Η φοιτητική στέγη στην Ελλάδα δεν είναι απλά ένα ζήτημα προσφοράς και ζήτησης κατοικίας. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο αντανακλά τις βαθιές πολιτισμικές μεταβολές που συντελέσθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία και στην οικονομία. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνικά διαβρωμένης ταυτότητας του λαού μας από τα διακυβεύματα της παγκοσμιοποίησης και της μετανεωτερικότητας.
Κάθε Σεπτέμβριο, χιλιάδες νέοι φοιτητές αναζητούν στέγη στην πόλη που βρίσκεται η σχολή που επέλεξαν να σπουδάσουν. Η πρωταρχική αυτή ανάγκη έχει, ωστόσο, εξελιχθεί σε δύσκολη εξίσωση για τις οικογένειες των περισσότερων από αυτούς. Τα υψηλά ενοίκια που ζητούνται από τους ιδιοκτήτες είναι απροκάλυπτα αναντίστοιχα με τους σημερινούς μισθούς και τη σημερινή οικονομική πραγματικότητα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα πολλοί φοιτητές να μην μπορούν να σπουδάσουν σε σχολή που βρίσκεται μακριά από τον τόπο κατοικίας της οικογένειάς τους.
Η υψηλή ζήτηση κατοικίας από φοιτητές, η εκθετική ανάπτυξη του θεσμού της βραχυχρόνιας μίσθωσης, η διαχρονική έλλειψη κρατικής πολιτικής για δημιουργία ικανού αριθμού φοιτητικών εστιών στις φοιτητουπόλεις έχουν μετατρέψει τους ιδιοκτήτες ακινήτων σε αυτές σε κυνικούς εκμεταλλευτές των φοιτητών που αναζητούν στέγη, απαιτώντας υπέρογκα ενοίκια. Στις πανεπιστημιουπόλεις δε των νησιών, οι ιδιοκτήτες ενοικιάζουν τα ακίνητα σε φοιτητές και εκπαιδευτικούς με τον όρο εκκένωσής τους κατά τους θερινούς μήνες, προκειμένου να τα νοικιάσουν σε τουρίστες. Την κυνικότητα των ιδιοκτητών ακινήτων των νησιών τη βιώνουν επίσης και οι χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι (εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, νοσηλευτές, κ.ά.), οι οποίοι καλούνται να καταβάλλουν για ενοίκιο ποσό μεγαλύτερο από το 50% του μισθού τους. Οι ίδιοι αυτοί ιδιοκτήτες, τον χειμώνα, προστρέχουν από κανάλι σε κανάλι, καταγγέλλοντας το κράτος για έλλειψη ιατρών, νοσηλευτών, εκπαιδευτικών και αστυνομικών στο νησί τους.
Η συμπεριφορά αυτή δείχνει έλλειψη ενσυναίσθησης, φρόνησης, φιλότιμου και επαγγελματισμού. Η μαγική λέξη «φιλότιμο» που διαχρονικά συνέβαλε καθοριστικά στη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας έχει χάσει την αξία της. Σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου δεν εμφανίζεται αυτή η ταπεινωτική για τον ενοικιαστή συμπεριφορά. Η στέγη δεν είναι μόνο πρωταρχική ανάγκη. Είναι το λίκνο που προσφέρει ψυχολογική σιγουριά και ασφάλεια, που επηρεάζει την ψυχική υγεία, που ενισχύει την κοινωνικοποίηση του ατόμου και που συμβάλλει καθοριστικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Η προβληματική εξασφάλισή της πλήττει την ατομική και κοινωνική ελευθερία και αυτονομία του ατόμου, την ιδιωτικότητά του και την κοινωνικοποίησή του και οδηγεί σε κοινωνική αποστασιοποίηση. Στους σπουδαστές, μάλιστα, προκαλεί αβεβαιότητα και άγχος που οδηγεί σε μειωμένη απόδοση.
