειλητικές διαστάσεις;

Μετά την ατυχή απόφαση του Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία το 2022, η οποία βασίστηκε σε κακές πληροφορίες και έναν στρατό που αποδείχθηκε τραγικά κατώτερος της εικόνας της «τρίτης ισχυρότερης δύναμης στον κόσμο», θα ήταν απερίσκεπτο να συμπεράνει κανείς ότι δεν μπορεί να παρασυρθεί ξανά σε εξαιρετικά κακές αποφάσεις.

Η πραγματική κατάσταση της Ρωσίας και το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο Πούτιν μπορούν να ιδωθούν από δύο διαφορετικές οπτικές.

Η μία πλευρά αποτυπώνει τις αδυναμίες της Ρωσίας. Η Μόσχα βρίσκεται σήμερα σε εντελώς διαφορετική θέση – γεωπολιτικά, εσωτερικά και στρατιωτικά – από εκείνη που βρισκόταν τον Φεβρουάριο του 2022. Δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να κάνει λάθη.

Η Ρωσία, μια χώρα που βασίζει την ισχύ της στους υδρογονάνθρακες, αναγκάζεται πλέον να εισάγει βενζίνη επειδή τα διυλιστήριά της έχουν δεχθεί αλλεπάλληλα πλήγματα από ουκρανικά drones. Ξοδεύει τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου και αδειάζει τις φυλακές της για να καλύψει τις ελλείψεις προσωπικού στο μέτωπο της Ουκρανίας.

Παράλληλα, έχει καταστεί ουσιαστικά εξαρτημένη από το Πεκίνο, ενώ χρειάζεται στρατιωτική βοήθεια από τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Το Κρεμλίνο δίνει πλέον προτεραιότητα στην αεράμυνα ακόμη και για την προστασία της ίδιας της Μόσχας. Η συνολική εικόνα είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση δυσμενής.

Η άλλη πλευρά, όμως, προβάλλει μια διαφορετική εικόνα: αυτή της ρωσικής προσαρμογής και ετοιμότητας. Τα εργοστάσια έχουν μετατραπεί ώστε να τροφοδοτούν αδιάκοπα την πολεμική βιομηχανία. Μαθητές συναντούν βετεράνους του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ η κρατική τηλεόραση έχει ενταχθεί εδώ και χρόνια πλήρως στον μηχανισμό της πολεμικής προπαγάνδας.

Ο πόλεμος κυριαρχεί πλέον στην καθημερινότητα των Ρώσων σε βαθμό που δεν έχει παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες. Αντίθετα, για τους περισσότερους πολίτες των χωρών του ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αποτελεί ένα σχετικά μακρινό πρόβλημα, το οποίο επιβαρύνει κυρίως τους κρατικούς προϋπολογισμούς και όχι τις ίδιες τις κοινωνίες ή τον στρατεύσιμο πληθυσμό. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια ευρύτερη σύγκρουση με το ΝΑΤΟ - τον αντίπαλο που ο Πούτιν καταγγέλλει σταθερά εδώ και χρόνια - θα μπορούσε να του προσφέρει μια εξήγηση για το παρατεταμένο αδιέξοδο της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά και να δικαιολογήσει μια γενικότερη πολεμική κλιμάκωση ή ακόμη και μια πλήρη επιστράτευση στο εσωτερικό της χώρας.

Έτσι, ο Ρώσος πρόεδρος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δίνει τη μεγάλη υπαρξιακή μάχη της μετασοβιετικής εποχής και όχι έναν πόλεμο που έχει βαλτώσει εναντίον ενός μικρότερου γείτονα.

Την ίδια ώρα που τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ εξακολουθούν να διαφωνούν για το ύψος των αμυντικών τους δαπανών τα επόμενα χρόνια, η Ρωσία δαπανά ήδη περίπου το 7% του ΑΕΠ της και πιθανότατα σχεδόν το μισό του κρατικού της προϋπολογισμού για τον πόλεμο.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και η αντίθετη ανάγνωση: ότι τώρα είναι η ιδανική στιγμή για τη Ρωσία να δοκιμάσει τις αντοχές του ΝΑΤΟ, καθώς η Μόσχα βρίσκεται σε πολεμική ετοιμότητα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπονομεύει συστηματικά τη Συμμαχία με τις δηλώσεις του και η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας.

Ωστόσο, οι επιλογές της Μόσχας παραμένουν περιορισμένες. Και, όπως λεγόταν ήδη από την αρχή του πολέμου, μια Ρωσία που εμφανίζεται αδύναμη και δυσκολεύεται να επικρατήσει δεν μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε έναν πανίσχυρο αντίπαλο.

Οι πρακτικοί περιορισμοί δεν εξαφανίζονται, ακόμη και όταν πρόκειται για έναν αυταρχικό ηγέτη, όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος πιστεύεται ότι περνά μεγάλο μέρος του χρόνου του απομονωμένος σε καταφύγιο.

Οι μεγάλες επιθέσεις κατά του Κιέβου πραγματοποιούνται εδώ και μήνες περίπου κάθε 10 έως 15 ημέρες – αν και το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει συχνότερες. Αυτό δείχνει είτε ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει περιορισμούς στα αποθέματα πυρομαχικών είτε ότι δεν μπορεί να εντοπίζει και να προετοιμάζει νέους στόχους με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Παράλληλα, η προέλαση των ρωσικών δυνάμεων στο μέτωπο έχει επιβραδυνθεί σε σημείο σχεδόν στασιμότητας. Ο Πούτιν καταφεύγει συχνά στην ανακοίνωση ανύπαρκτων στρατιωτικών επιτυχιών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον ισχυρισμό του ρωσικού υπουργείου Άμυνας ότι κατέλαβε την πόλη Κοστιαντίνιβκα, στο Ντονμπάς.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέρριψε αμέσως τον ισχυρισμό ως μπλόφα και κάλεσε τον Πούτιν να συναντηθούν εκεί για να συζητήσουν την ειρήνη.

Το Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου (Institute for the Study of War, ISW), αμερικανικό ινστιτούτο στρατηγικών μελετών, εκτίμησε ότι οι ανακοινώσεις του Κρεμλίνου αποσκοπούν στο να πείσουν τον Λευκό Οίκο πως η Ρωσία εξακολουθεί να προελαύνει στο πεδίο της μάχης και να επηρεάσουν ενδεχόμενη επανέναρξη των διπλωματικών συνομιλιών.

Ωστόσο, το να διακηρύσσει κανείς μια νίκη που δεν έχει πετύχει αποτελεί, από μόνο του, ένδειξη αδυναμίας.

Και κάπου εκεί βρίσκεται το πραγματικό δίλημμα του Πούτιν: αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια συνεχίζοντας έναν πόλεμο που δεν καταφέρνει να κερδίσει απέναντι στην Ουκρανία ή μετατρέποντάς τον σε σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, όπου μια αποτυχία θα μπορούσε ευκολότερα να δικαιολογηθεί ως αναμέτρηση με μια πολύ ισχυρότερη συμμαχία;

Ίσως έχει πλέον περάσει η εποχή που το Κρεμλίνο μπορούσε να θεωρεί ότι ο Λευκός Οίκος αντιμετωπίζει με αδιαφορία το μέλλον της Ευρώπης.

Παρά τις αντιφατικές δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, φαίνεται ότι, όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, μεγαλύτερη επιρροή αποκτούν οι πιο παραδοσιακές θέσεις της ρεπουμπλικανικής εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες εκφράζει ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Παράλληλα, η πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η αμερικανική επιδίωξη για την κατάληψη της Γροιλανδίας ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεποίθηση των ευρωπαϊκών χωρών ότι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους άμυνα , γεγονός που αποτελεί μια ακόμη δυσμενής εξέλιξη για τη Μόσχα.

Θεωρείται επίσης απίθανο η Ρωσία να επιχειρήσει να ασκήσει πίεση στο ΝΑΤΟ κάνοντας χρήση πυρηνικών όπλων. Μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε σχεδόν βέβαια την οργισμένη αντίδραση όχι μόνο των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και της Κίνας.

Επιπλέον, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος αυτά τα όπλα μαζικής καταστροφής να μην λειτουργήσουν όπως προβλέπεται. Η απειλή των πυρηνικών, άλλωστε, είναι ίσως πιο ισχυρή όσο παραμένει θεωρητική και δεν υλοποιείται.

Έτσι, η πρόκληση για τον Πούτιν θα είναι πιθανότατα να βρει τρόπους να αποσταθεροποιήσει και να αναστατώσει τη Δύση, χωρίς όμως να οδηγηθεί σε μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με το ΝΑΤΟ που θα δοκίμαζε έμπρακτα τη διατλαντική συνοχή.

Η τελευταία δεκαετία είναι γεμάτη από ρωσικές ενέργειες εκφοβισμού, σχεδιασμένες έτσι ώστε να αφήνουν αρκετό περιθώριο στις δυτικές κυβερνήσεις που διστάζουν να απαντήσουν με μια γενικευμένη σύγκρουση.

Από τη χρήση του νευροτοξικού παράγοντα Novichok στο Σάλσμπερι της Αγγλίας, μέχρι τα ύποπτα ρωσικά κατασκοπευτικά πλοία που περιπολούν κοντά σε υποθαλάσσια καλώδια και τις καταγγελίες για παρεμβάσεις σε εκλογικές διαδικασίες, η Μόσχα δοκιμάζει εδώ και χρόνια τα όρια της Δύσης, αναζητώντας πόσο μακριά μπορεί να φτάσει χωρίς να προκαλέσει μια ευρύτερη πολεμική σύγκρουση.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Πούτιν ως ηγέτη είναι η παραμονή του στην εξουσία. Δεν δεσμεύεται από τον τετραετή κύκλο των πραγματικά δημοκρατικών εκλογών, ο οποίος συχνά ωθεί τους δυτικούς ηγέτες να αναζητούν γρήγορες λύσεις και άμεσα αποτελέσματα.

Ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί να περιμένει μέχρι να περάσει η σημερινή γενιά ηγετών του ΝΑΤΟ, να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο πεδίο της μάχης και να αμβλυνθεί το τεχνολογικό πλεονέκτημα που διαθέτει σήμερα η Ουκρανία.

Ο Πούτιν, βέβαια, δεν είναι άτρωτος απέναντι στον χρόνο και κάποια στιγμή η κυριαρχία του θα τελειώσει. Ίσως όμως να είναι αρκετά ρεαλιστής ώστε να μην επισπεύσει ο ίδιος αυτό το τέλος, κλιμακώνοντας έναν πόλεμο στον οποίο δεν καταφέρνει να επικρατήσει.
 

Πηγή: skai.gr
5 0 Bookmark

Απόρρητο