Η κοινωνικοοικονομική διάσταση της διαβητικής παχυσαρκίας

Το παγκόσμιο κόστος υγείας για ενήλικες με Σακχαρώδη Διαβήτη προβλέπεται να προσεγγίσει τα 1,03 τρισ. δολάρια έως το 2030 και τα 1,05 τρισ. δολάρια έως το 2045,  

Η κοινωνικοοικονομική διάσταση της διαβητικής παχυσαρκίας

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υγεία ορίζεται ως κατάσταση σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, με την έννοια του όρου να εκτείνεται πέραν των ιατρικών παραγόντων, περιλαμβάνοντας ευρύ φάσμα κοινωνικοοικονομικών παραμέτρων (στέγαση, αγροτικό-αστικό περιβάλλον, κοινωνικοοικονομική διαστρωμάτωση, εκπαιδευτικό υπόβαθρο, επαγγελματική απασχόληση, έκθεση σε παράγοντες κινδύνου, κοινωνική συνοχή, οικονομική προστασία) που αλληλεπιδρώντας, συνδιαμορφώνουν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της υγείας, το επίπεδο της οποίας εκτιμάται με συγκεκριμένους δείκτες (θνησιμότητα, νοσηρότητα, προσδόκιμο ζωής, έτη υγιούς ζωής κτλ.) 

Ένα από τα παγκόσμια προβλήματα υγείας με υψηλό επιπολασμό είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ), (Diabetes Mellitus) με τον τύπο 2 (ΣΔΤ2) να αποτελεί τη συχνότερη μορφή του, ο οποίος συνδεόμενος με την Παχυσαρκία (Οbesity), πρωτεύοντα παράγοντα κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2, συνδιαμορφώνει την Διαβητική Παχυσαρκία (Diabesity). Η συνύπαρξη των δύο μεταβολικών καταστάσεων αυξάνει τις επιπλοκές και νοσηλείες, υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής, εκτινάσσει το κόστος για τα υγειονομικά συστήματα (ΥΣ), με επαγόμενες σοβαρές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Δεδομένου ότι η πλειονότητα των ασθενών με ΣΔ2 είναι υπέρβαροι είτε παχύσαρκοι (Δείκτης Μάζας Σώματος-ΔΜΣ ≥30 kg/m²), η απώλεια βάρους είναι πρωταρχικός στόχος μείωσης των μεταβολικών διαταραχών (βελτίωση κλινικών αποτελεσμάτων) και της οικονομικής επιβάρυνσης ασθενών και εθνικών ΥΣ (περιστολή δαπανών υγείας), αναδεικνύοντας την ανάγκη αλλαγών στα ισχύοντα συστήματα διαχείρισης ΣΔ και παχυσαρκίας, με ένταξη στις εθνικές πολιτικές υγείας νεότερων θεραπειών συνδυαστικής αντιμετώπισης των δύο νόσων (incretin mimetics), παρέχοντας κλινικά και οικονομικά οφέλη.

Η θεραπεία του ΣΔ και των επιπλοκών του αντιπροσωπεύει αυξανόμενη επιδημιολογική ανησυχία για τη δημόσια υγεία, με υψηλές παγκόσμιες δαπάνες υγείας, ωστόσο, εκτιμάται ότι το 33% των ατόμων με ΣΔ παραμένουν αδιάγνωστα και δίχως την κατάλληλη θεραπεία, ο ΣΔΤ2 επιφέρει ζημία σε πολλά όργανα (πχ. καρδιαγγειακό σύστημα, μάτια, νεφρά, νεύρα) Την τελευταία δεκαετία, ο ΣΔ αντιπροσώπευε κατά προσέγγιση το 14% των παγκόσμιων δαπανών υγείας, υπογραμμίζοντας τον οικονομικό αντίκτυπο στα ΥΣ, ενώ βάσει έκθεσης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Παχυσαρκίας (2020), το 13,6% των δαπανών υγείας στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέθηκε με υψηλά επίπεδα ΔΜΣ, προτεραιοποιώντας την ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης των δύο νόσων για εξοικονόμηση πολύτιμων πόρων για τα ΥΣ που αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, η αυξανόμενη ζήτηση για νέες και υψηλής ποιότητας τεχνολογίες υγείας, το αυξανόμενο κόστος φαρμάκων, η ανάγκη ισότιμης πρόσβασης  σε αυτά καθώς και η συνετή διαχείριση των περιορισμένων διαθεσίμων πόρων. 

Το παγκόσμιο κόστος υγείας για ενήλικες με ΣΔ προβλέπεται να προσεγγίσει τα 1,03 τρισ. δολάρια έως το 2030 και τα 1,05 τρισ. δολάρια έως το 2045, με το 90% αυτών των δαπανών να αποδίδεται στη διαχείριση του ΣΔΤ2 και των επιπλοκών του, με την εκτίμηση του συνολικού κόστους να περιλαμβάνει και την απώλεια-αξία διαφυγόντος εισοδήματος, μειωμένη παραγωγικότητα, απουσία από εργασία, πρόωρη συνταξιοδότηση, υποβάθμιση ποιότητας ζωής, νοσηρότητα, αναπηρία, μειωμένο προσδόκιμο ζωής και θνησιμότητα, ενώ μελέτες έδειξαν ότι το κόστος θεραπείας του ΣΔΤ2 επηρεάζεται από τα επίπεδα του διαθέσιμου εισοδήματος. Το ανωτέρω κόστος κλιμακώνεται περαιτέρω με την συχνά συνυπάρχουσα παχυσαρκία, επίσης παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας (άνω του 13% του παγκόσμιου ενήλικου πληθυσμού ζει με παχυσαρκία), το οποίο συνδέεται με πολυάριθμες συννοσηρότητες, αναπηρίες, ψυχολογικά προβλήματα, αυξημένες νοσηλείες, μειωμένο προσδόκιμο ζωής και τεράστια ασκούμενη πίεση στη βιωσιμότητα των ΥΣ.

Σε προσφάτως δημοσιευθείσα μελέτη [Mentis, I., Tzeravini, E., & Tentolouris, N. (2025). A comprehensive review of semaglutide in treating Type 2 diabetes and obesity. Global Health Economics and Sustainability, 3(3), 18], τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάσθηκαν στο 24ο Πανελλήνιο Διαβητολογικό Συνέδριο (18-21/3/2026), αναδείχθηκε η σύνδεση του ΣΔ2 και της παχυσαρκίας με την αύξηση του κόστους υγειονομικής περίθαλψης, σε συνάρτηση με τις κοινωνικοοικονομικές συνιστώσες του προβλήματος, αναδεικνύοντας τη σημασία των νέων θεραπευτικών επιλογών ΣΔ2 και παχυσαρκίας στη διατήρηση του γλυκαιμικού ελέγχου, τη μείωση βάρους και την μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση πολύτιμων πόρων, υπό συγκεκριμένους περιορισμούς που επηρεάζουν τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων πχ. ετερογένεια εθνικών ΥΣ, διακύμανση υπό μελέτη πληθυσμών, χρήση διαφορετικών νομισματικών μονάδων, διαφοροποίηση της αγοραστικής δύναμης, ΑΕΠ εθνικών οικονομιών, ροή (ισχυρή/αδύναμη) κεφαλαίων, διασυνοριακή χρηματοοικονομική δραστηριότητα, διεθνείς συναλλακτικοί παράγοντες. Με αναλύσεις κόστους-αποτελεσματικότητας τεκμηριώθηκε ότι οι νεότερες θεραπείες, παρά το υψηλότερο κόστος τους, παρέχουν μακροπρόθεσμα οφέλη, μειώνοντας επιπλοκές και νοσηλείες και προκρίνοντας τη συμπερίληψή τους στις εθνικές πολιτικές υγείας λόγω της δυνατότητας βελτιστοποίησης της δημόσιας υγείας και διασφάλισης της οικονομικής βιωσιμότητας των ΥΣ. Τα τελευταία κατηγοριοποιούνται στα χρηματοδοτούμενα από εθνικούς πόρους (πχ. φόροι), όσα ερείδονται στην κοινωνική ασφάλιση υγείας και τα ασφαλιστικά ταμεία και τα μικτά που συνδυάζουν δημόσια χρηματοδότηση και ιδιωτικές δαπάνες, όπως το ελληνικό ΥΣ, η χρηματοδότηση του οποίου προέρχεται από δημόσιους πόρους (δημόσιος προϋπολογισμός, ασφαλιστικές εισφορές) και ιδιωτικές πληρωμές, ευθυγραμμιζόμενο με το νοτιοευρωπαϊκό μοντέλο, όπου τα ΥΣ χρηματοδοτούνται μέσω εισφορών, η ασφάλιση είναι υποχρεωτική και οι υπηρεσίες υγείας παρέχονται δωρεάν, συνδυάζοντας στοιχεία του γερμανικού ασφαλιστικού μοντέλου (Bismarck), χρηματοδοτούμενο από την κοινωνική ασφάλιση με εισφορές εργαζομένων, με την αγγλοσαξονική προσέγγιση για καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη (Beveridge), χρηματοδοτούμενο από την κρατική φορολογία. 

Περαιτέρω, η θεραπευτική συμμόρφωση (adherence) με τη φαρμακευτική αγωγή (έναρξη-τήρηση της ιατρικώς συνιστώμενης, καθορίζουσα την επιτυχή έκβαση της θεραπείας) κρίνεται ως ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική διαχείριση του ΣΔΤ2 και της παχυσαρκίας. Παρά το γεγονός ότι ο στόχος είναι η διατήρηση γλυκαιμικού ελέγχου (επίτευξη ευγλυκαιμίας) και η μείωση του σωματικού βάρους, συχνά καταγράφεται χαμηλή θεραπευτική συμμόρφωση βάσει παραγόντων που σχετίζονται με τον ασθενή (ηλικία), την κλινική κατάστασή του (επιπλοκές), το ΥΣ (πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας), το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο (υψηλό κόστος φαρμακευτικής αγωγής) και το φάρμακο (ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών και το υψηλό κόστος φαρμακευτικής αγωγής εκτιμώνται ως οι πιο συχνές αιτίες χαμηλής θεραπευτικής συμμόρφωσης που οδηγούν σε αποτυχία της θεραπείας, αύξηση νοσηρότητας και καρδιαγγειακών κινδύνων, υψηλότερο κόστος υγειονομικής περίθαλψης και κινδύνου θνησιμότητας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς με ΣΔΤ2 διαβιούντων σε κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούσες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε νέες θεραπείες είναι συχνά περιορισμένη, παρά τον αυξημένο επιπολασμό ΣΔΤ2 σε αυτές τις περιοχές, όπου, συν τοις άλλοις, καταγράφεται και συχνά ανεπαρκής εκπαίδευση ιατρών πρωτοβάθμιας φροντίδας σε χρήση νέων θεραπειών. Συνεκδοχικά, αναδεικνύεται η ανάγκη διασφάλισης της διαθεσιμότητας οικονομικά προσιτών φαρμάκων, στελέχωσης της περιφέρειας της ελληνικής επικράτειας με καταρτισμένο υγειονομικό προσωπικό και εφαρμογής μηχανισμών άρσης των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων.

Οι χώρες με ΥΣ καθολικής αποζημίωσης παρέχουν ευχερέστερη πρόσβαση σε νέες θεραπείες από πληθυσμούς με χαμηλότερο εκπαιδευτικό και κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο (όπου διαπιστώνεται υψηλότερος επιπολασμός ΣΔΤ2 και παχυσαρκίας), διατρεφόμενοι με υποβαθμισμένη ποιότητα διαιτολογίου (αυξημένη κατανάλωση ανθυγιεινών τροφίμων, πλούσιων σε ζάχαρη, δεδομένου ότι οι επεξεργασμένες επιλογές είναι συχνά πιο προσιτές οικονομικά) και με μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκοι με την χαμηλότερης θρεπτικής αξίας διατροφή να αποδίδεται στο χαμηλό εισόδημα (εισοδηματική ένδεια). Παράλληλα, αυτοί οι πληθυσμοί αντιμετωπίζουν εμπόδια πρόσβασης σε υγειονομικές υπηρεσίες (το μεγαλύτερο μέρος του ιατρικού δυναμικού δραστηριοποιείται επαγγελματικά στα μεγάλα αστικά κέντρα), περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη και υψηλότερο κόστος καινοτόμων θεραπειών, μεταφραζόμενο σε περιορισμένη λήψη τους, με την διαθεσιμότητα των οποίων στις ανωτέρω γεωγραφικές περιοχές να περιστέλλεται περαιτέρω από την ανακατεύθυνση τμήματός τους σε πιο εύπορους πληθυσμούς. 
Συνεπικουρώντας την υλοποίηση προγραμμάτων προληπτικών εξετάσεων (χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας) στο πλαίσιο εθνικού προγράμματος πρόληψης-αντιμετώπισης καρδιαγγειακού κινδύνου, με δωρεάν προληπτικές εξετάσεις και παροχή καινοτόμων φαρμάκων υψηλού κόστους για αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ενηλίκων και δεδομένου ότι η χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (γεγονός που υποδηλώνει ανεπαρκή έλεγχο ΣΔ) και οι εισοδηματικές διαφορές επηρεάζουν την θεραπευτική συμμόρφωση στην ιατρικώς συστηθείσα φαρμακευτική αγωγή, αναδεικνύεται η επείγουσα ανάγκη εξάλειψης των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, σε σύζευξη με τη χρήση της Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας που συμβάλλει σε τεκμηριωμένες αποφάσεις (μέσω συνεκτίμησης κόστους-οφέλους, βελτιστοποίησης κατανομής του κόστους και ενσωματώνοντας πρόσθετες παραμέτρους αξίας), στην ορθολογική κατανομή πόρων και στην προάσπιση της κοινωνικής δικαιοσύνης (με βελτίωση της πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες, μεγιστοποιώντας το όφελος για την δημόσια υγεία και διασφαλίζοντας ευθυγράμμιση με τους εθνικούς οικονομικούς στόχους).
Συμπληρωματικά με τα ανωτέρω, προκρίνεται η εφαρμογή δέσμης μέτρων, κατ’αναλογία των δράσεων με ενωσϊακή προστιθέμενη αξία προς επίτευξη της ευημερίας των ευρωπαίων πολιτών (άρ.9&168 ΣΛΕΕ-άρ.35 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Συγκεκριμένα, υποδεικνύεται η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών υγείας με αναδιάταξη του ιατρικού δυναμικού πρωτοβάθμιας περίθαλψης καταρτισμένου για εφαρμογή νέων θεραπειών και τη γεωγραφική ανακατανομή του βάσει πληθυσμιακών αναγκών ασθενών με ΣΔΤ2 και παχυσαρκία για διασφάλιση της καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού της ημεδαπής, η μείωση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων για διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες με συγκράτηση του κόστους για υποεξυπηρετούμενους οικονομικά ευάλωτους πληθυσμούς μέσω δημοσιονομικού μηχανισμού κοινωνικής στόχευσης (πχ. μεταφορές εισοδήματος σε οικονομικά ασθενέστερα πληθυσμιακά τμήματα) και προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας για μείωση της έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου, προάγοντας την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη, η καταπολέμηση της ένδειας και του κοινωνικού αποκλεισμού με παρακολούθηση των καταστροφικών δαπανών υγείας (ιδιωτικές υγειονομικές δαπάνες που υπερβαίνουν συγκεκριμένο ποσοστό του εισοδήματος των νοικοκυριών διακυβεύοντας τη βιωσιμότητά τους), η εκπόνηση εμπροσθοβαρούς διαδικασίας μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο μακροπρόθεσμης προοπτικής της εθνικής πολιτικής υγείας με σχεδιασμό θεραπειών βάσει προστιθέμενης θεραπευτικής αξίας-κλινικού οφέλους και αξιολόγησης της επίδρασής τους στη βιωσιμότητα των ΥΣ, η ενθάρρυνση χρήσης ποιοτικών γενοσήμων και η ενίσχυση των συμμετοχικών μηχανισμών με εξασφάλιση της συναπόφασης των ασθενών στην επιλογή των θεραπευτικών επιλογών.

* Ο Ισίδωρος Μέντης είναι Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ (isidorosm@gmail.com)
 

9 0 Bookmark