ΗΠΑ, Ρωσία, και σφαίρες επιρροής

Στην Ουκρανία το ΝΑΤΟ έχει ουσιαστικά παραδεχτεί την πραγματικότητα που λέει ότι η Ρωσία θα πάει πιο μακριά (θα κάνει χρήση πυρηνικών δηλαδή) για να υπερασπίσει αυτό που, από τη δική της σκοπιά, θεωρεί εθνικό της συμφέρον.

ΗΠΑ, Ρωσία, και σφαίρες επιρροής

Ο όρος "σφαίρα επιρροής" έχει αποκτήσει μια μάλλον αρνητική χροιά, καθώς υπονοεί ότι τα ισχυρά κράτη, στην προσπάθειά τους να ελέγχουν το άμεσο περιβάλλον τους, παρεμβαίνουν και καθοδηγούν τις εσωτερικές και εξωτερικές επιλογές των μικρότερων κρατών που βρίσκονται στη γειτονιά τους. 
 
Αν η αυτοδιάθεση των κρατών είναι απαράβατη αρχή, τότε οι σφαίρες επιρροής δεν θα έπρεπε να είναι αποδεκτές. Όπως συχνά συμβαίνει, όμως, η πρακτική παρεκκλίνει από την ρητορική. Οι σφαίρες επιρροής είναι (δυστυχώς) και κεκλεισμένων θυρών αναλυτικό εργαλείο χάραξης πολιτικής. 
 
Στην Ουκρανία το ΝΑΤΟ έχει ουσιαστικά παραδεχτεί την πραγματικότητα που λέει ότι η Ρωσία θα πάει πιο μακριά (θα κάνει χρήση πυρηνικών δηλαδή) για να υπερασπίσει αυτό που, από τη δική της σκοπιά, θεωρεί εθνικό της συμφέρον. Επειδή η χρήση πυρηνικών είναι "αναμέτρηση θέλησης" –δηλαδή θα κάνει χρήση τους πρώτος αυτός ο οποίος θεωρεί ότι τα εθνικά του συμφέροντα απειλούνται περισσότερο– το ΝΑΤΟ έχει επιλέξει έμμεση στήριξη της Ουκρανίας και όχι άμεση. Αυτό είναι μια έμμεση, αν όχι σαφής αναγνώριση ότι η Ρωσία έχει αποτρεπτική στάση στην Ουκρανία η οποία λειτουργεί. 
 
Από την άλλη πλευρά, οι Ρώσοι, παρά τις επιδείξεις δύναμης που κάνουν, θα αποφύγουν να προκαλέσουν ένα σοβαρό επεισόδιο με μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, που σημαίνει ότι η πολιτική αποτροπής του ΝΑΤΟ για τις χώρες που είναι ήδη μέλη, είναι αποτελεσματική. Μάλιστα, η ρητορική της Μόσχας ως προς τη Φινλανδία και τη Σουηδία επέφερε τα αντίθετα αποτελέσματα, δηλαδή την επικείμενη ένταξη των δύο αυτών χωρών στο ΝΑΤΟ και τη μεγέθυνση του υπάρχοντος συνόρου ανάμεσα σε χώρες του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας. 
 
Στο πεδίο της μάχης, η Ρωσία υποτίμησε τον εθνικό αίσθημα των Ουκρανών και υπερεκτίμησε τις δικές της στρατιωτικές δυνατότητες. Οι Ουκρανοί λάμβαναν δυτική εκπαίδευση και οπλισμό αρκετό καιρό πριν την εισβολή, ενώ συμμετείχαν σε κοινές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ. Άλλωστε, ο εθνικισμός ως έννοια κάνει την κατάκτηση άλλων κρατών δύσκολη, γιατί συσπειρώνει τον λαό ενάντια στον εν δυνάμει κατακτητή. Οι Ουκρανοί δεν υποδέχτηκαν τους Ρώσους ως απελευθερωτές, όπως περίμενε ο Πούτιν, αλλά και η εισβολή τόνωσε το εθνικό τους αίσθημα. Έτσι, οι Ρώσοι –και σε συνδυασμό με τις βαριές τους απώλειες– έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν τους στρατηγικούς τους στόχους, και αυτή τη στιγμή επικεντρώνονται στην κατάκτηση και τον έλεγχο του νότιου και ανατολικού τμήματος της χώρας. 
 
Οι Ουκρανοί, από την πλευρά τους, ενώ έχουν αμυνθεί θαρραλέα, δεν έχουν την αριθμητική υπεροχή και τέτοιο οπλισμό, που να τους επιτρέπει να καταγάγουν αποφασιστικές νίκες εναντίον των Ρώσων και να ανακαταλάβουν χαμένα εδάφη –ενώ φαίνεται ότι έχουν δυσκολία να αντισταθούν στο πυροβολικό της Ρωσίας το οποίο χτυπάει αδιακρίτως και ισοπεδώνει τη χώρα. 
 
Αυτά τα δύο συνδυαστικά σημαίνουν ότι στην Ουκρανία θα έχουμε μια μάλλον παρατεταμένη σύγκρουση με δυτική βοήθεια να ρέει προς την Ουκρανία, αλλά χωρίς αυτή να είναι αποφασιστική, και με τη Δύση να αρνείται να επέμβει άμεσα, αλλά και χωρίς διάθεση αποκλιμάκωσης. Παράλληλα, οι Ρώσοι θα συνεχίσουν ευρείς και αδιάκριτους βομβαρδισμούς –συμπεριλαμβανομένων και βομβαρδισμών εναντίον αμάχων–  αφενός γιατί δεν έχουν όπλα ακριβείας, αλλά και γιατί θεωρούν ότι έτσι θα κάμψουν το ουκρανικό ηθικό. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι από καμία πλευρά δεν υπάρχει διάθεση αποκλιμάκωσης: οι Ουκρανοί δεν θα δεχτούν απώλεια εδάφους όσο έχουν εξωτερική στήριξη, ενώ για τους Ρώσους, εκτός από στρατηγικό ζήτημα ουδετερότητας της Ουκρανίας, ο πόλεμος έχει γίνει θέμα γοήτρου. Οι Αμερικανοί που έχουν το κλειδί της άρσης κυρώσεων, αλλά και ελέγχουν τη ροή πολεμικού υλικού προς την Ουκρανία, βλέπουν τον πόλεμο ως μία ευκαιρία να «ματώσουν» τη Ρωσία μέσω της συνέχισης του πολέμου. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι όσο πιο επιτυχημένη είναι η αμερικανική προσπάθεια, τόσο πιο «λογική» γίνεται σε όρους κόστους/οφέλους η χρήση πυρηνικών από τη Ρωσία. 
 
Τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία παρακολουθεί στενά η Κίνα. Έχοντας ήδη επιβληθεί στο Hong Kong, εποφθαλμιά την Ταϊβάν. Το πρόβλημα για τη Δύση είναι ότι η Κίνα είναι ήδη πυρηνική δύναμη, και ήδη όλο της το εξοπλιστικό πρόγραμμα κατευθύνεται προς ναυτική κυριαρχία στον Ειρηνικό και επικράτηση επί της Ταϊβάν. Από την άλλη η Κίνα, μετά τη διεθνή αντίδραση στη ρωσική εισβολή, θα σκεφτεί σοβαρά πριν επιχειρήσει κάτι ανάλογο. Όπως και να έχει όμως, η Ρωσία έχει τη στήριξή της, καθώς το Πεκίνο βλέπει τη σύγκρουση ΝΑΤΟ–Ρωσίας υπό το πρίσμα της παρακμής και φθοράς της Δύσης.
 
Στον Ειρηνικό, λοιπόν, όπως και στην Ευρώπη, το ερώτημα είναι το ίδιο: πόσο μακριά θα είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι ΗΠΑ στην υπεράσπιση της Ταϊβάν, και πόσο η Δύση είναι διατεθειμένη να τα βάλει με μία οικονομία που είναι 26 φορές μεγαλύτερη από τη ρωσική και με την οποία έχει πολλαπλάσια οικονομικά σημεία επαφής από αυτά που έχει με τη Ρωσία. 
 
Όπως και να θέλουμε να το πούμε λοιπόν, οι μεγάλες χώρες προσπαθούν ελέγχουν τη γειτονιά τους, και σε αυτήν την προσπάθεια επεμβαίνουν σε μικρότερες χώρες με τις οποίες γειτονεύουν. Στις αναμετρήσεις τους, οι μεγάλες δυνάμεις δημιουργούν συμμαχίες και προσπαθούν να αποτρέψουν την επικράτηση των αντιπάλων τους, και οι μικρότερες δυνάμεις προσπαθούν να ενταχθούν σε έναν συσχετισμό δυνάμεων που να επιτρέπει την επιβίωσή τους.