Ο τρόπος που διεξήχθη ο δημόσιος διάλογος για τον νέο εργασιακό νόμο, το διαβόητο 13ωρο, μου έφερνε συνέχεια στο μυαλό μια διδακτική ιστορία στον τομέα της διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού.
Πρόκειται για έναν απελπισμένο εργοδότη που δεν μπορεί να βρει κατάλληλο προσωπικό για την επιχείρησή του και παραπονιέται στον ειδικό σύμβουλο που απευθύνθηκε για καθοδήγηση.
-Κανείς εργαζόμενος δεν νοιάζεται. Αν δεν προσέχω εγώ κάθε τους κίνηση, δεν κάνουν τίποτα. Τους αντικαθιστώ, αλλά οι καινούριοι είναι ακόμα χειρότεροι. Αναξιόπιστοι και φυγόπονοι.
- Θα μιλούσατε έτσι για τους πελάτες σας;
- Όχι φυσικά.
-Γιατί;
-Γιατί οι πελάτες έρχονται εθελοντικά και θέλω να τους προσελκύσω
-Και οι εργαζόμενοι όμως εθελοντικά προσφέρουν την πραγματική τους παραγωγικότητα. Από υποχρέωση κάνουν απλά τα απαραίτητα, ίσα-ίσα για να μην απολυθούν, όσο ψάχνουν για άλλη δουλειά.
Ο εργοδότης πράγματι είναι σε θέση ισχύος και οι εργαζόμενοι πράγματι χρειάζονται την προστασία του νόμου. Όπως όμως είναι αποτυχία για έναν εργοδότη να μην μπορεί να ασκεί διοίκηση παρά μόνο υπενθυμίζοντας την θέση ισχύος του, έτσι και ο δημόσιος διάλογος και η παραγωγή πολιτικής αποτυγχάνουν, όταν αντιμετωπίζουν τις εργασιακές σχέσεις αποκλειστικά και μόνο από αυτό το πρίσμα, ισοπεδώνοντας την περιπλοκότητά τους στην πραγματική ζωή.
Το πρόβλημα που προσπαθεί ανεπιτυχώς να λύσει η κυβέρνηση με την εργασιακή μεταρρύθμιση που έχει ξεκινήσει από το 2021, είναι ότι με τις οριζόντιες τυπολατρικές διατάξεις με ποινή πολλών χιλιάδων ευρώ στην παραμικρή απόκλιση, δεν αντιμετωπίζονται πραγματικές συνθήκες. Π.χ. γίνεται χρήση καινούριου μηχανήματος σε μια γραμμή παραγωγής: ο εργοδηγός είναι σε ετοιμότητα 16 ώρες, να αντιμετωπίσει τυχόν προβλήματα. Δεν πάει να προβλέπει η νομοθεσία ό,τι θέλει; Αν δεν είναι εκεί τις πρώτες στιγμές λειτουργίας, οι ώρες που θα χάσει μετά αν τυχόν αστοχίες δεν αντιμετωπιστούν επί τόπου, θα είναι πολύ περισσότερες. Το υψηλό πρόστιμο απλά ενσωματώνεται στη διαδικασία ως αναπόφευκτο κόστος.
Σε ένα κατάστημα υπάρχει διαρροή και καλούνται αιφνιδιαστικά οι υπάλληλοι να σώσουν τα εμπορεύματα από ολική καταστροφή. Αν η επιθεώρηση εργασίας επιβάλλει τα πρόστιμα που προβλέπονται από τον νόμο, θα ήταν προτιμότερο για τον εργοδότη να μην προσπαθούσε καν να σώσει τα εμπορεύματα.
Και στα δύο παραδείγματα, κανείς άνθρωπος με κοινή λογική και καλή πίστη δεν θα έβαζε πρόστιμο στον εργοδότη. Φοβόμαστε όμως ότι αν αφήσουμε την ελεγκτική αρχή να κρίνει μια κατάσταση με κοινή λογική, θα καταχραστεί αυτή τη δυνατότητα. Οπότε αποκλείουμε την κοινή λογική από τη νομοθεσία μας. Ακολούθως την αποκλείουμε και από τον δημόσιο διάλογο, άρα και από την πολιτική πραγματικότητα.
Ο εργασιακός κώδικας κάνει μια απόπειρα να λύσει αυτό το πρόβλημα, με τη διαβόητη πλέον αυτή διάταξη για τις έκτακτες συνθήκες και την καλή πίστη. Είναι βέβαια λειψή, γιατί την εντάσσει μέσα στα στενά όρια του νόμου. Σε πραγματική έκτακτη συνθήκη, γιατί να υπάρχει όριο 13 ωρών; Επίσης, όταν το 13ωρο γίνεται οριζοντίως δεκτό, που είναι η έκτακτη συνθήκη; Τέλος, λείπει παντελώς η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από την ελεγκτική αρχή, αλλά και η πλαισίωση της δυνατότητας επιπλέον ημερήσιας απασχόλησης με το αναγκαίο διάλειμμα και την απαιτούμενη ανάπαυση πριν την ανάληψη της νέας βάρδιας. Από την άλλη, η κριτική που ασκήθηκε στη διάταξη αυτή, πάει στο άλλο άκρο. Ενώ είναι απολύτως σαφές ότι η υπερωρία δεν είναι διευθυντικό δικαίωμα, παρουσιάζεται η διάταξη για τις έκτακτες συνθήκες και την καλή πίστη ως δήθεν αναίρεση της νομικής δυνατότητας του εργαζόμενου να αρνηθεί την υπερωρία. Προσοχή: δεν λέω ότι είναι εύκολο να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο πραγματικός λόγος μιας απόλυσης είναι όντως η άρνηση υπερωρίας. Μιλάω για την ερμηνεία ότι δήθεν νομοθετικά δεν είναι αποδεκτή η άρνηση.
Λογική πλέον υπάρχει μόνο στις κατ΄ιδίαν συζητήσεις. Ο δημόσιος διάλογος κυριαρχείται από έτοιμα ιδεολογήματα που έχουν καταντήσει απολύτως προβλέψιμα και βαρετά. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια να αναλυθούν τα προβλήματα ως έχουν, να αναζητηθούν λύσεις και τρόποι ορθής εφαρμογής τους. Γι΄αυτό και πλέον ο δημόσιος διάλογος δεν συγκινεί κανένα. Αν δεν βρούμε διαφυγή από αυτό το τέλμα, η λύση για να αντιμετωπιστούν οι νόμοι που δεν έχουν κανένα έρεισμα στην πραγματική ζωή, θα αναζητηθεί στον αυταρχισμό, στη φίμωση κάθε αντίρρησης.
Το να συζητάμε για τα προβλήματα ως έχουν, χωρίς να βγάζουμε συνεχώς έτοιμες λύσεις από το τσεπάκι κόβοντας κάθε συζήτηση ως επικίνδυνη, είναι αναγκαία συνθήκη για να δημιουργήσουμε ένα στιβαρό κράτος, φιλικό προς τον πολίτη.
* Ο Αγαμέμνων Σταυρόπουλος είναι Οικονομολόγος - Φοροτεχνικός