Πόλεμος δικαστών - δικηγόρων

Φοβάμαι, ότι αν συνεχιστεί ο πόλεμος που μαίνεται μεταξύ των δύο φορέων της δικαιοσύνης και δεν επέμβει η Πολιτεία με τη λήψη μέτρων για την προστασία των θεσμών, θα υπάρξουν δυσλειτουργίες στην απονομή της δικαιοσύνης

Πόλεμος δικαστών - δικηγόρων

Αυτές τις μέρες μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ της ΕνΔΕ (Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων) και δικηγορικών συνδικαλιστικών φορέων με την έκδοση ανακοινώσεων και με εκατέρωθεν κατηγορίες για απρεπή συμπεριφορά σε μέλη τους και με απειλές για κινητοποιήσεις. Η αντιπαράθεση αφορά τη συμπεριφορά συγκεκριμένων δικηγόρων κατά δικαστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που καταγγέλθηκε στο ΔΣΑ, αλλά δεν λήφθηκε κανένα πειθαρχικό μέτρο ούτε καν σύστασης, οι δε δικηγόροι κατηγορούν τον πρόεδρο της ΕνΔΕ για συστηματική στοχοποίηση του δικηγορικού σώματος και για παρέμβαση στην πειθαρχική δικαιοδοσία των δικηγόρων με πρόταση για συμμετοχή δικαστών στα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια, ενώ στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των δικηγόρων μετέχουν ανώτατοι δικαστές.

Μετά την κατάργηση το 1994 του αδικήματος της περιύβρισης αρχής, έπαψε να υπάρχει αποτελεσματική προστασία για τους θεσμούς και τα πρόσωπα εξουσίας, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες πλην της δικής μας (Περί προστασίας των θεσμών, 16-06-2025). Κατά τα φαινόμενα δεν πρόκειται να θεσπιστεί εκ νέου με οποιαδήποτε μορφή πλέγμα προστασίας των θεσμών και των στελεχών τους, γιατί όταν καταργήθηκε το αδίκημα της περιύβρισης της αρχής χαιρετίστηκε ως μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση. Φυσικά, αυτοί που υπέστησαν την προσβολή νομικά ή φυσικά πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν ενώπιον της τακτικής ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης για την τιμωρία των ενόχων ή την καταβολή αποζημιώσεως, αλλά λόγω της βραδύτητας απονομής δικαιοσύνης και το πολυδάπανο της δίκης κατά κανόνα αποφεύγουν την προσφυγή. Σπανίως όμως προσφεύγουν ατομικά στη δικαιοσύνη για εξύβριση ή συκοφαντική δυσφήμηση δικαστές, γιατί η μήνυση τους εκδικάζεται κατόπιν παραπομπής από τον ΑΠ ενώπιον δικαστηρίου άλλης εφετειακής περιφέρειας από την οποία υπηρετούν, που σημαίνει αποτρεπτική ταλαιπωρία και έξοδα.

Το άρθρο 168ΑΠΚ προβλέπει, ότι «Όποιος εμποδίζει αυθαίρετα ή διαταράσσει σοβαρά τις συνεδριάσεις δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Το αδίκημα της διατάραξης δικαστικών συνεδριάσεων αποτελεί αδίκημα που διαπράττεται στο ακροατήριο και κατά κρίση του δικαστηρίου συντάσσεται έκθεση, που διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα ή εκδικάζεται κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Αν ο διαταράσσων τη συνεδρίαση είναι συνήγορος διαδίκου εφαρμόζονται οι παραπάνω διατάξεις μετά το πέρας των καθηκόντων του. Αν δεν εφαρμοστεί η αυτόφωρη διαδικασία και ο συνήγορος είναι βουλευτής τότε για την άσκηση δίωξης απαιτείται ή άδεια της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος. Νομίζω, ότι το άρθρο 62Σ πρέπει κατά την προσεχή αναθεώρηση να τροποποιηθεί. Ενώπιον του Εφετείου Λαρίσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η δικηγόρος και βουλευτής ΖΚ ζήτησε τηλεφωνικά από την Αστυνομία να αποσταλεί περιπολικό για να συλλάβει τα μέλη του δικαστηρίου και τον Εισαγγελέα της έδρας. Δεν γνωρίζω αν συντάχθηκε έκθεση για παράβαση του άρθρου168ΠΚ και αν ναι σε ποιο στάδιο της διαδικασίας βρίσκεται.

Προσωπικά είμαι αντίθετος με την πρόταση της ΕνΔΕ να μετέχουν δικαστές στα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων, γιατί έτσι προσβάλλεται η αυτοτέλεια των δικηγορικών συνδικαλιστικών φορέων εκτός του ότι θα επιφέρει καταπόνηση των δικαστών και φθορά του κύρους των δικαστικών λειτουργών που θα μετέχουν σε αυτά.

Με ανακοίνωσή της η ΕνΔΕ εύλογα παραπονείται, ότι παρότι καταγγέλθηκε στον ΔΣΑ η ελεγκτέα συμπεριφορά της δικηγόρου ΖΚ, που διέταξε τη σύλληψη των μελών της έδρας του δικαστηρίου, δεν είδε να επιβάλλεται ποινή ούτε να γίνεται υπόδειξη συμμόρφωσης. Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος του ΔΣΑ απαντά, ότι διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση, που όχι μόνο είναι περιττή, γιατί η πράξη αποδεικνύεται από τα πρακτικά της δίκης, που ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, που δεν επιδέχονται ανταπόδειξη, αλλά καθυστερεί την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης.

Φαίνεται, ότι για την προστασία των δικαστών κατά την άσκηση του λειτουργήματος τους από τη συμπεριφορά των δικηγόρων υπάρχει έλλειμμα, που μπορεί καλυφθεί μερικά από την εκ νέου θέσπιση του άρθρου 70 του ΝΔ 3026/1954 του παλιού Δικηγορικού Κώδικα με γλωσσική προσαρμογή. Το παραθέτω με τη σε καθαρεύουσα διατύπωση του «Τις πειθαρχικές ποινές του παρόντος νόμου πλην της οριστικής και προσωρινής παύσεως δύνανται να επιβάλλουν και τα δικαστήρια οσάκις πρόκειται περί πειθαρχικών παραπτωμάτων πραττομένων εν δημοσία συνεδριάσει. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δικαστήριο υποχρεούται να συντάξει περί τούτου έκθεσιν και να παραπέμψει την υπόθεσιν εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον , όπερ δύναται να επαυξήσει την ποινήν.Κατά της αποφέσεως δεν επιτρέπεται έφεσις». Δεν γνωρίζω σε ποιες περιπτώσεις η διάταξη αυτή είχε εφαρμοστεί στο παρελθόν, αλλά αν θεσπιστεί εκ νέου θα αποτελέσει μέσον γενικής αποτρεπτικής πρόληψης για τη συμπεριφορά των δικηγόρων στα δικαστήρια.

Φοβάμαι, ότι αν συνεχιστεί ο πόλεμος που μαίνεται μεταξύ των δύο φορέων της δικαιοσύνης και δεν επέμβει η Πολιτεία με τη λήψη μέτρων για την προστασία των θεσμών, θα υπάρξουν δυσλειτουργίες στην απονομή της δικαιοσύνης και αν ο πόλεμος που προς το παρόν διεξάγεται με την έκδοση ανακοινώσεων θα συνεχιστεί με απεργιακές κινητοποιήσεις-αποχές, που θα επιφέρουν μεγάλη ταλαιπωρία στους διαδίκους μάρτυρες και περαιτέρω μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη, που σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO ανέρχεται σε 20%. Εξάλλου αν τα πειθαρχικά συμβούλια των δικηγόρων δεν λειτουργούν με τη δέουσα υπευθυνότητα αυτό θα επιδράσει στο κύρος του δικηγορικού επαγγέλματος, δεν γνωρίζω όμως αν υπάρχει σχετική δημοσκόπηση για το ποσοστό εμπιστοσύνης των πολιτών.

* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.
 

16 0 Bookmark