Για την ευδοκίμηση αυτού του καθεστώτος, εκτός από τα αίτια που προαναφέρθηκαν είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη και η μετάλλαξη της ατομικής και συλλογικής κοινωνικής μας συμπεριφοράς. Παλιότερα, η συγκατοίκηση φοιτητών ήταν αυτονόητη, κοινή πρακτική. Η γενιά των Baby Boomers, που σπούδασε τη δεκαετία του ’70, την τίμησε δεόντως. Οι φοιτητές μοιράζονταν σπίτια, έξοδα και εμπειρίες και δημιουργούσαν εύκολα φιλικούς δεσμούς. Σήμερα, ο θεσμός της συγκατοίκησης φοιτητών έχει εξοβελιστεί και έχει αποκτήσει ιστορικά χαρακτηριστικά. Η μοναχική διαβίωση, η ατομικότητα, η ιδιωτικότητα και η κοινωνική αποστασιοποίηση είναι βασικές συνισταμένες της ζωής των νέων. Η καχυποψία για τον διπλανό τους κατέχει κυρίαρχη θέση στη ζωή τους. Εν μέρει, οι νέοι έχουν δίκαιο αν σκεφθεί κανείς ότι καθημερινά αποκαλύπτονται βίαιες και αντικοινωνικές συμπεριφορές νέων ανθρώπων που δηλώνουν την ύπαρξη σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων και χρήζουν ψυχανάλυσης. Σχολικός εκφοβισμός, διαδικτυακός διασυρμός, απρόκλητα βίαιες συμπεριφορές εφήβων προς συνομηλίκους τους, γυναικοκτονίες και συζυγικές βιαιοπραγίες είναι οι μάστιγες της εποχής μας. Αυτά είναι που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των νέων, ενισχύουν την καχυποψία και τον φόβο και τους οδηγούν στην ατομική αυτονομία, στην ιδιωτικότητα και στην κοινωνική απομόνωση.
Σε πολλές χώρες του εξωτερικού η κοινοβιακή συμβίωση και η συγκατοίκηση όχι μόνο φοιτητών αποτελεί μέρος της κουλτούρας των λαών. Στη Γερμανία η κουλτούρα συγκατοίκησης σε κοινότητες συγκατοίκων, τις λεγόμενες Wohngemeinschaften, είναι ισχυρή, ενώ στην Αγγλία οι περισσότεροι ξένοι φοιτητές συγκατοικούν με άλλους.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος της φοιτητικής στέγης στην Ελλάδα απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό και συντονισμένη δράση σε πολλά επίπεδα. Η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει περισσότερες φοιτητικές εστίες, να επιδοτήσει το ενοίκιο των φοιτητών με αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια, να περιορίσει την αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης στις φοιτητουπόλεις, να αξιοποιήσει τα κλειστά ακίνητα του Δημοσίου και των οργανισμών του για φοιτητική στέγη και να νομοθετήσει δικαίωμα προτίμησης για τους φοιτητές και ανώτατο όριο ενοικίου που δεν θα ξεπερνά το 30% του εισοδήματος των γονέων του. Οι Δήμοι θα πρέπει επίσης να κινηθούν και αυτοί προς την κατεύθυνση αξιοποίησης των αχρησιμοποίητων ακινήτων για στέγαση φοιτητών. Τα πανεπιστήμια, τέλος, οφείλουν να δημιουργήσουν κοινότητες και πλατφόρμες που θα υποστηρίζουν την εύρεση στέγης στους φοιτητές τους και θα διασφαλίζουν την ασφαλή συγκατοίκησή τους.
Ωστόσο, ενδέχεται να αποδειχθεί ότι όλα αυτά να μην είναι αρκετά για να αντιμετωπιστεί ολιστικά το πρόβλημα, αν δεν ενισχυθεί και πάλι ο θεσμός της συγκατοίκησης και η νοοτροπία της κοινοβιακής ζωής. Πρόκειται για δύσκολο κοινωνικό εγχείρημα που στις μέρες μας δεν φαίνεται να έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, επειδή η διαδικασία μετάλλαξης των κοινωνικών συνηθειών, συμπεριφορών και νοοτροπιών είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα. Φαίνεται πως και στην περίπτωση αυτή τη λύση θα τη δώσει η αγορά, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα που δεν ευδοκιμεί ο στρατηγικός σχεδιασμός και ο προγραμματισμός. Τι θα κάνουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων στις φοιτητουπόλεις των νησιών και της επαρχίας και τα ίδια τα περιφερειακά πανεπιστήμια, όταν δουν να συρρικνώνεται ο φοιτητικός πληθυσμός, ο οποίος θα προτιμά να σπουδάσει σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο στον τόπο διαμονής της οικογένειάς του και όχι σε ένα κρατικό επαρχιακό, επειδή η τελευταία δεν έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του παιδιού της στην επαρχία; Θα περιμένουν, προφανώς, τους τουρίστες του καλοκαιριού και τους υπόλοιπους μήνες θα τα κρατούν κλειστά. Σε αυτή τη χώρα, τα όρια του ορθολογισμού, του ηθικού μέτρου, της σωφροσύνης, της αλαζονείας και της εκμετάλλευσης είναι συγκεχυμένα, γι’ αυτό σχεδόν πάντα την ύβρι διαδέχεται η νέμεση.
* Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτωρ του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Πως να αναδείξεις τον τόπο σου» κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ.