- Η χούντα του Μάλι λέει ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο αν και ο επικεφαλής της, ο Ασιμί Γκοϊτά, δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως, ούτε έκανε καμία δήλωση από το Σάββατο
- «Έπειτα από σχεδόν 20 χρόνια στρατιωτικών παρεμβάσεων από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ευρώπη, τους Αφρικανούς και τους Ρώσους εταίρους (του Μάλι), οι τζιχαντιστές κατάφεραν να διευρύνουν τις περιοχές δράσης τους»
- «Οι επιθέσεις στον βορρά εξαπολύονται από το FLA και εκείνες στα κεντρικά και τα νότια από τη JNIM»
Σε ταυτόχρονες επιθέσεις που εξαπέλυσε το Σάββατο, μια συμμαχία μαχητών που συνδέονται με την Αλ Κάιντα και αυτονομιστών ανταρτών σκότωσε τον υπουργό Άμυνας του Μάλι, έπληξε το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας και εκδίωξε τους Ρώσους στρατιώτες από μια πόλη στην έρημο, σε απόσταση χίλιων χιλιομέτρων από το Μπαμακό.
Το μέγεθος και ο σκοπός της επίθεσης σε πολλαπλούς στόχους γύρω από την πρωτεύουσα Μπαμακό και σε τουλάχιστον τρεις πόλεις της χώρας δείχνουν μια ικανότητα, που δεν υπήρχε προηγουμένως, συντονισμού των μαχητών διαφορετικών οργανώσεων με διαφορετικούς σκοπούς που κατάφεραν να πλήξουν την καρδιά της στρατιωτικής κυβέρνησης.
Αφού συνεργάζονταν χαλαρά επί χρόνια, οι μαχητές της οργάνωσης JNIM («Ομάδα Υποστήριξης του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων», πρόσκειται στην Αλ Κάιντα) και οι αντάρτες Τουαρέγκ που επιδιώκουν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος στην έρημο του βόρειου Μάλι, τώρα μιλούν ανοιχτά, για πρώτη φορά, για τη συμμαχία τους.
Οι τελευταίες εξελίξεις «λένε σε κάθε Μαλινέζο, σε κάθε περιφερειακή πρωτεύουσα, σε κάθε ξένο εταίρο (σ.σ. του Μάλι) ότι η JNIM μπορεί να λειτουργήσει κατά βούληση εντός της υποτίθεται ασφαλούς καρδιάς του κράτους», σχολίασε η Γιουστίνα Γκουτζόφσκα, εκτελεστική διευθύντρια της ομάδας ερευνών The Sentry.
Προς το παρόν, οι ισλαμιστές φαίνεται ότι επικεντρώνονται στην εδραίωση των κερδών τους, τη στρατολόγηση μαχητών και την αύξηση της πολιτικής δύναμής τους στο Μάλι (όπως έκαναν οι ισλαμιστές αντάρτες στη Συρία) αντί να εξαπολύουν επιθέσεις στο εξωτερικό ή να πλήττουν ξένα συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή.
Με την εξόντωση του υπουργού Άμυνας Σάντιο Καμαρά, με την πυροδότηση ενός παγιδευμένου αυτοκινήτου που ισοπέδωσε το σπίτι του, η JNIM απομάκρυνε ένα κορυφαίο ηγετικό στέλεχος της κυβέρνησης, δημιούργησε κενό εξουσίας και αύξησε την πιθανότητα μιας γενικότερης κατάρρευσης της χώρας, είπε ένας υψηλόβαθμος διπλωμάτης.
Η χούντα του Μάλι λέει ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο αν και ο επικεφαλής της, ο Ασιμί Γκοϊτά, δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως, ούτε έκανε καμία δήλωση από το Σάββατο.
Η Κορίν Ντουφκά, ειδικός για την περιοχή του Σαχέλ, είπε ότι οι πρόσφατες επιθέσεις ενίσχυσαν στρατιωτικά και πολιτικά την JNIM, ανέδειξαν τις αποτυχίες των υπηρεσιών πληροφοριών του Μάλι και την αμφίβολη αποτελεσματικότητα της συνεργασίας της χώρας με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα κατέδειξαν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τζιχανιστών και των Τουαρέγκ συμμάχων τους.
Δεν είναι καθόλου σαφές για πόσο χρονικό διάστημα οι οργανώσεις αυτές θα συνεχίσουν να συνεργάζονται, ούτε πώς θα κυβερνήσουν τις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν. Όμως, καθώς οι γειτονικές χώρες, η Μπουρκίνα Φάσο και ο Νίγηρας, πολεμούν επίσης συνεργαζόμενες αντάρτικες ομάδες, εμπνεόμενες από την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, οι κυβερνήσεις σε όλη την περιοχή του Σαχέλ αποδυναμώνονται αισθητά.
«Έπειτα από σχεδόν 20 χρόνια στρατιωτικών παρεμβάσεων από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ευρώπη, τους Αφρικανούς και τους Ρώσους εταίρους (του Μάλι), οι τζιχαντιστές κατάφεραν να διευρύνουν τις περιοχές δράσης τους», είπε η Ντουφκά, προσθέτοντας ότι αν η κατάσταση επιδεινωθεί και οι τζιχαντιστικές οργανώσεις ξεφύγουν από τους σημερινούς, τοπικούς στόχους τους, μπορεί εντέλει να απειλήσουν την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σχεδιασμός, χρήματα και επιμελητειακή υποστήριξη
Οι αυτονομιστές Τουαρέγκ και οι ισλαμιστές αντάρτες της Αλ Κάιντα σάρωσαν το Μάλι, για πρώτη φορά, το 2012. Τότε, αποκρούστηκαν χάρη στη γαλλική στρατιωτική επέμβαση και επέστρεψαν στις βάσεις τους στην έρημο –τουλάχιστον στην αρχή. Χιλιάδες κυανόκρανοι του ΟΗΕ αναπτύχθηκαν στο Μάλι και οι ΗΠΑ ίδρυσαν στον Νίγηρα μια βάση μη επανδρωμένων αεροσκαφών που κόστισε 100 εκατομμύρια δολάρια, για να παρακολουθούν τις κινήσεις στην έρημο.
Παρ’ όλ’ αυτά, οι ισλαμιστές ανασυγκροτήθηκαν, πραγματοποιούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις στο Μάλι και επεκτάθηκαν στην Μπουρκίνα Φάσο και τον Νίγηρα.
Οργισμένοι από τις απώλειες, αξιωματικοί του στρατού κατέλαβαν την εξουσία και στις τρεις χώρες, με την υπόσχεση ότι θα αποκαταστήσουν την ασφάλεια. Έδιωξαν τις δυνάμεις του ΟΗΕ και των δυτικών χωρών και ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από τη Ρωσία.
Όμως από την περασμένη χρονιά οι ισλαμιστές πολιορκούν το Μπαμακό και ελέγχουν τη ροή πετρελαίου προς την πρωτεύουσα.
Το Σάββατο, κάτοικοι του Μπαμακό ανέφεραν ότι είδαν τζιχαντιστές με μηχανάκια να κινούνται ελεύθερα στα περίχωρα της πρωτεύουσας, μέρα-μεσημέρι, για πρώτη φορά. Έφυγαν μερικές ώρες αργότερα, όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει και το μήνυμα ήταν σαφές.
«Πρόκειται για μια τεράστια επιχείρηση, τόσο όσον αφορά την εμβέλειά και το μέγεθός της, όσο και τις συντονισμένες επιθέσεις σε όλη τη χώρα», είπε ο Άντριου Λέμποβιτς, ερευνητής στην Clingendael's Conflict Research Unit. «Χρειάστηκε πολύς σχεδιασμός, πολλά χρήματα, πολλή επιμελητειακή υποστήριξη», τόνισε.
Ο Ιβάν Γκισάουα, ειδικός σε θέματα που αφορούν την περιοχή του Σαχέλ στο γερμανικό ερευνητικό κέντρο bicc, είπε ότι οι επιθέσεις σε στρατιωτικούς και κυβερνητικούς στόχους είχαν σκοπό να «αποκεφαλίσουν» την ηγεσία και να παραλύσουν την αλυσίδα διοίκησης και λήψης αποφάσεων.
Ενώ ο στρατός κινητοποιήθηκε για να υπερασπιστεί το Μπαμακό, οι αντάρτες εξαπέλυσαν ταυτόχρονες επιθέσεις σε τουλάχιστον τρεις άλλες πόλεις, αποσυντονίζοντας τις δυνάμεις ασφαλείας. Στρατιωτικές βάσεις στο Σεβάρε, στο κεντρικό Μαλί και το Γκάο, τη μεγαλύτερη πόλη του βορρά, δέχονταν επίθεση επί ώρες.
