Δέκα ώρες. Αυτό ήταν αρκετό για να περάσει ο Αμερικανός πρόεδρος από τις εμπρηστικές απειλές για «καταστροφή ενός ολόκληρου πολιτισμού εν μία νυκτί», στην ανακοίνωση μιας συμφωνίας που θα έπρεπε να απομακρύνει –τουλάχιστον για λίγο– τη σκιά της βιβλικής «Αποκάλυψης».
Τις τελευταίες ημέρες, σε ένα κρεσέντο πολύ σοβαρού εκφοβισμού, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε πει ότι θα επιστρέψει το Ιράν «στη Λίθινη Εποχή» και εξέδωσε προειδοποιήσεις και τελεσίγραφα προς τους Ιρανούς. Τελικά 90 λεπτά πριν λήξει το τελευταίο τελεσίγραφο, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη συμφώνησαν σε προσωρινή εκεχειρία δυο εβδομάδων, που επιτεύχθηκε χάρη στη μεσολάβηση του Πακιστάν και η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την αναστολή των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων.
Απέχοντας πολύ από μια ειρηνική διευθέτηση, ωστόσο, είναι μια ένοπλη παύση, που εξαρτάται από μια πολύ εύθραυστη και ασταθή ισορροπία.
Το Ισραήλ σε αντίθεση με τους Ιρανούς, είπε, αρχικά ότι ο Λίβανος δεν είναι μέρος της συμφωνίας, ενώ τελικά υπό την πίεση των ΗΠΑ, ανοίγει συνομιλίες με τη Λιβανική κυβέρνηση, συνεχίζοντας όμως να πλήττει τη Χεζμπολάχ, ενώ τα κράτη του Κόλπου συνεχίζουν να υφίστανται και αυτά μικρότερης κλίμακας ιρανικές επιθέσεις.
Εν τω μεταξύ, οι πρόσφατες αλληλοαναιρούμενες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, σημείωσε το BBC «μπορεί να άλλαξαν οριστικά τον τρόπο με τον οποίο ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβάνεται τις Ηνωμένες Πολιτείες πλέον».
Ο Τραμπ αναζητά διέξοδο
Η συμφωνία προσφέρει κυρίως στον Αμερικανό πρόεδρο μια διέξοδο. Αν το Ιράν δεν το είχε αποδεχτεί, ο Τραμπ θα είχε αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ του να αφήσει το τελεσίγραφο να λήξει χωρίς να παρέμβει –να χάσει την υπόληψή του– ή να ξεκινήσει μια κλιμάκωση χωρίς κάποια στρατηγική.
Αλλά ακόμη και όταν προσπαθεί να παρουσιάσει την επίτευξη μιας εκεχειρίας στον κόσμο ως «μια μεγάλη αμερικανική νίκη», η ρητορική του δεν ευσταθεί. Αντίθετα, η αποτυχία της στρατηγικής του σε αυτόν τον πόλεμο είναι εμφανής από πολλές απόψεις.
Η πεποίθηση του Αμερικανού προέδρου, ότι οι απειλές του καταστροφικού πλήγματος θα ανάγκαζαν τους επιζώντες ηγέτες του ιρανικού καθεστώτος σε συνθηκολόγηση αποδείχθηκε αβάσιμη, όπως και η προσδοκία, ότι μόλις ξεκινούσε ο πόλεμος, ο ιρανικός πληθυσμός θα επαναστατούσε –αν και βομβαρδιζόμενος με εκατοντάδες νεκρούς αμάχους–, ανατρέποντας την Ισλαμική Δημοκρατία. Αυτή ήταν μια ρηχή ρητορική, καθώς, οι Ιρανοί απεναντίας συσπειρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό γύρω από την σημαία τους, όπως πολλοί ανάμεναν.
Το καθεστώς, τραυματισμένο αλλά όχι κατεστραμμένο, έχει αυξήσει την απειλή της καταστολής αποθαρρύνοντας τυχόν διαμαρτυρίες, ενώ απειλεί να εξαπολύσει τη δική του μαζική απάντηση πληγμάτων στην περιοχή, αν οι συνομιλίες οδηγηθούν σε αδιέξοδο και δεχθεί πλήγματα.
Οι χιλιάδες βομβιστικές επιθέσεις απέτυχαν να εξαλείψουν αποφασιστικά, την ικανότητα αντιποίνων της Τεχεράνης, ενώ το καθεστώς –το οποίο πριν από τον πόλεμο φαινόταν απομονωμένο και αδύναμο, όσο ποτέ άλλοτε– ξαφνικά φαίνεται αναζωογονημένο και, μέσω του Ορμούζ, έχει ενδεχομένως δημιουργήσει μια νέα πηγή χρηματοδότησης, από τα τέλη διέλευσης των διαφόρων πλοίων.
Αυτό που ξεθωριάζει, ωστόσο, είναι η πεποίθηση, ότι η προστασία των ΗΠΑ – που πληρώθηκε αφειδώς από τις αραβικές μοναρχίες τις τελευταίες δεκαετίες – θα μπορούσε να αποτελεί απόλυτη εγγύηση ασφάλειας.
Ίσως η Τεχεράνη κερδίζει στα σημεία
Έχει νόημα να ανακαλέσουμε ποιοι είναι οι στόχοι του πολέμου, τουλάχιστον φραστικά. Ο Λευκός Οίκος ταλαντεύεται κατά τις τελευταίες εβδομάδες μεταξύ της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη, της «εξάλειψης» του πυρηνικού της προγράμματος και του πλήρους αμερικανικού ελέγχου των Στενών του Ορμούζ.
Τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδέχονται –αν και ως βάση για διαπραγμάτευση– ένα σχέδιο που δεν περιλαμβάνει κανένα από αυτά τα σημεία. Περίπου σαράντα ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, το ιρανικό καθεστώς διατηρείται παρά την απώλεια του Χαμενεϊ και άλλων ηγετικών στελεχών του, με μια νέα αποφασιστική ομάδα Φρουρών της Επανάστασης στην εξουσία.
Η Τεχεράνη συμφώνησε να επιτρέψει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά, αλλά να μην παραχωρήσει τον έλεγχό τους, ενώ, αν και στην έκδοση της συμφωνίας στα φαρσί υπάρχει η αναγνώριση του δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίου, στην αγγλική έκδοση που δόθηκε στους δυτικούς δημοσιογράφους, αυτή η φόρμουλα έχει εξαφανιστεί. Στα υπόλοιπα, δεν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια ασάφεια, αν και κυκλοφόρησαν διάφορες εκδοχές του αρχικού κειμένου.
Πριν από τον πόλεμο, τα Στενά του Ορμούζ ήταν μια ανοιχτή θαλάσσια διαδρομή, στην οποία το Ιράν δεν ασκούσε επίσημο έλεγχο. Ήταν η αμερικανική επίθεση η οποία επέσυρε ως ιρανικό αντίποινο το κλείσιμο του στενού και συνακόλουθα την ενεργειακή κρίση των τελευταίων εβδομάδων.
Στο παρόν χρονικό σημείο, η προτεινόμενη συμφωνία διαφαίνεται να κλείνει τον κύκλο με τον πλέον δυσμενή δυνατό τρόπο για την Ουάσιγκτον, επειδή προβλέπει τη διέλευση των πλοίων «σε συντονισμό με τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις», ενώ πρόσφατα έχει αρχίσει να καταβάλλεται ένα διόδιο $ 2 εκατ. στους Ιρανούς ανά διερχόμενο πλοίο. Το ενδεχόμενο ετήσιο εισόδημα του Ιράν από μια τέτοια πρακτική, θα μπορούσε να φθάσει τα $64 δισ., σύμφωνα με τον Hassan Abedini, του ιρανικού σταθμού IRIB, λαμβάνοντας υπόψη, ότι τα διερχόμενα πλοία ανέρχονται ετήσια σε περίπου 32.000.
Εφόσον παγιωνόταν μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργεί και ως μια μόνιμη πηγή επιρροής του Ιράν στις γειτονικές χώρες και την παγκόσμια οικονομία.
Βέβαια, η ολοκλήρωση μιας τέτοιας συμφωνίας θα ήταν μια περισσότερο σύνθετη διαδικασία, καθώς θα ενέπλεκε τον διεθνή παράγοντα, πχ κράτη ΕΕ, ασιατικά κράτη, Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κ.ά. Ίσως ένα υπόδειγμα, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα μπορούσε να είναι η συμφωνία του Montreux για τα Δαρδανέλια.
Αν και το θέμα του Ορμούζ είναι κεντρικό στις συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ –όπου ο αφανής ρόλος της Κίνας είναι αντιληπτός–, οι ζημιές στις υποδομές παραγωγής LNG είναι ένας εξ ίσου κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας για την επαναφορά της προσφοράς.
Οι εταιρείες παραγωγής θα χρειαστούν, σύμφωνα με εκτιμητές, μεγάλο χρονικό διάστημα (ενδεχομένως 3-5 έτη) προκειμένου να επισκευάσουν τα εργοστάσια τους και να επανεκκινήσουν την παραγωγή σε πλήρη κλίμακα, εάν το πρότυπο της ζήτησης και της προσφοράς δεν έχει διαφοροποιηθεί και δεν έχουν τεθεί νέες προτεραιότητες, τόσο λόγω των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών, όσο και της διασποράς της παραγωγής. Δεν θα έπρεπε να διαφεύγει, ότι τα κράτη του Κόλπου θα κληθούν να αντιμετωπίσουν μείζονες προκλήσεις, κοινωνικές και οικονομικές, καθώς τα μοντέλα της οικονομίας τους έχουν, κατά πολλούς αναλυτές, καταρρεύσει ( πχ παραγωγή υδρογονανθράκων, λιπασμάτων, λιθίου, τουρισμός κ.ά).
Εάν οι διαπραγματευτές αποτύχουν να καταλήξουν σε μια διαρκή συμφωνία, η ευφορία θα διαλυόταν ενόψει μιας δυσοίωνης επιστροφής στο status quo ex ante.
Θα ήταν ένα αρνητικό αποτέλεσμα για όλους με ένα αποδυναμωμένο και εχθρικό καθεστώς στην Τεχεράνη, κατεστραμμένες υποδομές, και μια επίμονη απειλή αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, με παγκόσμιες επιπτώσεις. Όσον αφορά την Ευρώπη, όποιες και αν είναι οι εξελίξεις, αυτό θα σημάνει ότι η ήπειρος θα υποφέρει, για πολλοστή φορά, από αποφάσεις που λαμβάνονται από άλλους, ερήμην της. Αυτό είναι το κόστος του κατακερματισμού της και της χλιαρής ανοχής.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής