Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη; Θα υποστήριζα ότι δεν είναι η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν ή ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι η απειλή του εγχώριου ανελεύθερου πολιτικού ρεύματος - των δεξιών λαϊκιστών που θα κακοδιαχειριστούν τις οικονομίες, θα υπονομεύσουν τη δημοκρατία, θα στοχοποιήσουν τις μειονότητες, θα διαφθείρουν την κυβέρνηση και θα έρθουν κοντά με δικτάτορες όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ.
Η απειλή έμοιαζε να πλησιάζει σε κρίσιμο σημείο πέρυσι με την άνοδο στις ΗΠΑ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει δεσμευθεί να χρησιμοποιήσει την αμερικανική ισχύ για να βοηθήσει τους ομοϊδεάτες του της άκρας δεξιάς. Τον Αύγουστο, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τα ακροδεξιά κόμματα να προηγούνται για πρώτη φορά στις τρεις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης: τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Η απειλή κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει, αλλά υπάρχουν κάποια ενθαρρυντικά στοιχεία από τον περασμένο μήνα που δείχνουν ότι ίσως ο «πυρετός» αρχίζει να πέφτει.
Στην Ιταλία, η δεξιά λαϊκίστρια πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι υπέστη ήττα στις 23 Μαρτίου, όταν οι ψηφοφόροι απέρριψαν μια προτεινόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση που θα μπορούσε να δώσει στην εκτελεστική εξουσία μεγαλύτερο έλεγχο επί της Δικαιοσύνης.
Στη Γαλλία τον περασμένο μήνα, το ακροδεξιό κόμμα Εθνική Συσπείρωση δεν τα πήγε τόσο καλά όσο αναμενόταν στις δημοτικές εκλογές, κερδίζοντας στη Νίκαια αλλά χάνοντας στη Μασσαλία, στη Λυών και στο Παρίσι. Στην τελευταία πόλη, η ακροδεξιά υποψήφια συγκέντρωσε μόλις το 1,6% των ψήφων.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κατέγραψε τα ισχυρότερα αποτελέσματά της σε περιφερειακές εκλογές στο δυτικό τμήμα της χώρας, αλλά και πάλι ηττήθηκε καθαρά σε δύο μεγάλες αναμετρήσεις.
Και τώρα, η ακροδεξιά δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα απ’ όλα, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, έπειτα από 16 χρόνια στην εξουσία, έχασε την Κυριακή με συντριπτική διαφορά στις εκλογές από τον κεντροδεξιό αντίπαλό του Πέτερ Μάγιαρ. Αυτό είναι ένα πλήγμα που πονά πραγματικά τους εκπροσώπους του «τύπου MAGA» και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Κι αυτό παρά τη σωρεία ανελεύθερων ηγετών που στήριξε τον Όρμπαν - δεν ήταν μόνο οι συνήθεις ευρωπαίοι ύποπτοι όπως η Μαρίν Λεπέν της Γαλλίας και η Άλις Βάιντελ της Γερμανίας, αλλά και ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς πήγε στην Ουγγαρία την περασμένη εβδομάδα για να κάνει εκστρατεία υπέρ του Όρμπαν, ενώ ο Τραμπ προσφέρθηκε να προσφέρει οικονομική στήριξη στην Ουγγαρία αν ο Όρμπαν επικρατούσε.
Δεν προκαλεί έκπληξη που όλοι αυτοί είχαν επενδύσει τόσο στον ηγέτη αυτής της μικρής χώρας της Κεντρικής Ευρώπης με πληθυσμό μικρότερο από εκείνον της Βόρειας Καρολίνας. Ο Όρμπαν έγινε για την άκρα δεξιά ό,τι ήταν κάποτε ο Φιντέλ Κάστρο για την άκρα αριστερά: ένα πρότυπο προς μίμηση.
Ο Όρμπαν πρωτοστάτησε στις επιθέσεις κατά των μεταναστών και των παγκοσμιοποιημένων ελίτ -ιδιαίτερα κατά του Τζορτζ Σόρος- που έχουν γίνει πλέον τυπικό στοιχείο της λαϊκιστικής ατζέντας σε όλο τον κόσμο. Δημιούργησε τη δική του εκδοχή της Συντηρητικής Διάσκεψης Πολιτικής Δράσης και προσέλκυσε αφελείς συνοδοιπόρους, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, στην Ουγγαρία για να εξυμνήσουν τις υποτιθέμενες επιτυχίες του. Μάλιστα, έβαλε και πολλούς συντηρητικούς της Δύσης στη μισθοδοσία του, μέσω μιας χούφτας ακαδημαϊκών ινστιτούτων.
Ο Όρμπαν ήταν «Τραμπ πριν από τον Τραμπ», είχε πει κάποτε ο πρώην σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Μπάνον. Ο Κέβιν Ρόμπερτς, πρόεδρος του Heritage Foundation, είχε δηλώσει με ενθουσιασμό το 2022 ότι «η σύγχρονη Ουγγαρία δεν είναι απλώς ένα πρότυπο για τη συντηρητική διακυβέρνηση, αλλά «ΤΟ» πρότυπο. Οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί, οι Ισπανοί, οι Αυστραλοί -όλοι- μπορούν και πρέπει να μάθουν από αυτήν».