Μέχρι το απόγευμα του Σαββάτου η αυτονομιστική οργάνωση των Τουαρέγκ «Μέτωπο Απελευθέρωσης του Αζαουάντ» (FLA), είχε υψώσει το λάβαρό της στο Κιντάλ, μια πόλη κοντά στα σύνορα με την Αλγερία που θεωρείται το λίκνο του ονείρου των Τουαρέγκ να ιδρύσουν κράτος στη Σαχάρα.
Η κατάληψη του Κιντάλ ανέτρεψε μία από τις λίγες απτές νίκες της κυβέρνησης που το 2023 είχε διώξει το FLA από την πόλη, με τη βοήθεια των ρωσικών δυνάμεων.
Μετά την αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων και των κυανόκρανων του ΟΗΕ, το Μάλι βασίστηκε στη Μόσχα για στρατιωτική υποστήριξη, αρχικά από τους μισθοφόρους της Βάγκνερ και στη συνέχεια από το Αφρικανικό Σώμα, που συνδέεται με τη ρωσική κυβέρνηση. Σήμερα, περίπου 2.500 Ρώσοι έχουν αναπτυχθεί σε 20 βάσεις στο Μάλι, σύμφωνα με την Investigations with Impact (INPACT), μια ομάδα που παρακολουθεί τις ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Το FLA ανέφερε ότι οι Ρώσοι στρατιώτες αποσύρθηκαν από το Κιντάλ, αφού επιτεύχθηκε συμφωνία. Βίντεο που αναρτήθηκαν σε ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν μια αυτοκινητοπομπή με φορτηγά που μεταφέρουν στρατιώτες να περνά από τους χωματόδρομους της πόλης.
Σύμφωνα με την INPACT, περίπου 200 Ρώσοι εγκατέλειψαν το Κιντάλ.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι η επίθεση του Σαββάτου αποκρούστηκε και ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες για την εξόντωση των ανταρτών.
Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση
Αφού επί χρόνια διατηρούσαν διφορούμενη σχέση –κάποιες φορές συνεργάζονταν, παρά τις αντικρουόμενες βλέψεις τους– το FLA και η JNIM πλέον ένωσαν τις δυνάμεις τους.
«Είναι 100% μαζί, τουλάχιστον όσον αφορά την τακτική», είπε ο Γκισάουα. «Οι επιθέσεις στον βορρά εξαπολύονται από το FLA και εκείνες στα κεντρικά και τα νότια από τη JNIM». Η συνεργασία τους διασφαλίζει επίσης ότι μαζί εκπροσωπούν ποικίλες εθνοτικές ομάδες από όλο το Μάλι.
Το 2012 τα κινήματα αυτά συνεργάστηκαν και πάλι, αλλά στη συνέχεια συγκρούστηκαν μεταξύ τους και οι τζιχαντιστές εκδίωξαν τους αυτονομιστές. Σύμφωνα με τον Γκισάουα, η JNIM παραμένει η κυρίαρχη δύναμη μεταξύ των δύο.
Ο Τζεναμπού Σισέ, ερευνητής στο Ίδρυμα Στρατηγικών Μελετών του Παρισιού, είπε ότι η συμμαχία αυτή είναι «δομικά εύθραυστη» επειδή οι δύο ομάδες έχουν διαφορετικούς και, ορισμένες φορές, ασύμβατους πολιτικούς στόχους.
Το FLA επιμένει εδώ και χρόνια ότι είναι λαϊκό κίνημα που επιδιώκει να ιδρύσει ανεξάρτητο κράτος. Στο παρελθόν συνεργάστηκε με τις γαλλικές δυνάμεις εναντίον των τζιχαντιστών. Η JNIM, ως παρακλάδι της Αλ Κάιντα, ακολουθεί τζιχαντιστική ατζέντα.
Η Ντούφκα είπε ότι η JNIM φαίνεται να εμπνέεται από τη Συρία και επιδιώκει να πάρει αποστάσεις από τη «μητρική» οργάνωση και να αποτινάξει την «τρομοκρατική» ταμπέλα της, κυβερνώντας με παράλληλα δικαστικά, φορολογικά και αστυνομικά συστήματα στις περιοχές που ελέγχει.
Η ερευνήτρια προέτρεψε τους διεθνείς παράγοντες να βρουν κάποιον τρόπο για να ξεκινήσουν διάλογο. «Φαίνεται ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση σε αυτή τη σύγκρουση», είπε.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.