Δύο περιοχές του πλανήτη, η Κύπρος στην Ανατολική Μεσόγειο και το Κασμίρ στη Νότια Ασία, έχουν μετατραπεί σε ματωμένες εστίες διχοτόμησης. Αν και οι αιτίες, οι δρώντες και οι γεωπολιτικές συνθήκες διαφέρουν, και οι δύο περιπτώσεις δείχνουν πώς η ιστορία, η εθνοτική σύνθεση και οι στρατηγικές ισορροπίες μπορούν να καθορίσουν τη μοίρα μιας κοινωνίας για δεκαετίες.
Η Κύπρος και το Κασμίρ αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα διχοτομημένων περιοχών με διαφορετικά αλλά συγγενικά ιστορικά αποτυπώματα. Στην Κύπρο, το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας τον Ιούλιο του 1974 έδωσε την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει στρατιωτικά επικαλούμενη τη συνθήκη εγγυήσεως, με αποτέλεσμα την κατοχή του 37% του νησιού, τον εκτοπισμό χιλιάδων πολιτών και τη μόνιμη χάραξη της πράσινης γραμμής, ενώ η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί στρατό και να στηρίζει το απομονωμένο βόρειο μόρφωμα.
Στο Κασμίρ, η διάσπαση της βρετανικής Ινδίας το 1947 οδήγησε σε διαμάχη για το καθεστώς του πριγκιπάτου με μουσουλμανική πλειοψηφία, πυροδοτώντας πολέμους ανάμεσα σε Ινδία και Πακιστάν και αφήνοντας την περιοχή μοιρασμένη σε δύο ζώνες ελέγχου· το Ισλαμαμπάντ διεκδικεί ενεργά την ενσωμάτωσή του, ενισχύει πακιστανικές και αυτονομιστικές ομάδες και κρατά το ζήτημα ζωντανό στο πλαίσιο της αντιπαράθεσής του με την Ινδία. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποικιοκρατική κληρονομιά και η γεωστρατηγική σημασία υπήρξαν καταλύτες, με την Τουρκία στην Κύπρο και το Πακιστάν στο Κασμίρ να διαδραματίζουν ρόλο-κλειδί στη συντήρηση της διαιρεμένης πραγματικότητας.
Η καταστρατήγηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία στην Κύπρο και από το Πακιστάν στο Κασμίρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι εθνικές στρατηγικές προτεραιότητες και η εργαλειοποίηση της θρησκείας υπονομεύουν τη διεθνή νομιμότητα. Στην Κύπρο, η Τουρκία συνεχίζει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα να διατηρεί στρατό σε έδαφος αναγνωρισμένου κράτους-μέλους του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αγνοώντας τα σχετικά ψηφίσματα που ζητούν την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και τον σεβασμό της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο Κασμίρ, το Πακιστάν στηρίζει ενεργά παραστρατιωτικές και αυτονομιστικές ομάδες, αμφισβητώντας συστηματικά τη διεθνώς κατοχυρωμένη ινδική κυριαρχία και τροφοδοτώντας μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρωπιστικό και γεωπολιτικό κόστος. Και στις δύο περιπτώσεις, η επίκληση του Ισλάμ λειτουργεί ως πολιτικό και ιδεολογικό άλλοθι για την εδραίωση παράνομων πρακτικών, θολώνοντας την ουσία του προβλήματος: την κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών αρχών που υποτίθεται πως διέπουν τη διεθνή κοινότητα.
