Κοτόπουλο: Πώς έγινε το δημοφιλέστερο κρέας στον πλανήτη – Η παγκόσμια βιομηχανία των 76 δισ. πουλιών

Από το φθηνό κρέας και τα fast food έως την Κίνα και τη Βραζιλία, η εκρηκτική άνοδος της πτηνοτροφίας αλλάζει τη διατροφή και τη γεωργία

Κοτόπουλο: Πώς έγινε το δημοφιλέστερο κρέας στον πλανήτη

Του Αντώνη Ζήβα

Το κοτόπουλο βρίσκεται παντού: σε χάρτινα κουτιά των αμερικανικών fast food, σε rice bowls στην Κίνα, σε shawarma στη Μέση Ανατολή, σε peri-peri εστιατόρια στη Βρετανία, σε biryani στην Ινδία και στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μπορεί να τηγανιστεί, να ψηθεί, να γίνει της σχάρας, να μαγειρευτεί, να τεμαχιστεί, να μετατραπεί σε nuggets ή να αποτελέσει τη βάση για δεκάδες διαφορετικές κουζίνες.
Αυτή ακριβώς η ευελιξία είναι ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του.

Στην Ελλάδα, μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες, δεν ήταν ασυνήθιστο να συναντά κανείς κοτέτσια ακόμη και στις αυλές μονοκατοικιών μέσα στις πόλεις, ενώ στις αγροτικές περιοχές οι κότες αποτελούσαν σχεδόν αυτονόητο κομμάτι κάθε νοικοκυριού.

Το κοτόπουλο, άλλωστε, ήταν για πολλές οικογένειες το «κρέας του φτωχού»: πιο προσιτό από το μοσχάρι, τα αμνοερίφια και συχνά από το χοιρινό, αποτελούσε βασική πηγή ζωικής πρωτεΐνης για τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα. 

Και για πολλούς Έλληνες η εικόνα είναι ακόμη οικεία: ένα ταψί με κοτόπουλο και πατάτες στον φούρνο, από τα πιο χαρακτηριστικά κυριακάτικα φαγητά μιας ολόκληρης εποχής. 

Από τα κοτέτσια στις αυλές και το οικογενειακό τραπέζι, όμως, το κοτόπουλο έκανε μια εντυπωσιακή διαδρομή και μετατράπηκε σε παγκόσμιο διατροφικό φαινόμενο, κατακτώντας την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των καταναλωτών και δημιουργώντας μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων.

Ο κυρίαρχος της παγκόσμιας διατροφής

Σύμφωνα με τους Financial Times, το κοτόπουλο έχει πλέον γίνει το πιο καταναλισκόμενο κρέας στον κόσμο, ξεπερνώντας το χοιρινό το 2022. Και η άνοδός του δεν δείχνει να επιβραδύνεται.

Ο αριθμός των κοτόπουλων που παράγονται παγκοσμίως αυξήθηκε από 48,3 δισεκατομμύρια το 2006 σε 76,2 δισεκατομμύρια το 2023.
Και αυτό δεν είναι απλώς μια αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες.

Έχει μεταμορφώσει ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα: από τις καλλιέργειες ζωοτροφών και τα εκκολαπτήρια έως τα σφαγεία, τις μονάδες επεξεργασίας και τα δίκτυα ψυχόμενων μεταφορών.

Όταν το κοτόπουλο ήταν πιο ακριβό από το μοσχάρι

Η σημερινή εικόνα θα ήταν δύσκολο να προβλεφθεί έναν αιώνα πριν.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που αναφέρθηκε παραπάνω,  αλλά και τις άλλες Βαλκανικές χώρες, για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, το κοτόπουλο δεν ήταν η προφανής επιλογή για να γίνει το δημοφιλέστερο κρέας στον κόσμο. Τ

Tο μοσχάρι είχε μεγαλύτερο κύρος και το χοιρινό τεράστια αγορά, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Κίνα.

Στην πραγματικότητα, για τους αγρότες το κοτόπουλο ήταν κυρίως ζώο παραγωγής αυγών.

Τα πουλιά που κατέληγαν στο πιάτο ήταν συχνά κότες που είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο παραγωγής αυγών ή νεαροί κόκορες.
Ο ιστορικός της αμερικανικής βιομηχανίας τροφίμων Roger Horowitz υποστηρίζει ότι «το αυγό ήρθε πρώτο» στην εμπορική ιστορία του κοτόπουλου.

Τον 19ο αιώνα, μάλιστα, το κοτόπουλο μπορούσε να είναι ακριβότερο από το μοσχάρι στις ΗΠΑ.

Η ψύξη και τα σούπερ μάρκετ αλλάζουν τα πάντα

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε τον 20ό αιώνα.
Η ψύξη, οι σιδηρόδρομοι, η αστικοποίηση και η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ επέτρεψαν την ανάπτυξη μιας εντελώς νέας αγοράς.

Στις ΗΠΑ, μια ιδιαίτερη ώθηση προήλθε από την ανάγκη των εβραϊκών κοινοτήτων των μεγάλων πόλεων να προμηθεύονται πουλερικά τα οποία θα μπορούσαν να σφαγούν σύμφωνα με τους κανόνες του kosher.

Τα ζωντανά πουλερικά μεταφέρονταν σε μεγάλες πόλεις, μεταξύ άλλων στη Νέα Υόρκη, όπου σφάζονταν σε μικρές μονάδες.

Από τη δεκαετία του 1930, τα σούπερ μάρκετ άρχισαν να μετατρέπουν αυτή την αγορά σε μαζικό προϊόν: τυποποιημένο, ψυχόμενο, τεμαχισμένο και φθηνό.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 η βιομηχανία είχε πλέον δημιουργήσει ένα εθνικό σύστημα παραγωγής.

Και τότε ήρθε η πιο σημαντική αλλαγή: άλλαξε το ίδιο το κοτόπουλο.

Το «Chicken of Tomorrow»

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραγωγοί άρχισαν να εκτρέφουν πουλιά που θα ήταν ιδανικά για τη νέα εποχή της μαζικής παραγωγής.
Οι διαγωνισμοί «Chicken of Tomorrow» στις ΗΠΑ έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη φυλών με περισσότερο κρέας, ταχύτερη ανάπτυξη και καλύτερη αξιοποίηση της τροφής.

Έτσι δημιουργήθηκε ουσιαστικά ένα νέο βιομηχανικό ζώο.

Οι βελτιώσεις στη γενετική, στη διατροφή και στη διαχείριση των πτηνοτροφικών μονάδων μείωσαν τον χρόνο παραγωγής και το κόστος. Η λογική ήταν απλή: περισσότερο κρέας, σε μικρότερο χρονικό διάστημα και με λιγότερη τροφή. Αυτό άλλαξε και την τιμή.

Το κοτόπουλο έγινε φθηνό και, συνεπώς, προσβάσιμο σε πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Η αποτελεσματικότητα της πτηνοτροφίας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της.

Παλαιότερη παγκόσμια ανάλυση του FAO έδινε μέσο συντελεστή μετατροπής τροφής για τα κοτόπουλα κρεατοπαραγωγής περίπου 2 κιλά ξηρής τροφής ανά κιλό ζωντανού βάρους, αν και οι σύγχρονες επιδόσεις διαφέρουν ανά σύστημα και φυλή.

Η Βραζιλία έγινε η παγκόσμια… κοτο-υπερδύναμη

Οι ΗΠΑ δημιούργησαν το βιομηχανικό μοντέλο, όμως σήμερα η παραγωγή έχει παγκοσμιοποιηθεί.
Η Βραζιλία έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο εξαγωγέα κοτόπουλου στον κόσμο.

