Το ζήτημα της υποχρεωτικής στράτευσης των Χαρεντίμ, της υπερορθόδοξης εβραϊκής κοινότητας, κλονίζει για άλλη μια φορά την ισραηλινή πολιτική σκηνή.
Η ανακοίνωση του υπερορθόδοξου κόμματος Degel HaTorah, ότι θέλει να αποχωρήσει από την κυβερνητική πλειοψηφία είναι μια προειδοποίηση, ότι πρακτικά η χώρα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη διάλυση του κοινοβουλίου και έναν νέο γύρο πρόωρων εκλογών.
Πηγή της έντασης ήταν η απόφαση του πρωθυπουργού Μπενζαμίν Νετανιάχου, -σε ένα πλαίσιο αυξανόμενης διαφωνίας εντός του κόμματός του- να μην επεκτείνει τον νόμο που εγγυάται την απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία για τους μαθητές των εβραϊκών θρησκευτικών σχολείων (Xa’aretz, 11/5).
Η αντίδραση δεν άργησε να έρθει: «Δεν έχουμε πλέον εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό. Δεν νιώθουμε συνεργάτες του. Οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν το συντομότερο δυνατό», δήλωσε ο ραβίνος Dov Lando, πνευματικός καθοδηγητής του Degel HaTorah.
Το κείμενο του νομοσχεδίου θα πρέπει να περάσει τρεις προκαταρκτικές αναγνώσεις, πριν να ψηφισθεί νόμος και η διαδικασία είναι πλέον ανοιχτή. Το ενδεχόμενο να περιπέσει το Ισραήλ σε μια ταραχώδη και αβέβαιη καλοκαιρινή προεκλογική εκστρατεία είναι πολύ πιθανό.
Το δίλημμα του πρωθυπουργού
Το ζήτημα της εξαίρεσης των υπερορθόδοξων από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία συνεχίζεται εδώ και χρόνια, αλλά έχει γίνει περισσότερο κεντρικό και πολωτικό από τις 7 Οκτωβρίου. Η παρατεταμένη σύγκρουση στη Γάζα, τον Λίβανο και εναντίον του Ιράν εμπλέκει στην πραγματικότητα τον ισραηλινό στρατό σε διάφορα μέτωπα, τονίζοντας την ανάγκη για νέο στρατιωτικό προσωπικό, που θα αντικαθιστούσε τους εφέδρους, οι οποίοι έχουν εμπλακεί στο πεδίο για πολλούς μήνες.
Όπως έχει επανειλημμένα επισημάνει ο αρχηγός του στρατού Εγιάλ Ζαμίρ, το θέμα δεν μπορεί πλέον να αναβληθεί: «αν δεν βρεθεί λύση στην έλλειψη προσωπικού -ανάφερε ο Ζαμίρ- ο στρατός κινδυνεύει να καταρρεύσει».
Ο Νετανιάχου βρέθηκε έτσι αντιμέτωπος με δυο σοβαρές προκλήσεις: Αφενός, τις απαιτήσεις του στρατού, ο οποίος ζητά άνδρες και πόρους για να υποστηρίξει μια διαρκώς επεκτεινόμενη περιφερειακή αντιπαράθεση, αφετέρου, την ανάγκη να μην έλθει σε ρήξη με τους υπερορθόδοξους σχηματισμούς, που στηρίζουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και είναι κατά της στράτευσης. Στο τέλος, ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη λογική του στρατού, αλλά γνωρίζει, ότι οι πρώην σύμμαχοί του δεν θα κάνουν το ίδιο.
Για τους υπερορθόδοξους Εβραίους, η απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία δεν είναι ένα απλό προνόμιο, αλλά ένα βαθύ ιδεολόγημα. Η στράτευση γίνεται αντιληπτή ως άμεση απειλή για τη μελέτη της Τορά και ως έκθεση στη νεωτερικότητα, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει πολλούς νέους να εγκαταλείψουν την κοινότητα.