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, προσπαθεί να εφαρμόσει το μοντέλο Όρμπαν στις ΗΠΑ, μιμούμενος τις προσπάθειες του ειδώλου του να καταπνίξει την κριτική των μέσων ενημέρωσης, να θέσει τα πανεπιστήμια υπό τον έλεγχό του, να απελάσει μετανάστες, να υπονομεύσει τη Δικαιοσύνη, να αλλοιώσει τις εκλογικές περιφέρειες και να προσφέρει προσοδοφόρες επιχειρηματικές συμφωνίες στους φίλους του.
Τι σημαίνει όμως, το γεγονός ότι το ίδιο το εκλογικό σώμα του Όρμπαν τού έριξε «μαύρο» - και ότι άλλοι δεξιοί λαϊκιστές στην Ευρώπη βλέπουν τη δημοτικότητά τους να υποχωρεί;
Καταρχάς, δείχνει ότι η στήριξη του Τραμπ μπορεί να είναι το φιλί του θανάτου σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος καταγράφει ιστορικά χαμηλά ποσοστά αποδοχής: σε πρόσφατη δημοσκόπηση της YouGov, μόλις το 14% των πολιτών στη Βρετανία και στη Γαλλία είχε θετική γνώμη για τον Τραμπ. Στη Γερμανία ήταν 10% και στη Δανία 3%.
Στην Ουγγαρία, δημοσκόπηση του Publicus Institute διαπίστωσε ότι το 59% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι ο Τραμπ συμβάλλει περισσότερο στην παγκόσμια σύγκρουση παρά στην ειρήνη.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς κακομεταχείρισης του Τραμπ στους ευρωπαίους συμμάχους του, των απειλών του για προσάρτηση της Γροιλανδίας και του απερίσκεπτου πολέμου του με το Ιράν.
Αλλά βέβαια, το γνωστό ρητό ότι «η πολιτική είναι τοπική» ισχύει και στην Ουγγαρία. Η πτώση του Όρμπαν οφείλεται περισσότερο στην κακοδιαχείριση της χώρας του, παρά στη μη δημοφιλία του Τραμπ. Όπως σημειώνουν οι Financial Times, τα «Orbánomics» έχουν μετατρέψει την Ουγγαρία σε μία από τις φτωχότερες και πιο διεφθαρμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επί Όρμπαν, οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά 57% από το 2020 - σε ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον συνολικό πληθωρισμό στην ΕΕ. Όπως μπορούν να επιβεβαιώσουν ο Τζίμι Κάρτερ και ο Τζο Μπάιντεν, ο πληθωρισμός είναι «κρυπτονίτης» για έναν πολιτικό.
Η απροκάλυπτη διαφθορά του Όρμπαν, με δισεκατομμύρια ευρώ σε δημόσιες συμβάσεις να διοχετεύονται στους κολλητούς του και στο χωριό καταγωγής του, μπορεί να ήταν ανεκτή στους ψηφοφόρους όταν η οικονομία αναπτυσσόταν, αλλά όχι όταν βρέθηκε σε στασιμότητα.
Ο Μάγιαρ ήταν ο ιδανικός υποψήφιος για να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων: ένας τηλεοπτικά ελκυστικός πρώην υποστηρικτής του Όρμπαν, που απέφυγε τα πολιτισμικά ζητήματα όπως τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ή των μεταναστών και εστίασε στη διαφθορά και στην οικονομική κακοδιαχείριση.
Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μάθημα για τις ΗΠΑ, όπου ο Τραμπ προΐσταται μιας απροκάλυπτης διαφθοράς την ώρα που ο πληθωρισμός αυξάνεται και η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Παρότι οι διαφορές ανάμεσα στην Ουγγαρία και την Αμερική είναι τεράστιες, και οι δύο αποκαλύπτουν την «Αχίλλειο πτέρνα» των λαϊκιστών όταν βρίσκονται στην εξουσία. Είναι σχεδόν αδύνατο να πετύχουν, επειδή απορρίπτουν τους ειδικούς, υπονομεύουν την ανεξάρτητη γραφειοκρατία, περιλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, διοχετεύουν οικονομικά οφέλη σε φιλικούς επιχειρηματικούς παράγοντες με αντάλλαγμα για τη στήριξή τους και ενεργούν με απρόβλεπτο και αλλοπρόσαλλο τρόπο.
Αντιμέτωποι με την εκλογική απόρριψη, οι λαϊκιστές καταφεύγουν στην αλλαγή των πολιτικών κανόνων και στην καταστολή της διαφωνίας για να διατηρηθούν στην εξουσία. Αυτή ήταν μια επιτυχημένη στρατηγική για τον Όρμπαν, έως ότου η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων μεγεθύνθηκε σε τέτοιο βαθμό που ήταν αδύνατο να κατασταλεί με τις μεθόδους του ήπιου αυταρχισμού.
Ο Τραμπ είναι πιθανό να υποστεί ανάλογη αποδοκιμασία αν οι αμερικανικές εκλογές -αρχής γενομένης από τις ενδιάμεσες- παραμείνουν ελεύθερες και δίκαιες.
* Ο Max Boot είναι αρθρογράφος της Washington Post και ανώτερος συνεργάτης στο Council on Foreign Relations. Φιναλίστ για το βραβείο Πούλιτζερ στην κατηγορία βιογραφίας, συγγραφέας, πιο πρόσφατα, του μπεστ σέλερ των New York Times «Reagan: His Life and Legend», το οποίο αναδείχθηκε ένα από τα 10 καλύτερα βιβλία του 2024 από τους New York Times.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.