Όλο το προηγούμενο διάστημα, ηχούσαν με στεντόρεια φωνή οι καταγγελίες σχεδόν σύσσωμης της αντιπολίτευσης περί έλλειψης τυπικών απαιτούμενων προσόντων βουλευτή, προβεβλημένου στελέχους και, μέχρι πρότινος, μέλους της κυβέρνησης, τα οποία δεν δικαιολογούσαν την -κατά το μακρινό παρελθόν- πρόσληψή του σε συγκεκριμένη θέση δημόσια μισθοδοτούμενου υπαλλήλου.
Η προ ημερών δήλωση και αυτόβουλη επιθυμία του προσώπου που δέχτηκε την εν λόγω σφοδρή κριτική να του καταλογιστεί οποιοδήποτε ποσό κριθεί ότι έλαβε αχρεωστήτως ως μισθό, αλλά και η εν συνεχεία παραίτησή του από την κατεχόμενη θέση του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, δείχνουν να ισοδυναμούν με έμμεση παραδοχή ότι η διαδικασία της πρόσληψής του δεν αποκλείεται να ήταν κάπου, κάπως προβληματική. Διαφορετικά, θα μπορούσε να είχε μείνει αμετακίνητος στην αρχικώς και μετ’ επιτάσεως εκφρασθείσα βεβαιότητά του ότι όλα είχαν γίνει νομοτύπως και, στο πλαίσιο αυτό, να συνεχίζει πεισματικά να ζητεί από τη Διοίκηση τη διενέργεια της αποδεικτικής διαδικασίας του καταλογισμού, σίγουρος ων ότι αυτή θα κατέληγε στο δια παντός απαλλακτικό συμπέρασμα πως δεν προκύπτει κανένας στοιχειοθετημένος λόγος επιστροφής χρημάτων στο Δημόσιο.
Σε μία τέτοια περίπτωση, η συζήτηση προφανώς θα λάμβανε πανηγυρικά τέλος υπέρ του προσώπου και οι σχετικές καταγγελίες θα έπεφταν με εκκωφαντικό θόρυβο στον γκρεμό, με το στίγμα, μάλιστα, της δόλιας προσπάθειας σπίλωσης υπολήψεων πολιτικών αντιπάλων μέσω ψευδών κατηγοριών, συκοφαντιών και λασπολογίας. Δεδομένου, όμως, ότι εκ της εξέλιξης των πραγμάτων φάνηκε να υπερισχύει το πρώτο σενάριο των φερόμενων παρατυπιών, η αναδυόμενη «δυσοσμία» της υπόθεσης, εκτός από εντονότερη, γίνεται ακόμα πιο πολύ «μαλακό βούτυρο στο ψωμί» της αντιπολίτευσης, που ευνοήτως ενόψει επικείμενων εθνικών εκλογών επιθυμεί διακαώς να συντηρεί στην επιφάνεια με κάθε αφορμή και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα το αφήγημα του κακού παραδείγματος διακυβέρνησης, προκειμένου την κρίσιμη στιγμή να καρπωθεί τα σχετικά οφέλη στην κάλπη.
Οι αρνητικές εντυπώσεις από τον τρόπο αντιμετώπισης του θέματος από την κυβέρνηση θα ήταν, ομολογουμένως, πολύ πλατύτερες και εντονότερες εις βάρος της, εάν τυχόν η φαινομενική ορθότητα των καταγγελιών δεν είχε συνοδευτεί και με την απομάκρυνση του εμπλεκόμενου πολιτικού προσώπου (έξωθεν ή με δική του πρωτοβουλία) από τον κατεχόμενο υπουργικό θώκο ως κίνηση ουσίας, αλλά και ισχυρού συμβολισμού, ή κι αν ακόμα μία τέτοια ενέργεια καθυστερούσε ακόμα περισσότερο, συντηρώντας στην επικαιρότητα μία, από κάθε άποψη, άβολη κατάσταση (και για τον ίδιο τον Υφυπουργό).
Διότι τότε, στα απόνερα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, θα ερχόταν να εδραιωθεί στο κοινωνικό υποσυνείδητο για μία ακόμα φορά η υποκειμενική αίσθηση ότι τελικά η ευνοιοκρατία και η αναξιοκρατία ζουν και βασιλεύουν· όχι γενικώς και αορίστως υπέρ όσων συμπολιτών μας αρέσκονται ή έχουν εθιστεί να συνάπτουν προνομιακές πελατειακές σχέσεις με το πολιτικό σύστημα, αλλά έχοντας πλέον και ονοματεπώνυμο εντός της ίδιας της κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δεν θα είχε εμφανιστεί πρόθυμη, κατά τις κατηγορηματικές και επαναλαμβανόμενες διακηρύξεις της, να καταπολεμήσει το φαινόμενο ως ένδειξη χρόνιων και μολυσματικών παθογενειών της εγχώριας πραγματικότητας, αλλά, αντιθέτως, θα είχε φανεί να το υποθάλπει και να το παραδειγματίζει ως ενδεδειγμένο μέσο επίτευξης στόχων (εις βάρος όσων, αξιακά, μένουν προσηλωμένοι στην έντιμη και αδιάβλητη -«με τον σταυρό στο χέρι»- διεκδίκηση των ονείρων τους).
Εντυπωσιακό, βέβαια, θα ήταν και το γεγονός (πάντα μιλώντας για την υποθετική περίπτωση που οι επίμαχες καταγγελίες επιβεβαιώνονταν όχι επαγωγικά, αλλά με τον πλέον επίσημο τρόπο, καθώς ο ίδιος ο πολιτικός εξακολουθεί να υπερασπίζεται πλήρως, ακόμα και μετά την παραίτηση από το υπουργικό αξίωμα, την προσωπική και πολιτική του πορεία και ακεραιότητα) ότι κάποιος που θα φερόταν να έχει καρπωθεί αδικαιολογήτως οφέλη από τη σχέση του με το Δημόσιο σε ανύποπτο χρόνο στο παρελθόν, είτε δεν θα είχε σπουδαιολογήσει στο αρμόζον μέτρο τη σοβαρότητα της κατάστασης, ώστε να παραδεχτεί ανοιχτά το λάθος του και να λειάνει κάπως τις δικαιολογημένες αντιδράσεις, είτε, ακόμα χειρότερα, θα διακατεχόταν από τη σιγουριά ότι αυτά τα οφέλη δεν επρόκειτο ποτέ να αναδυθούν στην επιφάνεια για να αποτελέσουν, τελικά, αναπάντεχο εμπόδιο στην επιδίωξη μίας λαμπρής πολιτικής καριέρας.
Μία τέτοια βεβαιότητα δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά διαθέτει κατ’ αναλογία καθολικότερα χαρακτηριστικά στους κόλπους ολόκληρης της ελληνικής Διοίκησης, η οποία για πολλά χρόνια έπασχε από θεσμικές ανεπάρκειες, συστημικά κενά και, κυρίως, από έλλειψη κουλτούρας ουσιαστικών ελέγχων προς αποτροπή τέτοιων ή κάθε άλλης φύσης παρατυπιών. Κάτι που αναδείχθηκε περίτρανα από τους μαζικούς ελέγχους, τους οποίους υποχρεώθηκαν εκ του νόμου (άρθρο 28 ν. 4305/2014) να διενεργήσουν αυτεπαγγέλτως όλες οι διευθύνσεις προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα τυπικών, πρόσθετων και επικουρικών προσόντων με άμεση επίδραση στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη ήδη διορισμένων, αλλά και μελλοντικών υπαλλήλων.
Από τους συγκεκριμένους ελέγχους, που πλέον είναι αδιάλειπτοι και συστηματικοί, εντοπίστηκαν δικαιολογητικά που βεβαίωναν πλαστά ή παραποιημένα προσόντα υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ τούτου, είχαν διοριστεί χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπέστησαν κατά περίπτωση τις προβλεπόμενες πειθαρχικές και ποινικές συνέπειες (απόλυση, ανάκληση διορισμού, επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών).
Σαφέστατα, η επίμαχη περίπτωση του πολιτικού προσώπου δεν αφορά επ’ ουδενί πλαστό ή παραποιημένο τίτλο σπουδών, αλλά την κατοχή μορφωτικού προσόντος που δεν φαίνεται να δικαιολογούσε την πρόσληψη σε δημόσια θέση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτομάτως, όμως, οδηγούμαστε στο γενικό συμπέρασμα ότι οι σχετικοί έλεγχοι πριν από το 2014 ήταν ανεπαρκείς, περιστασιακοί, πρόχειροι, διεκπεραιωτικοί, υπερβολικά ανεκτικοί, αδύναμοι στη διασταύρωση στοιχείων και, εν γένει, βασιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό στην ειλικρίνεια και καλή πίστη του εκάστοτε δηλούντος, αλλοιώνοντας, έτσι, σε σημαντικό βαθμό την εγκυρότητα του συστήματος προσλήψεων στο Δημόσιο και αφήνοντας άπλετο χώρο στην ανάπτυξη φαινομένων διοικητικών παρατυπιών, σκόπιμων ή μη.
Αντίστοιχους διεξοδικούς ελέγχους θα πρέπει, οπωσδήποτε, να διενεργούν (ή αν διενεργούνται, να γίνουν πιο ενδελεχείς) και τα κόμματα για όλα τα στελέχη τους που εκλέγονται ή αναλαμβάνουν πάσης φύσης δημόσια αξιώματα, έτσι ώστε, αφενός, να είναι απολύτως βέβαιο ότι τα βιογραφικά τους είναι ένας αληθινός και όχι παραμορφωτικός καθρέπτης της εκπαιδευτικής και επαγγελματικής τους διαδρομής, αφετέρου, να αποφεύγονται περιστατικά που μπορεί να εκθέτουν ανεπανόρθωτα τόσο τα πρόσωπα όσο και τα κομματικά επιτελεία, αλλά που προκαλούν παράλληλα σοβαρή, εκτεταμένη και δύσκολα αναστρέψιμη κρίση εμπιστοσύνης στην κοινωνία.
Στο τέλος της ημέρας, θα λέγαμε ότι επιβεβαιώνεται με παραδειγματικό τρόπο η αλήθεια της ρήσης «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον», που εδώ νομίζω μπορεί κάλλιστα να ερμηνευτεί ως μία γραμμική, αλληλένδετη και διαχρονική σχέση μεταξύ γεγονότων και καταστάσεων που συνδιαμορφώνουν ανεξίτηλα την πορεία καθενός μας στη ζωή. Και που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, θα πρέπει να μας αποτρέπει από την υιοθέτηση της παρακινδυνευμένης πεποίθησης πως κάποια πράγματα μπορεί να μένουν για πάντα κρυφά, ότι δεν πρόκειται, αργά ή γρήγορα, να αποκαλυφθούν, ανατρέποντας έωλους σχεδιασμούς πάνω στους οποίους μπορεί κάποια στιγμή στο παρελθόν να δομήσαμε τις επιλογές μας όχι απαραίτητα με δόλο, αλλά απλώς απερίσκεπτα, χωρίς απόλυτη συναίσθηση των επώδυνων συνεπειών τους, οι οποίες μοιραία κάποτε ίσως βρεθούν μπροστά μας για να μας ταρακουνήσουν.
* Ο Αριστοτέλης Σταμούλας είναι Διευθυντής Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή Ελλάδας