Δεν είναι τυχαίο, ότι τους τελευταίους μήνες οι διαδηλώσεις, συχνά βίαιες, έχουν πολλαπλασιαστεί συνοδευόμενες από συνθήματα και αντιπαραθέσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που δημοσίευσαν τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, περίπου 80 χιλ. υπερορθόδοξοι άνδρες ηλικίας μεταξύ 18 και 24 ετών θα ήταν θεωρητικά κατάλληλοι για στρατιωτική θητεία, αλλά δεν έχουν ακόμη στρατολογηθεί.
Διαχείριση του χρόνου προς τις εκλογές
Η κίνηση του Λικούντ να παρουσιάσει το νομοσχέδιο για διάλυση της βουλής είναι καθαρά τακτική. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να ελέγξει το χρονοδιάγραμμα της κοινοβουλευτικής κρίσης και της επακόλουθης προεκλογικής εκστρατείας, εμποδίζοντας την αντιπολίτευση να επιβάλει ένα υπερβολικά επιθετικό χρονοδιάγραμμα προς εκλογές το συντομότερο. Έτσι επιτρέπεται στον Νετανιάχου να διαπραγματευτεί με τους κυβερνητικούς εταίρους του προκειμένου να διατηρήσει τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Το κείμενο που εξετάζεται από τη βουλή δεν περιέχει ημερομηνία εκλογών και κάθε κόμμα πιέζει για τον προσδιορισμό της, σύμφωνα με λογικές που ευνοούν το αντίστοιχο εκλογικό του σώμα. «Το υπερορθόδοξο κόμμα Degel Hatorah πιέζει για εκλογές την 1η Σεπτεμβρίου, ενώ το Shas -επίσης υπερορθόδοξο κόμμα- προτιμά διεξαγωγή των εκλογών κατά τις εβραϊκές εορτές Rosh Hashanah και Yom Kippur με την ελπίδα να αυξηθεί η προσέλευση μεταξύ των παραδοσιακών υπερσυντηρητικών ψηφοφόρων». ( Xa’aretz, 11/5)
Ο Νετανιάχου, από την άλλη πλευρά, έχει το πλεονέκτημα να κρατά ανοιχτό τον ορίζοντα του τέλους Οκτωβρίου καθώς οι εκλογές θα έπρεπε, συνταγματικά -βάσει της ανά 4ετία διεξαγωγής- να διεξαχθούν στις 27 Οκτωβρίου. Ωστόσο, εάν ο νόμος διάλυσης ψηφισθεί νωρίτερα, οι εκλογές θα πρέπει να διεξαχθούν εντός των χρονικών ορίων, που ο νόμος θα ορίζει.
Η διαχείριση του ημερολογίου των εκλογών είναι κεντρική και προσδιορίζει τον διαθέσιμο χρόνο για την έγκριση υπολειπόμενων μέτρων, την οργάνωση καταλόγων των υποψηφίων, τη δημιουργία συμμαχιών και την αναγωγή του «υπερορθόδοξου» μοχλού σε κυρίαρχο θέμα της εκστρατείας.
Η αντιπολίτευση
Η κρίση έρχεται σε μια στιγμή που η αντιπολίτευση έχει ξεπεράσει εν μέρει τον κατακερματισμό των τελευταίων μηνών. Ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ έχουν δημιουργήσει τον συνασπισμό «Μαζί» με στόχο να παρουσιαστούν ως μια συμπαγής εναλλακτική λύση αντί του Νετανιάχου και του Λικούντ. (Aljazeera, 27/4)
Ο Μπένετ -πρώην συνεργάτης του Νετανιάχου που φιλοδοξεί να τον διαδεχθεί στην ηγεσία της κυβέρνησης για δεύτερη φορά- επιτέθηκε σκληρά στον πρωθυπουργό, επειδή συμμάχησε με τους ακροδεξιούς θρησκευτικούς εθνικιστές, που υποστήριζαν τους βίαιους εποίκους στη Δυτική Όχθη και με τους υπερορθόδοξους τους οποίους αποκάλεσε φανατικούς κοινωνικούς αποστάτες.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να διαβάσουμε στην αντιπολίτευση ένα περισσότερο μετριοπαθές ή ανοιχτό μπλοκ στο διπλωματικό μέτωπο. Ο 54χρονος Μπένετ, θρησκευόμενος, αντίθετος στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, και ο σύμμαχός του Λαπίντ, κοσμικός και κεντρώος, έχουν πάνω απ' όλα κοινό έναν στόχο –να διαδεχθούν τον Νετανιάχου– και τίποτε λιγότερο. Είναι ωστόσο σημαντικό να ανακαλέσουμε, ότι οι παραπάνω ηγέτες ανανεώνουν μια συμμαχία, παρόμοια εκείνης, η οποία ανέτρεψε την κυβέρνηση Νετανιάχου τον Νοεμβριο 2022.
Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση και ανάλυση του Opinion & Ratings (15/5) «θεωρείται απίθανο ο Νετανιάχου να κερδίσει τις επόμενες εκλογές». Ο πόλεμος με το Ιράν δημιούργησε ένα ισχυρό συναίσθημα συσπείρωσης «γύρω από τη σημαία» μεταξύ των Ισραηλινών. Όμως μέχρι τον Απρίλιο, σε συνέχεια των διαβουλεύσεων για παύση πυρός και του αβέβαιου αποτελέσματος σε σχέση με τις κυβερνητικές υποσχέσεις, το κοινό αίσθημα, μεταβλήθηκε δραματικά.
Επίσης, οι μακροχρόνιες εκτεταμένες επιχειρήσεις κατά της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, έχουν αυξήσει έντονα την κοινωνική κόπωση και τη δυσθυμία κατά της κυβέρνησης.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν κάποιες προκλήσεις, οι οποίες διαμορφώνουν το πλαίσιο των προσεχών ισραηλιτικών εκλογών. Ο πόλεμος και η ασφάλεια είναι τα ζητήματα τα οποία κυριαρχούν, με τους ψηφοφόρους να κρίνουν τις ηγεσίες των κομμάτων, από την αποφασιστικότητα και την σαφήνεια με την οποία θα θέσουν τους αντίστοιχους στόχους.
Η διαρκής ασάφεια και ρευστότητα σχετικά με τα αίτια τα οποία επέτρεψαν την τραγωδία στις 7 Οκτωβρίου, αυξάνει τις απαιτήσεις για λογοδοσία και διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και την πολιτική ηγεσία.
Η οικονομική στενότητα των νοικοκυριών, το αυξανόμενο κόστος και η δημοσιονομική πίεση από τη συνεχιζόμενη εμπόλεμη κατάσταση τροφοδοτούν τον έντονο προβληματισμό των ψηφοφόρων. Οι κατηγορίες εναντίον του Νετανιάχου για διαφθορά, συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά την κοινή γνώμη για τον πρωθυπουργό και διαμορφώνουν την απαίτηση για κάθαρση.
Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ακόμη κάποιες σημαντικές προκλήσεις για την νέα κυβέρνηση, όπως ο καθορισμός της θέσης του Ισραήλ στο νέο πολιτικό τοπίο της περιοχής, η εξέλιξη του Παλαιστινιακού, η ενδεχόμενη αναδιατύπωση συμμαχιών, ο βαθμός εξάρτησης από τις ΗΠΑ, κ.;a., οι οποίοι συνδιαμορφώνουν το αίνιγμα των προσεχών εκλογών.
Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε, ότι η θέση της ισραηλινής κυβέρνησης έχει μάλλον αποδυναμωθεί παρά ενισχυθεί, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με το αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον, προδικάζει τις επερχόμενες εκλογές ως ιδιαίτερα ανταγωνιστικές και απρόβλεπτες.
Οίκοθεν νοείται, ότι το αποτέλεσμα των ισραηλινών εκλογών θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα, η οποία εκτιμάται, ότι θα επιδιώξει και με τη νέα ισραηλινή κυβέρνηση τη διατήρηση του σημερινού επιπέδου συνεργασίας και συναντίληψης, για μείζονα γεωπολιτικά θέματα της Α. Μεσογείου.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής