Ιράν: Η νέα φάση του πολέμου απειλεί να τινάξει στον αέρα την παγκόσμια αγορά – Τα πέντε μέτωπα που ωθούν τις τιμές προς νέα ιστορικά υψηλά

Τα προβλήματα στις θαλάσσιες οδούς, οι πιέσεις στη Ρωσία και η εξάντληση των αποθεμάτων δημιουργούν ένα επικίνδυνο περιβάλλον για την αγορά πετρελαίου 

 Η νέα φάση του πολέμου απειλεί να τινάξει στον αέρα την παγκόσμια αγορά

Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις αλλεπάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων μηνών.

Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή συνιστά τη σοβαρότερη απειλή από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, καθώς διαμορφώνονται συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν τις τιμές του αργού ακόμη και πάνω από τα ιστορικά υψηλά, όπως αναφέρει το CNN σε εκτενή του ανάλυση.

Οι πρωτοφανείς προσαρμογές της ενεργειακής βιομηχανίας απέτρεψαν μέχρι σήμερα ένα νέο παγκόσμιο σοκ στην αγορά ενέργειας, προστατεύοντας σε μεγάλο βαθμό καταναλωτές και οικονομίες από μία νέα πληθωριστική κρίση.

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι τιμές του αργού αυξήθηκαν σημαντικά, χωρίς όμως να προσεγγίσουν τα 128 δολάρια ανά βαρέλι του 2022 ή το ιστορικό υψηλό των 146 δολαρίων που είχε καταγραφεί λίγο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Πλέον, όμως, οι ισορροπίες αλλάζουν. Η αυξανόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, στο οποίο κάθε νέα στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να προκαλέσει εκρηκτική άνοδο στις διεθνείς τιμές.

«Η σύγκρουση έχει εισέλθει σε μια σαφώς πιο επικίνδυνη φάση», εκτιμά η Χέλιμα Κροφτ, επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής εμπορευμάτων της RBC Capital Markets, προειδοποιώντας ότι καταρρέει σταδιακά η πεποίθηση πως «η αγορά βρίσκει πάντα μια λύση».

Την Πέμπτη 23/7, το Brent ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε πάνω από τα 4 δολάρια το γαλόνι και του ντίζελ πάνω από τα 5,20 δολάρια. Παράλληλα, η αγορά ομολόγων καταγράφει τη μεγαλύτερη ανησυχία για την επιστροφή του πληθωρισμού από την έναρξη της δεύτερης θητείας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Οι βασικοί παράγοντες που συγκρατούσαν τις τιμές τους προηγούμενους μήνες είτε έχουν εξαντληθεί είτε έχουν αποδυναμωθεί, αυξάνοντας τον κίνδυνο για ένα νέο ενεργειακό σοκ.

Οι θαλάσσιες οδοί βρίσκονται πλέον υπό ασφυκτική πίεση

Κατά τους πρώτους μήνες της κρίσης, η αγορά κατάφερε να αντισταθμίσει τα προβλήματα στο Στενό του Ορμούζ, διοχετεύοντας σημαντικές ποσότητες πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.

Ωστόσο, η κατάσταση έχει πλέον επιδεινωθεί σημαντικά.

Οι επιθέσεις του Ιράν κατά πετρελαιοφόρων έχουν ουσιαστικά παγώσει μεγάλο μέρος της κυκλοφορίας μέσω του Ορμούζ, ενώ σύμφωνα με την JPMorgan περίπου 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως ανακατευθύνθηκαν μέσω εναλλακτικών διαδρομών.

Την ίδια στιγμή, ο αποκλεισμός του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ από τους Χούθι δημιουργεί νέο σημείο συμφόρησης, επηρεάζοντας περίπου 5 εκατομμύρια βαρέλια σαουδαραβικού πετρελαίου ημερησίως.

Αν και μέρος αυτών των ποσοτήτων μπορεί να κινηθεί μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συγκεκριμένη διαδρομή λόγω περιορισμών στο βύθισμα. Ως αποτέλεσμα, πολλά φορτία αναγκάζονται να ακολουθήσουν τη διαδρομή γύρω από την Αφρική, διπλασιάζοντας ουσιαστικά τον χρόνο μεταφοράς από τέσσερις σε περίπου οκτώ εβδομάδες.

Ασφάλιση πλοίων: Ένα ακόμη εμπόδιο

Μέχρι σήμερα, οι ναυτιλιακές εταιρείες μπορούσαν να ασφαλίζουν τα πλοία τους, έστω και με πολύ υψηλά πολεμικά ασφάλιστρα.