Σύμφωνα με στοιχεία του FAO που ανέλυσαν οι FT, η Βραζιλία εξήγαγε περίπου 4,9 εκατ. τόνους κρέατος κοτόπουλου το 2024, έναντι περίπου 910.000 τόνων το 2000.
Η παγκόσμια παραγωγή δεν αυξάνεται μόνο λόγω του διεθνούς εμπορίου.

Ένα νέο μοντέλο βρίσκεται σε εξέλιξη: από το «global» στο «local».
Χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής επενδύουν σε δικές τους μονάδες παραγωγής, εκκολαπτήρια, εργοστάσια ζωοτροφών και εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Ο λόγος δεν είναι μόνο οικονομικός, είναι και ζήτημα διατροφικής ασφάλειας.

 Η Κίνα θέλει να παράγει περισσότερα μόνη της

Η Κίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η εγχώρια παραγωγή ενισχύεται καθώς το Πεκίνο επιδιώκει μεγαλύτερη αυτάρκεια, παράλληλα, η ζήτηση παραμένει τεράστια.
Μόνο η Yum China άνοιξε 457 νέα KFC το πρώτο τρίμηνο του 2026, φτάνοντας τα 13.454 καταστήματα KFC στην Κίνα στα τέλη Μαρτίου.

Το κοτόπουλο έχει επίσης ένα σημαντικό πλεονέκτημα: ολόκληρο το ζώο μπορεί να αξιοποιηθεί σε διαφορετικές αγορές.

Ένα μέρος που έχει μικρή αξία για έναν καταναλωτή στη Δύση μπορεί να είναι πολύτιμο αλλού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα πόδια του κοτόπουλου, τα οποία έχουν σημαντική ζήτηση στην Κίνα και χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων σε dim sum και έτοιμα τρόφιμα.

Γιατί κερδίζει από το μοσχάρι και το χοιρινό

Η άνοδος του κοτόπουλου δεν οφείλεται μόνο στο ότι είναι φθηνό, συνδυάζει αρκετά πλεονεκτήματα: Είναι γρήγορο στην παραγωγή, απαιτεί λιγότερη τροφή σε σχέση με άλλα κρέατα, έχει υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και μπορεί να ενσωματωθεί σχεδόν σε οποιαδήποτε κουζίνα.

Επιπλέον, δεν αντιμετωπίζει τους ίδιους θρησκευτικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουν το χοιρινό και το βοδινό.

Ο ΟΟΣΑ και ο FAO εκτιμούν ότι η παγκόσμια κατανάλωση πουλερικών θα αυξηθεί περίπου 21% έως το 2034, έναντι 16% για το βοδινό και μόλις 5% για το χοιρινό.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση OECD-FAO, η παγκόσμια παραγωγή κρέατος αυξήθηκε κατά 1,4% το 2025, φτάνοντας τους 375 εκατ. τόνους, με τα πουλερικά να αποτελούν τον βασικό μοχλό της αύξησης.

Τα McDonald's αποκαλύπτουν την αλλαγή

Η αλλαγή φαίνεται ακόμη και στις μεγαλύτερες αλυσίδες fast food.

Τα  McDonald's, μια εταιρεία που ταυτίστηκε επί δεκαετίες με το burger από μοσχάρι, αναφέρει ότι η κατηγορία του κοτόπουλου είναι πλέον περίπου διπλάσια σε παγκόσμιο μέγεθος από εκείνη του βοδινού και αναπτύσσεται ταχύτερα.

Η επέκταση του McCrispy σε σχεδόν όλες τις μεγάλες αγορές είναι χαρακτηριστική.

Το μήνυμα είναι σαφές: οι γίγαντες της παγκόσμιας εστίασης ακολουθούν τη ζήτηση.

Και η ζήτηση μετακινείται προς το κοτόπουλο.

Όλοι θέλουν φθηνό κοτόπουλο, αλλά κανείς δεν θέλει την παραγωγή του

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του ρεπορτάζ.
Η ζήτηση δεν φαίνεται να αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο πρόβλημα για την πτηνοτροφική βιομηχανία.

Το πρόβλημα είναι αν οι κοινωνίες θα επιτρέψουν την κατασκευή των μονάδων που απαιτούνται για να καλυφθεί αυτή η ζήτηση.

Η μαζική παραγωγή δημιουργεί αντιδράσεις για τη ρύπανση από την κοπριά και τα απόβλητα, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, τις μεγάλες μονάδες εντατικής εκτροφής, την κατανάλωση και παραγωγή ζωοτροφών και τις επιπτώσεις από επιδημίες όπως η γρίπη των πτηνών.

Το παράδοξο είναι ότι το κοτόπουλο έχει μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα ανά κιλό κρέατος από το βοδινό, όμως η τεράστια κλίμακα της παραγωγής σημαίνει ότι οι συνολικές επιπτώσεις παραμένουν σημαντικές.

Η Ευρώπη αρχίζει να βάζει φρένο

Στη Βρετανία, οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές αντιδράσεις έχουν ήδη μεταφερθεί από τις εκστρατείες ακτιβιστών στις δικαστικές αίθουσες.

Το 2025, η περιβαλλοντική οργάνωση River Action κέρδισε υπόθεση στο High Court, με αποτέλεσμα η κοπριά από βιομηχανικές πτηνοτροφικές μονάδες να μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απόβλητο και όχι απλώς ως αγροτικό υποπροϊόν.

Στη συνέχεια, η ίδια οργάνωση συνέβαλε στην ανατροπή της έγκρισης μεγάλης μονάδας εντατικής πτηνοτροφίας στη λεκάνη απορροής του ποταμού Severn.
Ανάλογες αντιδράσεις καταγράφονται και αλλού στην Ευρώπη.

Στην Κροατία εγκαταλείφθηκε φέτος μεγάλο σχέδιο του ουκρανικού ομίλου MHP μετά από διαδηλώσεις, ενώ στη Μαγιόρκα οι τοπικές αρχές απέρριψαν πέρυσι σχέδιο για μονάδα εκτροφής και επεξεργασίας κοτόπουλων έπειτα από έντονες αντιδράσεις.

Αναζήτηση για όλο και μεγαλύτερα…«κοτέτσια»

Η μεγάλη ειρωνεία της «κατάκτησης του κόσμου» από το κοτόπουλο είναι ότι η βιομηχανία έχει ήδη εξασφαλίσει το σημαντικότερο: ο κόσμος θέλει να τρώει περισσότερο κοτόπουλο.
Το ερώτημα πλέον είναι εάν υπάρχει αρκετός χώρος, υποδομή και κοινωνική ανοχή για να παραχθεί.

Ο Nan-Dirk Mulder της Rabobank λέει στους FT ότι δυσκολεύεται να βρει αγορά στην οποία η κατανάλωση κοτόπουλου μειώνεται.

Η παγκόσμια αύξηση της παραγωγής, που βρισκόταν περίπου στο 2%-2,5% ετησίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχει επιταχυνθεί πάνω από το 3% τα τελευταία τρία έως τέσσερα χρόνια.
Και ο Glynn Tonsor του Kansas State University προειδοποιεί ουσιαστικά ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμη στην «κορυφή του κοτόπουλου».

Το επόμενο μεγάλο κύμα

Οι προβλέψεις του OECD και του FAO δείχνουν ότι η τάση θα συνεχιστεί.

Η παγκόσμια κατανάλωση πουλερικών αναμένεται να φτάσει τους 173 εκατ. τόνους το 2034, με τα πουλερικά να αντιστοιχούν στο 62% της πρόσθετης ποσότητας κρέατος που θα καταναλώνεται παγκοσμίως.

Η μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται κυρίως στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες αγορές, ιδιαίτερα στην Ασία και την Αφρική.
Και αυτό σημαίνει ότι η ιστορία του κοτόπουλου δεν τελειώνει.

Μόλις τώρα περνά στην επόμενη φάση.
 

Πηγή: skai.gr
10 0 Bookmark

Απόρρητο