Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που ο άνθρωπος δεν μένει πίσω επειδή δεν μπορεί να προχωρήσει, αλλά επειδή έχει πείσει τον εαυτό του πως δεν γίνεται. Κι αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή στασιμότητας. Όχι εκείνη που γεννιέται από την έλλειψη δύναμης, αλλά εκείνη που χτίζεται σιωπηλά μέσα από τις δικαιολογίες που επαναλαμβάνουμε τόσο συχνά, ώστε στο τέλος τις περνάμε για αλήθειες.
Οι μεγαλύτερες φυλακές δεν έχουν κάγκελα. Είναι οι φράσεις που ψιθυρίζουμε στον εαυτό μας όταν φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε το επόμενο βήμα.
«Δεν μπορώ γιατί πληγώθηκα».
«Δεν προχώρησα γιατί δεν με βοήθησαν».
«Δεν τα κατάφερα γιατί οι συνθήκες ήταν άδικες».
«Έμεινα πίσω γιατί κανείς δεν πίστεψε σε μένα».
Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, ο πόνος μας παύει να είναι μια εμπειρία που περάσαμε και γίνεται ταυτότητα. Γινόμαστε οι άνθρωποι που αδικήθηκαν, που παραμερίστηκαν, που δεν είχαν τις σωστές ευκαιρίες, που κουβάλησαν περισσότερα βάρη απ’ όσα τους αναλογούσαν. Ίσως και να είναι όλα αλήθεια. Ίσως πράγματι η ζωή να στάθηκε πιο σκληρή, πιο άνιση, πιο απαιτητική. Όμως κάποια στιγμή, η συνεχής επίκληση της αδικίας παύει να σε προστατεύει και αρχίζει να σε κρατά ακίνητο.
Γιατί όταν ριζώνεις στον ρόλο του αδικημένου, σταματάς να κινείσαι. Παραμένεις στο ίδιο σημείο, όχι επειδή δεν έχεις δρόμο μπροστά σου, αλλά επειδή έχεις δεθεί συναισθηματικά με το σημείο όπου σε πλήγωσαν. Σαν να επιστρέφεις ξανά και ξανά στο ίδιο τραύμα, όχι για να το θεραπεύσεις, αλλά για να αποδείξεις πως υπάρχει. Κι έτσι χάνεται ο πολύτιμος χρόνος της μεταμόρφωσης.
Η εξέλιξη δεν ξεκινά όταν πάψει ο κόσμος να είναι άδικος, ούτε όταν έρθουν ιδανικές συνθήκες, ούτε όταν σβήσουν ως δια μαγείας οι πληγές του παρελθόντος. Η εξέλιξη ξεκινά τη στιγμή που αποφασίζεις πως, παρ' όλα όσα συνέβησαν, δεν θα αφήσεις άλλο τον φόβο να κρατά το τιμόνι της ζωής σου.
Αυτό είναι και το πιο δύσκολο σημείο. Γιατί οι δικαιολογίες δεν μοιάζουν πάντα με αδυναμία. Πολλές φορές μοιάζουν με δικαίωση. Σου δίνουν έναν λόγο να εξηγήσεις γιατί δεν τόλμησες, γιατί έμεινες πίσω, γιατί δεν άλλαξες. Σου προσφέρουν μια παράξενη παρηγοριά: «Δεν φταις εσύ». Και πράγματι, ίσως να μη φταις για όσα σου συνέβησαν. Όμως από ένα σημείο και μετά, είσαι υπεύθυνος για το αν θα συνεχίσεις να ζεις μέσα σε αυτά.
Υπάρχει μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο να τιμάς τον πόνο σου και στο να τον χρησιμοποιείς ως μόνιμο άλλοθι. Το πρώτο σε θεραπεύει. Το δεύτερο σε φυλακίζει. Δεν είναι προδοσία προς τον εαυτό σου να προχωρήσεις. Δεν ακυρώνεις όσα πέρασες όταν επιλέγεις να μην ορίζεσαι πια από αυτά. Δεν σημαίνει πως ξεχνάς. Σημαίνει πως αρνείσαι να μείνεις για πάντα στο ίδιο κεφάλαιο.
Υπάρχουν άνθρωποι που πέρασαν θύελλες και έγιναν φως, κι άλλοι που έζησαν μια καταιγίδα και έχτισαν σπίτι μέσα της. Όχι επειδή ήταν πιο αδύναμοι, αλλά επειδή κάποια στιγμή συνήθισαν τόσο πολύ την ιστορία της πληγής τους, που φοβήθηκαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους πέρα από αυτήν.
Δεν είναι εύκολο να αφήνεις πίσω τις δικαιολογίες σου, γιατί πολλές φορές μαζί τους αφήνεις και μια παλιά εκδοχή του εαυτού σου. Εκείνον που ήξερε να επιβιώνει μέσα από την άμυνα, την αναβολή, τον φόβο. Εκείνον που είχε μάθει να εξηγεί γιατί δεν μπορεί, αντί να ανακαλύπτει πώς μπορεί.
Μα η αλήθεια είναι πως κανείς δεν αλλάζει πραγματικά όσο συνεχίζει να ερωτεύεται τις εξηγήσεις της στασιμότητάς του. Αυτή είναι η στιγμή της εσωτερικής ενηλικίωσης. Όταν σταματάς να περιμένεις από τη ζωή να σου επιστρέψει όσα σου στέρησε και αποφασίζεις να τα δημιουργήσεις μόνος σου. Όταν παύεις να μετράς τις χαμένες ευκαιρίες και αρχίζεις να χτίζεις νέες. Όταν δεν ζητάς πια από το παρελθόν άδεια για να ανθίσεις.
Ο άνθρωπος δεν καθορίζεται μόνο από όσα του συνέβησαν. Καθορίζεται, κυρίως, από το τι επιλέγει να κάνει με αυτά. Κάποιοι θα περάσουν όλη τους τη ζωή εξηγώντας γιατί έμειναν πίσω και κάποιοι άλλοι θα αποφασίσουν πως δεν γεννήθηκαν για να παραμένουν στάσιμοι στο σημείο που αδικήθηκαν. Στο τέλος, η πιο σπουδαία μάχη είναι απέναντι στη φωνή μέσα μας, που μας ψιθυρίζει να μείνουμε ίδιοι, να μείνουμε ασφαλείς, να μείνουμε μικροί.
Και ίσως η πραγματική λύτρωση να αρχίζει όταν, για πρώτη φορά, απαντήσεις σε αυτή τη φωνή πως όσα έγιναν ήταν μέρος της ιστορίας σου.
Γιατί η ζωή δεν αλλάζει όταν πάψεις να πληγώνεσαι. Αλλά όταν πάψεις να χρησιμοποιείς την πληγή σου ως δικαιολογία.
* Ο Νικόλαος - Θεολόγος Παπαδόπουλος είναι Εκπαιδευτικός, Learning & Development Specialist