Αυτό όμως ενδέχεται να αλλάξει.

Η Lloyd's Market Association (LMA), που εκπροσωπεί τους ασφαλιστές της ναυτιλιακής αγοράς, εξετάζει το ενδεχόμενο να μην παρέχει ασφαλιστική κάλυψη σε πλοία που καταβάλλουν διόδια στο Ιράν για τη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ.

Η Τεχεράνη έχει ανακοινώσει σχέδιο επιβολής διοδίων ύψους 1 έως 2 δολαρίων ανά βαρέλι πετρελαίου. Ωστόσο, η καταβολή αυτών των ποσών θεωρείται πιθανή παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων.

Έτσι δημιουργείται ένα σοβαρό δίλημμα για τις ναυτιλιακές εταιρείες: είτε να πληρώσουν με κίνδυνο να χάσουν την ασφαλιστική κάλυψη είτε να αρνηθούν, εκθέτοντας τα πλοία τους στον κίνδυνο επιθέσεων.

Η Ρωσία προστίθεται στην ενεργειακή κρίση

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στη Μέση Ανατολή.

Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια και στον τερματικό σταθμό της Κοινοπραξίας Αγωγού της Κασπίας στη Μαύρη Θάλασσα έχουν δημιουργήσει νέες πιέσεις στην παγκόσμια αγορά.

Η Μόσχα προχώρησε σε απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ, αφαιρώντας από τη διεθνή αγορά περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 12% των παγκόσμιων εξαγωγών του συγκεκριμένου καυσίμου, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Lipow Oil Associates, Andy Lipow.

Παράλληλα, οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές απειλούν να περιορίσουν σημαντικά και τις εξαγωγές αργού πετρελαίου μέσω του αγωγού της Κασπίας, αφαιρώντας δυνητικά ακόμη 1,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την παγκόσμια αγορά.

Τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται σε επικίνδυνο βαθμό

Ένας ακόμη παράγοντας ανησυχίας είναι η συνεχής μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.

Σύμφωνα με τον Dan Pickering της Pickering Energy Partners, τα διαθέσιμα αποθέματα έχουν μειωθεί κατά περίπου 1,3 δισεκατομμύρια βαρέλια μέσα σε μόλις πέντε μήνες.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου (SPR) έχει μειωθεί κατά περίπου 116 εκατομμύρια βαρέλια από την άνοιξη και βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, ενώ απέχει μόλις 60 εκατομμύρια βαρέλια από το ελάχιστο όριο που έχει θεσπίσει το αμερικανικό Κογκρέσο.

Παράλληλα, και τα εμπορικά αποθέματα προσεγγίζουν τα λειτουργικά τους όρια, περιορίζοντας σημαντικά την ευελιξία της αγοράς σε περίπτωση νέας κρίσης.

Η Κίνα εξαντλεί σταδιακά το ενεργειακό «μαξιλάρι» ασφαλείας της

Καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση της ζήτησης έπαιξε η Κίνα, η οποία είχε δημιουργήσει μεγάλα στρατηγικά αποθέματα πριν από την έναρξη της κρίσης, μειώνοντας έτσι τις εισαγωγές της όταν οι τιμές εκτινάχθηκαν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη Νατάσα Κάνεβα της JPMorgan, το περιθώριο αυτό εξαντλείται.

Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το Πεκίνο διαθέτει αποθέματα που επαρκούν για ακόμη τρεις έως τέσσερις μήνες, γεγονός που σημαίνει ότι στη συνέχεια θα χρειαστεί να επιστρέψει δυναμικά στις διεθνείς αγορές, αυξάνοντας περαιτέρω τη ζήτηση.

Οι προβλέψεις για τις τιμές

Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται πλέον σε έναν αγώνα δρόμου με τον χρόνο.

Παρά το γεγονός ότι η επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανάχωμα στις τιμές, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι, εφόσον διατηρηθούν οι σημερινές συνθήκες, η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί.

Ο Daan Struyven της Goldman Sachs προβλέπει ότι το Brent μπορεί να κινηθεί πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι έως τον Οκτώβριο, προσεγγίζοντας τα υψηλά του 2022.

Η Χέλιμα Κροφτ εμφανίζεται ακόμη πιο απαισιόδοξη, εκτιμώντας ότι σε περίπτωση γενικευμένου περιφερειακού πολέμου στη Μέση Ανατολή οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 150 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας νέο ιστορικό ρεκόρ.
 

Πηγή: skai.gr
16 0 Bookmark

Απόρρητο