Τι κάνει μια εκπαιδευτική εμπειρία πραγματικά ποιοτική;

Η ερώτηση μοιάζει απλή, αλλά η απάντηση δεν είναι αυτονόητη - Πού βρίσκεται η πραγματική ποιότητα της εκπαίδευσης και ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτή

Εξετάσεις

Η εκπαίδευση δεν κρίνεται μόνο από το τι διδάσκεται, αλλά από το τι αλλάζει στον άνθρωπο που μαθαίνει.

Τι σημαίνει, τελικά, «ποιοτική εκπαίδευση»;

Η ερώτηση μοιάζει απλή, αλλά η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Για χρόνια, η ποιότητα μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας συνδεόταν κυρίως με το περιεχόμενο, τα προσόντα του εκπαιδευτή, τη διάρκεια ενός προγράμματος ή την απόκτηση μιας πιστοποίησης. Όλα αυτά έχουν σημασία. Δεν αρκούν όμως.

Γιατί μια εκπαιδευτική εμπειρία μπορεί να έχει εξαιρετικό περιεχόμενο και παρ’ όλα αυτά να μην οδηγήσει σε ουσιαστική μάθηση.

Μπορεί να μεταφέρει πολλές πληροφορίες, χωρίς να δημιουργεί κατανόηση. Μπορεί να είναι άρτια οργανωμένη, χωρίς να ενεργοποιεί τον εκπαιδευόμενο. Μπορεί να ολοκληρώνεται με ένα πιστοποιητικό, χωρίς να έχει αλλάξει ούτε μία συμπεριφορά.

Η πραγματική ποιότητα της εκπαίδευσης βρίσκεται στην ικανότητά της να δημιουργεί μια εμπειρία που οδηγεί τον άνθρωπο από τη γνώση στην κατανόηση, από την κατανόηση στην εφαρμογή και, τελικά, στην ανάπτυξη.

Από το «τι θα διδάξουμε» στο «τι θέλουμε να αλλάξει»

Μια ποιοτική εκπαιδευτική διαδικασία ξεκινά με έναν σαφή σκοπό.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποια ύλη θα καλύψουμε;», αλλά κυρίως «τι θέλουμε να μπορεί να κάνει, να κατανοεί ή να αντιμετωπίζει διαφορετικά ο εκπαιδευόμενος όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία;».

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Όταν η εκπαίδευση σχεδιάζεται γύρω από την ύλη, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει μια διαδικασία μετάδοσης πληροφοριών. Όταν σχεδιάζεται γύρω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, η γνώση αποκτά κατεύθυνση και σκοπό.

Η ποιότητα, επομένως, δεν ξεκινά από την ποσότητα της πληροφορίας. Ξεκινά από την πρόθεση της μάθησης.

Η γνώση έχει αξία όταν συνδέεται με την πραγματικότητα

Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό της ποιοτικής εκπαίδευσης είναι η σύνδεση με την πραγματική ζωή.

Ο εκπαιδευόμενος χρειάζεται να μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα: «Πού θα μου χρησιμεύσει αυτό;»

Η θεωρία είναι απαραίτητη. Όταν όμως μένει αποκομμένη από την πράξη, συχνά ξεχνιέται ή δεν μετατρέπεται ποτέ σε δεξιότητα.

Γι’ αυτό η σύγχρονη εκπαιδευτική εμπειρία χρειάζεται παραδείγματα, πραγματικά προβλήματα, σενάρια, ασκήσεις, συζήτηση και ευκαιρίες εφαρμογής.

Γιατί το να γνωρίζω κάτι δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορώ και να το εφαρμόσω.

Η απόσταση ανάμεσα στη γνώση και την πράξη είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εκπαίδευσης.

Ο εκπαιδευόμενος δεν είναι παθητικός δέκτης

Ο άνθρωπος που μαθαίνει δεν είναι ένα «δοχείο» στο οποίο απλώς τοποθετούμε πληροφορίες. Συμμετέχει, ρωτά, αμφισβητεί, συνδέει τη νέα γνώση με την προηγούμενη εμπειρία του, δοκιμάζει και κάνει λάθη.

Αυτό σημαίνει ότι η ενεργητική συμμετοχή δεν είναι απλώς μια σύγχρονη εκπαιδευτική τεχνική. Είναι βασικό στοιχείο της ίδιας της μαθησιακής διαδικασίας.

Όταν ο εκπαιδευόμενος έχει χώρο να σκεφτεί και να συμμετάσχει, η μάθηση αποκτά προσωπικό νόημα.

Και όταν αποκτά προσωπικό νόημα, έχει περισσότερες πιθανότητες να παραμείνει.

Η ασφάλεια είναι προϋπόθεση για τη μάθηση

Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος που συχνά περνά απαρατήρητη: το κλίμα μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η εκπαίδευση.

Ένας άνθρωπος δύσκολα θα συμμετάσχει ουσιαστικά αν φοβάται ότι η ερώτησή του θα θεωρηθεί «χαζή», ότι η άποψή του θα απαξιωθεί ή ότι ένα λάθος θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Η δυνατότητα να πει κανείς «δεν γνωρίζω», «δεν κατάλαβα» ή «έκανα λάθος» είναι θεμελιώδης για τη μάθηση.

Η εκπαιδευτική διαδικασία χρειάζεται, επομένως, ένα περιβάλλον στο οποίο υπάρχει σεβασμός, διάλογος και χώρος για πειραματισμό.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα «ευχάριστο κλίμα». Πρόκειται για συνθήκη που επιτρέπει στον εκπαιδευόμενο να εκτεθεί στη διαδικασία της μάθησης χωρίς τον φόβο της αποτυχίας.