Η καθημερινότητα στις δύο περιοχές αποτυπώνει με διαφορετική ένταση το βάρος της διχοτόμησης. Στην Κύπρο, οι Ελληνοκύπριοι ζουν μέσα σε μια σταθεροποιημένη αλλά αφύσικη συνθήκη, με το νησί μοιρασμένο, υπό τη διαρκή σκιά της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και τις πολιτικές πιέσεις που αυτή συνεπάγεται, χωρίς όμως να απειλείται άμεσα η ασφάλεια και η κοινωνική ομαλότητα στο νότιο τμήμα. Στον αντίποδα, στο Κασμίρ η καθημερινότητα των κατοίκων είναι πολύ πιο ζοφερή: στρατιωτικοί αποκλεισμοί, παραβιάσεις δικαιωμάτων, φόβος τρομοκρατικών επιθέσεων και η δράση εξτρεμιστικών ομάδων διαμορφώνουν ένα διαρκές κλίμα ανασφάλειας, καθιστώντας τον απλό πολίτη όμηρο μιας σύγκρουσης που δεν φαίνεται να έχει διέξοδο. Έτσι, ενώ στην Κύπρο η διχοτόμηση έχει παγώσει την εξέλιξη ενός κράτους, στο Κασμίρ η σύγκρουση εξακολουθεί να κατατρώει την ίδια την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Από το 2022 έως το 2025, το Κασμίρ βίωσε συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις, πολλές εκ των οποίων αποδίδονται σε εξτρεμιστικές οργανώσεις με διασυνδέσεις στο Πακιστάν. Αυτές οι επιθέσεις, κυρίως εναντίον αμάχων και τουριστών, έχουν προκαλέσει τον θάνατο δεκάδων ατόμων και έχουν εντείνει την ένταση στην περιοχή. Τον Ιανουάριο του 2022 στην περιοχή Ρατζούρι, σημειώθηκε επίθεση με πυροβολισμούς και έκρηξη αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού (IED), με αποτέλεσμα τον θάνατο επτά ατόμων και τον τραυματισμό 12 άλλων. Στις 1 και 2 Ιανουαρίου, στο χωριό Ντάγκρι της περιοχής Ρατζούρι, σημειώθηκαν δύο επιθέσεις, μία με πυροβολισμούς και μία με έκρηξη IED, που προκάλεσαν επτά θύματα και 12 τραυματίες.
Στις 9 Νοεμβρίου 2024 στον σιδηροδρομικό σταθμό Κέτα στο Πακιστάν, σημειώθηκε βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας, με τουλάχιστον 32 νεκρούς και 55 τραυματίες. Η επίθεση αποδόθηκε στην Οργάνωση Απελευθέρωσης του Μπαλουχιστάν (BLA). Στις 15 Ιουλίου 2024, στο στρατόπεδο Μπάνου στο Πακιστάν, σημειώθηκε επίθεση από δέκα μαχητές της ομάδας Χαζίφ Γκουλ Μπαχαντούρ Πακιστανινών Ταλιμπάν, με αποτέλεσμα τον θάνατο οκτώ στρατιωτών και τον τραυματισμό 141 ατόμων. Τέλος, τον Απρίλιο του 2022,στην περιοχή Παχάλγκαμ του Κασμίρ, ένοπλοι τρομοκράτες επιτέθηκαν σε τουρίστες, προκαλώντας τον θάνατο 26 ατόμων. Η οργάνωση Δε Ρεζίστανς Φροντ (TRF) ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση αυτή.
Οι Ταλιμπάν επηρεάζουν με πολλούς τρόπους την καθημερινή ζωή στο Κασμίρ, καθιστώντας την περιοχή μια ζώνη συνεχούς φόβου και αβεβαιότητας. Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι επιθέσεις και οι απειλές έχουν οδηγήσει σε συχνές διακοπές λειτουργίας σχολείων, κλείσιμο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και περιορισμό της πρόσβασης των παιδιών, ιδίως των κοριτσιών, στη μάθηση. Στον τομέα της υγείας, οι συνεχείς επιθέσεις και η στρατιωτικοποίηση περιοχών δυσκολεύουν την πρόσβαση σε νοσοκομεία και κλινικές, καθυστερώντας τη φροντίδα ασθενών και προκαλώντας ελλείψεις σε βασικά ιατρικά αγαθά. Στην εργασία, η ανασφάλεια περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα, αποθαρρύνει επενδύσεις και εμπορικές δραστηριότητες και οδηγεί πολλούς κατοίκους να παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους ή να εγκαταλείπουν την περιοχή. Ιδιαίτερα, η καθημερινότητα των γυναικών πλήττεται σοβαρά καθώς περιορίζεται η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία και στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ η κίνηση σε δημόσιους χώρους γίνεται επικίνδυνη. Με αυτόν τον τρόπο, η παρουσία και η δράση των Ταλιμπάν μετατρέπουν την καθημερινή ζωή στο Κασμίρ σε μια διαρκή διαχείριση φόβου και περιορισμών, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύοντας την ανάπτυξη της περιοχής.