Δεν μαθαίνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο

Ποιοτική εκπαίδευση σημαίνει επίσης αναγνώριση της διαφορετικότητας των εκπαιδευόμενων.

Οι άνθρωποι δεν ξεκινούν από το ίδιο σημείο. Έχουν διαφορετικές εμπειρίες, γνώσεις, ανάγκες, κίνητρα και προσδοκίες.

Μια εκπαιδευτική εμπειρία που απευθύνεται σε όλους με ακριβώς τον ίδιο τρόπο μπορεί να είναι οργανωτικά εύκολη, δεν είναι όμως απαραίτητα και αποτελεσματική.

Η προσαρμογή στο επίπεδο και στις ανάγκες των συμμετεχόντων, η δυνατότητα διαλόγου και η αξιοποίηση διαφορετικών τρόπων μάθησης μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια τυπική εκπαιδευτική διαδικασία και σε μια πραγματικά ουσιαστική εμπειρία.

Ο ρόλος του εκπαιδευτή αλλάζει

Μέσα σε αυτή τη νέα αντίληψη αλλάζει και ο ρόλος του εκπαιδευτή.

Ο εκπαιδευτής δεν είναι απαραίτητα εκείνος που μιλά περισσότερο. Είναι εκείνος που ξέρει πότε να μιλήσει, πότε να ρωτήσει, πότε να ακούσει και πότε να αφήσει χώρο στους άλλους να ανακαλύψουν.

Η βαθιά γνώση του αντικειμένου παραμένει απαραίτητη. Εξίσου σημαντική όμως είναι η ικανότητα δημιουργίας ενός περιβάλλοντος όπου η γνώση μπορεί να μετατραπεί σε μάθηση.

Ο εκπαιδευτής γίνεται, με αυτή την έννοια, όχι μόνο μεταδότης γνώσης αλλά διευκολυντής της μάθησης.

Το feedback δεν είναι βαθμολογία

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η ανατροφοδότηση.

Το feedback δεν είναι απλώς μια επιβεβαίωση ότι κάτι έγινε σωστά ή μια επισήμανση ενός λάθους. Είναι μια ευκαιρία για τον εκπαιδευόμενο να καταλάβει πού βρίσκεται, πού θέλει να φτάσει και τι μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Η ουσιαστική ανατροφοδότηση μετατρέπει το λάθος από τελικό αποτέλεσμα σε σημείο εκκίνησης για βελτίωση.

Έτσι, η αξιολόγηση παύει να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός ελέγχου και γίνεται εργαλείο ανάπτυξης.

Η εκπαίδευση πρέπει να αφήνει κάτι πίσω της

Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο κριτήριο ποιότητας.

Μια εκπαιδευτική εμπειρία δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από το αν ήταν ενδιαφέρουσα όσο διαρκούσε.

Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει μετά.

Τι θυμάται ο άνθρωπος; Τι εφαρμόζει; Τι κάνει διαφορετικά; Τι συνεχίζει να αναζητά; Ποια συμπεριφορά άλλαξε;

Η επιτυχία μιας εκπαιδευτικής δράσης δεν εξαντλείται, επομένως, στην ολοκλήρωση του προγράμματος ή στην απονομή ενός πιστοποιητικού.

Η ουσιαστική επιτυχία βρίσκεται στη μεταφορά της μάθησης στην καθημερινότητα.

Από την εκπαίδευση στην ανάπτυξη

Αυτό είναι ίσως και το σημείο όπου χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τι περιμένουμε από την εκπαίδευση.

Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μια διαδικασία απόκτησης γνώσεων. Είναι ένας μηχανισμός ανάπτυξης ανθρώπων.

Μπορεί να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, την επίλυση προβλημάτων, την αυτογνωσία, την επικοινωνία, την ενσυναίσθηση και την ικανότητα προσαρμογής.

Και αυτές οι δεξιότητες δεν είναι χρήσιμες μόνο στην αγορά εργασίας. Αφορούν τον άνθρωπο συνολικά και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχει στην κοινωνία, συνεργάζεται, παίρνει αποφάσεις και αντιμετωπίζει τις αλλαγές.

Τι είναι μια ποιοτική εκπαιδευτική εμπειρία;

Είναι μια εμπειρία που έχει σαφή σκοπό, συνδέεται με πραγματικές ανάγκες, ενεργοποιεί τον εκπαιδευόμενο και δημιουργεί χώρο για ερωτήσεις, λάθη και αναστοχασμό.

Είναι μια διαδικασία που συνδέει τη θεωρία με την πράξη, λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα των ανθρώπων και αξιοποιεί την ανατροφοδότηση ως εργαλείο ανάπτυξης.

Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μια εμπειρία που δεν τελειώνει όταν τελειώνει το μάθημα.

Γιατί η πραγματική ποιότητα της εκπαίδευσης δεν βρίσκεται μόνο σε αυτά που ειπώθηκαν μέσα σε μια αίθουσα, σε μια οθόνη ή σε ένα πρόγραμμα.

Βρίσκεται σε αυτά που ο άνθρωπος θα σκεφτεί διαφορετικά την επόμενη ημέρα.

Σε αυτά που θα τολμήσει να δοκιμάσει.

Σε αυτά που θα κάνει διαφορετικά.

Και τελικά, στον άνθρωπο που θα γίνει μέσα από τη διαδικασία της μάθησης.

Η ποιοτική εκπαίδευση, λοιπόν, δεν είναι αυτή που απλώς μεταδίδει περισσότερη γνώση. Είναι αυτή που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η γνώση να γίνει κατανόηση, η κατανόηση πράξη και η πράξη ανάπτυξη.

1 0 Bookmark

Απόρρητο