Φυσικά, το Πακιστάν υποθάλπτει οικονομικά και στρατιωτικά τους Ταλιμπάν που δρουν στο Κασμίρ, παρόλο που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη και παίζει κλεφτοπόλεμο. Σύμφωνα με την αναφορά του Χιούμαν Ράιτς Γουότς «Κράισις οφ Ιμπιούνιτι-Πάκιστανς σαπόρτ οφ δε Τάλιμπανς» (2001): «Η κυβέρνηση του Πακιστάν έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι παρέχει οποιαδήποτε στρατιωτική υποστήριξη στους Ταλιμπάν». Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο του Μπρούκιγκς Ινστιτούσιον με τίτλο «Πάκιστανς προμπλεμάτικ βίκτορι ιν Αφγκανιστάν» (2021): «Η διεύθυνση διακλαδικής υπηρεσίας Πληροφοριών του Πακιστάν (ISI) έχει υποστηρίξει τους Ταλιμπάν από την ίδρυσή τους στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Υπό έντονη πίεση τον Σεπτέμβριο του 2001, η ISI απομάκρυνε προσωρινά τους ειδικούς της και τη βοήθειά της, δημιουργώντας τον ίδιο πανικό και φυγή στους Ταλιμπάν που προκάλεσε η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν. Ωστόσο, η ISI γρήγορα ανανέωσε την υποστήριξή της και αυτή η βοήθεια συνεχίζεται μέχρι σήμερα.»
Πρέπει να εξεταστεί τώρα το αν και πώς συνδέεται το Πακιστάν με την κατάσταση στην Κύπρο καθώς παρέχει στήριξη στην Τουρκία. Το Πακιστάν έχει εκφράσει επανειλημμένα την υποστήριξή του στην Τουρκία όσον αφορά το Κυπριακό, αν και δεν έχει αναγνωρίσει πλήρως την ανεξαρτησία της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ). Ο Πακιστανός πρωθυπουργός, Σαχμπάζ Σαρίφ, δήλωσε τον Απρίλιο του 2025 ότι η χώρα του «στηρίζει πλήρως την υπόθεση του λαού της ΤΔΒΚ» και «στέκεται ακλόνητα στο πλευρό της Τουρκίας σε αυτό το θέμα». Αυτή η δήλωση επαναλήφθηκε και τον Φεβρουάριο του 2025, όταν ο Σαρίφ επισκέφθηκε την Άγκυρα και εξέφρασε την πλήρη υποστήριξη του Πακιστάν στην Τουρκία και την ΤΔΒΚ. Η υποστήριξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, η οποία περιλαμβάνει το εμπόριο, την ενέργεια, τη βιομηχανία άμυνας και την ασφάλεια. Οι δύο χώρες έχουν υπογράψει 24 συμφωνίες συνεργασίας για την ενίσχυση των διμερών τους σχέσεων.
Η σύγκριση Κύπρου – Κασμίρ δείχνει δύο διαφορετικές όψεις της διχοτόμησης: στην Κύπρο, οι πολιτικές πιέσεις της Τουρκίας περιορίζουν τη ζωή, αλλά η καθημερινότητα παραμένει ανεκτή. Στο Κασμίρ, η συνεχής απειλή από τους Ταλιμπάν και η υποστήριξή τους από το Πακιστάν καθιστούν τη ζωή επικίνδυνη, περιορίζουν εκπαίδευση, εργασία και ελευθερίες, και δημιουργούν ένα κλίμα φόβου. Οι διεθνείς συμμαχίες και τα στρατηγικά συμφέροντα, όπως η στήριξη του Πακιστάν στην Τουρκία για το Κυπριακό, δείχνουν ότι η πολιτική και η γεωπολιτική συχνά υπερβαίνουν το διεθνές δίκαιο, καθιστώντας την προστασία των αμάχων και η τήρηση κανόνων βασική προτεραιότητα για κάθε προσπάθεια ειρήνης.
* Η Δήμητρα Στάικου είναι νομικός και αρθρογράφος για τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή