ΚΑΙΡΟΣ

Νέα αποκάλυψη: Τραπεζίτης της Bank of America διατηρούσε επαφές με τον Έπσταϊν μέχρι τη σύλληψή του

Νέα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι τραπεζίτης της Bank of America διατηρούσε επαφές με τον Τζέφρι Έπσταϊν μέχρι τη σύλληψή του το 2019

Αποκαλύψεις για τις στενές σχέσεις του Τζέφρι Έπσταϊν με κορυφαίους τραπεζικούς κύκλους φέρνουν στο φως έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, δείχνοντας ότι τραπεζίτες της JPMorgan, της Deutsche Bank και αργότερα της Bank of America συνέχισαν να διατηρούν επαφές με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματιστή ακόμη και μετά τη δημόσια κατακραυγή και τις ποινικές υποθέσεις εις βάρος του.

Ο τραπεζίτης Πολ Β. Μόρις συνέχισε να διατηρεί επαγγελματικές επαφές με τον Τζέφρι Έπσταϊν ακόμη και μετά τη μετακίνησή του από τη JPMorgan και την Deutsche Bank στη Merrill Lynch της Bank of America, σύμφωνα με έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης.

Όπως αναφέρει το Bloomberg, το 2017, λιγότερο από έναν χρόνο αφότου εντάχθηκε στην Bank of America, ο Μόρις επικοινώνησε με τον Έπσταϊν αναζητώντας πιθανούς πελάτες από το δίκτυό του για δανεισμό που αφορούσε γιοτ ή έργα τέχνης.

«Γεια, ελπίζω να είστε καλά. Θα βρίσκεται ο JE εδώ αυτόν τον μήνα;», έγραφε ο Μόρις σε μήνυμα προς τη βοηθό του Έπσταϊν σε email με ημερομηνία 18 Ιουλίου 2018. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ίδια είχε συντονίσει τηλεφωνική επικοινωνία του Μόρις με τον Τόμι Μοτόλα, πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Sony Music Entertainment.

Τα emails που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Δικαιοσύνης και περιλαμβάνουν πολυετή αλληλογραφία μεταξύ του Μόρις και του Έπσταϊν, αποκαλύπτουν ότι, ακόμη και μετά τη συμφωνία της Bank of America να καταβάλει 72,5 εκατομμύρια δολάρια νωρίτερα φέτος για τον συμβιβασμό αγωγής που κατατέθηκε εκ μέρους θυμάτων του καταδικασμένου χρηματιστή, τουλάχιστον μία σύνδεση με τον κύκλο του φαίνεται να παραμένει.

Ο Μόρις ήταν μέλος της ομάδας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου που διαχειριζόταν την περιουσία του Έπσταϊν σε δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου. Η συνέχιση της σχέσης του με τον Έπσταϊν δείχνει πόσο επικερδές θεωρούνταν το δίκτυο γνωριμιών του χρηματιστή από στελέχη του τραπεζικού χώρου, αλλά και πώς, ακόμη και αφού οι τράπεζες διέκοψαν επίσημα τη συνεργασία τους με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα, ο συγκεκριμένος τραπεζίτης επέλεξε να διατηρήσει προσωπικά επαγγελματικούς δεσμούς μαζί του.

Αν και ο Μόρις δεν κατείχε ανώτερη εκτελεστική θέση με ευρεία επιρροή, όπως ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Barclays, Τζες Στέιλι, η σχέση του με τον Έπσταϊν διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία και προσφέρει μια εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο δύο μεγάλες τράπεζες διαχειρίστηκαν τα προειδοποιητικά σημάδια γύρω από τους λογαριασμούς του, σημειώνει το Bloomberg.

Το 2008, ο Έπσταϊν δήλωσε ένοχος στη Φλόριντα για υπόθεση προαγωγής ανηλίκων στην πορνεία, ενώ το 2019 συνελήφθη με ομοσπονδιακές κατηγορίες για sex trafficking και πέθανε, σύμφωνα με τις αρχές, από αυτοκτονία ενώ βρισκόταν υπό κράτηση.

Η Bank of America κατηγορήθηκε από θύματα του Έπσταϊν ότι συνέβαλε στο κύκλωμα sex trafficking παρέχοντας τραπεζικούς λογαριασμούς σε συνεργάτες του, κάτι που οδήγησε στον εξωδικαστικό συμβιβασμό που επιτεύχθηκε τον Μάρτιο.

Η τράπεζα, χωρίς να παραδεχθεί οποιαδήποτε παρανομία, είχε δηλώσει τότε ότι «δεν διευκόλυνε εγκλήματα sex trafficking».

Ο Μόρις δεν κατονομάστηκε ως εναγόμενος στις αγωγές κατά της Bank of America, της JPMorgan ή της Deutsche Bank, ούτε έχει κατηγορηθεί για κάποιο έγκλημα. Ωστόσο, το 2023 κατέθεσε ενόρκως σχετικά με τη σχέση του με τον Έπσταϊν, όπως είχε μεταδώσει τότε το Bloomberg News.

Τα έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης προσφέρουν μια σπάνια ματιά στις πιέσεις και τις πρακτικές του κλειστού κόσμου της διαχείρισης pol;y πλούσιων πελατών, όπου δραστηριοποιείται ο Μόρις εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Οι μεγάλοι πελάτες, ιδίως όσοι διαθέτουν εκτεταμένο δίκτυο γνωριμιών και μπορούν να φέρουν νέες συστάσεις, θεωρούνται πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία για τις τράπεζες.

Ο Έπσταϊν διέθετε ακριβώς τέτοιου είδους διασυνδέσεις, μεταξύ άλλων με τον δισεκατομμυριούχο της private equity Λίον Μπλακ. Σύμφωνα με τα έγγραφα, ο Μόρις στάθμιζε τους κινδύνους της συνεργασίας με τον Έπσταϊν απέναντι στις επιχειρηματικές ευκαιρίες που μπορούσε να προσφέρει το δίκτυό του. Τελικά, επί χρόνια επέλεξε να διατηρήσει ενεργή τη σχέση μαζί του, ανταλλάσσοντας επενδυτικές συζητήσεις, φιλικά μηνύματα και ακόμη και δώρα προς τον Έπσταϊν και το προσωπικό του.

Η αλληλογραφία φαίνεται να διακόπτεται ουσιαστικά μόνο το 2019, χρονιά κατά την οποία ο Έπσταϊν συνελήφθη στη Νέα Υόρκη.

Εκπρόσωποι της Bank of America και της JPMorgan αρνήθηκαν να σχολιάσουν, ενώ ο Μόρις δεν απάντησε σε αίτημα για δήλωση.

«Αναγνωρίζουμε το λάθος μας που εντάξαμε τον Έπσταϊν ως πελάτη το 2013 και τις αδυναμίες στις διαδικασίες μας. Έχουμε διδαχθεί από τα λάθη και τις παραλείψεις μας», ανέφερε σε γραπτή δήλωση ο εκπρόσωπος της Deutsche Bank, Ντίλαν Ριντλ, προσθέτοντας ότι η τράπεζα συνεργάστηκε με τις αρχές και αναθεώρησε τους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου. «Έχουμε επανειλημμένα δηλώσει ότι μετανιώνουμε βαθιά για τη σχέση μας με τον Έπσταϊν», σημείωσε.

Ο ίδιος ο Έπσταϊν εμφανιζόταν αρχικά επιφυλακτικός όταν ο Μόρις ανέλαβε τον λογαριασμό του στη JPMorgan. «Ο Πολ Μόρις φαίνεται καλός, αλλά όχι ιδιαίτερα έμπειρος. Είναι πράγματι το κατάλληλο πρόσωπο για να με αναλάβει;» έγραφε σε email του Απριλίου 2010 προς τον Τζες Στέιλι, τότε επικεφαλής της επενδυτικής τράπεζας της JPMorgan.

Ο Μόρις ήταν τότε σχετικά νέος στην τράπεζα, έχοντας προσληφθεί μόλις την προηγούμενη χρονιά. Σύντομα ανέλαβε πλήρως τις υποθέσεις του Έπσταϊν, παρέχοντάς του υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, αντίστοιχες με εκείνες που προσφέρονται στους πλουσιότερους πελάτες των μεγαλύτερων τραπεζών των ΗΠΑ. Δεν άργησε μάλιστα να ανταλλάσσει τακτικά μαζί του μηνύματα σχετικά με επενδύσεις.

Όταν ο Έπσταϊν έδειξε ενδιαφέρον για μια εταιρεία στη Νορβηγία, επικοινώνησε με τον Μόρις ζητώντας λεπτομέρειες και προσθέτοντας: «Ίσως θελήσω να κάνω κίνηση για αυτήν». Το 2012, ο Μόρις ενημέρωσε τον Έπσταϊν ότι είχε συζητήσει με συναδέλφους του επενδυτικά σχήματα για αγορές έργων τέχνης και ήθελε να τον ενημερώσει αναλυτικά.

Ο Έπσταϊν είχε χαρακτηριστεί πελάτης υψηλού κινδύνου και η JPMorgan διέκοψε τελικά τη συνεργασία μαζί του το 2013. Σύμφωνα με μεταγενέστερη ομαδική αγωγή θυμάτων του Έπσταϊν κατά της Deutsche Bank, ο Μόρις γνώριζε ήδη από την περίοδο της JPMorgan τις εμπλοκές του Έπσταϊν σε υποθέσεις sex trafficking.

Η αποχώρηση του Μόρις από την JPMorgan συνέπεσε περίπου με εκείνη την περίοδο, δίνοντάς του τη δυνατότητα να προσφέρει στον Έπσταϊν, που μόλις είχε απορριφθεί από τη μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα, πρόσβαση στη νέα του εργοδοσία, την Deutsche Bank. Ο Μόρις εντάχθηκε στο γραφείο της γερμανικής τράπεζας στη Νέα Υόρκη στα τέλη του 2012, εν μέσω της προσπάθειάς της να προσελκύσει πελάτες με μεγάλη περιουσία.

Σύμφωνα με την αγωγή, νεότερο στέλεχος της τράπεζας ετοίμασε ενημερωτικό σημείωμα για την ένταξη του Έπσταϊν ως πελάτη, το οποίο ο Μόρις θα προωθούσε στους ανώτερους αξιωματούχους της μονάδας wealth management, Τσαρλς Πάκαρντ και Πάτρικ Χάρις.

Ο Μόρις φέρεται να σημείωνε προς συναδέλφους του ότι η προσθήκη του Έπσταϊν ως πελάτη θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικερδής για την Deutsche Bank, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να φέρει κεφάλαια ύψους 100 έως 300 εκατ. δολαρίων με την πάροδο του χρόνου ή και περισσότερα, αποφέροντας ενδεχομένως έσοδα 2 έως 4 εκατ. δολαρίων ετησίως.

Το ενημερωτικό σημείωμα περιλάμβανε πάντως και πληροφορίες για τη συμφωνία ομολογίας ενοχής του Έπσταϊν και την ποινή φυλάκισής του για προαγωγή ανηλίκων στην πορνεία.

Όταν ο Έπσταϊν ξεκίνησε τη μεταφορά κεφαλαίων στη Deutsche Bank τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Μόρις δέχθηκε συγχαρητήρια για την επιτυχία. «Υπέροχα νέα! Συγχαρητήρια Πολ», έγραψε ο Πάκαρντ σε email προς συναδέλφους του.

Τα στελέχη της Deutsche Bank προσπαθούσαν εκείνη την περίοδο να προσελκύσουν πελάτες με μεγάλη περιουσία. Σε email του 2013, ο τραπεζίτης Πολ Μόρις παρουσίαζε τον Έπσταϊν ως ιδιαίτερα πολύτιμο πελάτη για την τράπεζα, περιγράφοντάς τον ως δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία με ισχυρές διασυνδέσεις στη Wall Street, μεγάλη επενδυτική εμπειρία και εκτεταμένο δίκτυο γνωριμιών που θα μπορούσε να φέρει νέες δουλειές στην Deutsche Bank.

Πρώην εργαζόμενος της ίδιας μονάδας θυμήθηκε ότι κυκλοφορούσε εσωτερικό έγγραφο προς όλες τις τραπεζικές ομάδες, το οποίο παρουσίαζε ποιοι είχαν κλείσει τις περισσότερες δουλειές, σύμφωνα με συνέντευξη στο FBI που περιλαμβάνεται στα έγγραφα του υπουργείου Δικαιοσύνης -αν και οι λεπτομέρειες δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα. Ο ίδιος ανέφερε ότι εκείνη την περίοδο ο Έπσταϊν ήταν «ο μοναδικός πελάτης» του Μόρις, ο οποίος ωστόσο επιδίωκε γνωριμία με τον δισεκατομμυριούχο Λίον Μπλακ.

Το δίκτυο γνωριμιών του Έπσταϊν του εξασφάλισε μάλιστα έναν ασυνήθιστο χαρακτηρισμό εντός της Deutsche Bank. Συνήθως οι τράπεζες χαρακτηρίζουν υψηλόβαθμους πολιτικούς ή κρατικούς αξιωματούχους ως «πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα» (PEP). Ο Έπσταϊν, του οποίου το δίκτυο περιλάμβανε τον πρίγκιπα Άντριου και τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, χαρακτηρίστηκε από την Deutsche Bank ως «επίτιμο PEP» και πελάτης «υψηλού κινδύνου», σύμφωνα με την αγωγή. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί σήμαιναν ότι θα έπρεπε να υπόκειται σε ενισχυμένη παρακολούθηση συναλλαγών.

Μέχρι το 2015, οι ανησυχίες για τη συνέχιση της συνεργασίας με τον Έπσταϊν είχαν ενταθεί σημαντικά. Στελέχη εσωτερικού ελέγχου της τράπεζας ανησυχούσαν για τις μεγάλες αναλήψεις μετρητών και τις πληρωμές προς ρωσικούς λογαριασμούς, που προκαλούσαν υποψίες για sex trafficking και εξαναγκαστική σεξουαλική εκμετάλλευση, σύμφωνα με τα έγγραφα.

Δύο στελέχη στάλθηκαν τότε να συζητήσουν προσωπικά τα ζητήματα αυτά με τον Έπσταϊν, σύμφωνα με την αγωγή κατά της Deutsche Bank: ο Τσαρλς Πάκαρντ και ο Πολ Μόρις.

Οι δύο τραπεζίτες συναντήθηκαν με τον Έπσταϊν στην έπαυλή του στο Μανχάταν, σε μπαρ δίπλα στην εσωτερική πισίνα του σπιτιού. Ο χρηματοδότης έδωσε εξηγήσεις για τις ύποπτες συναλλαγές του, ωστόσο οι Μόρις και Πάκαρντ, δεν κατέγραψαν επίσημα τη συνάντηση εκείνη τη στιγμή.

Στην Deutsche Bank, οι γνωριμίες και οι επαφές του Έπσταϊν συνέχισαν να θεωρούνται πολύτιμες. Λίγους μήνες μετά τη συνάντηση στην κατοικία του, εσωτερική αλληλογραφία της τράπεζας αναφερόταν στη δημιουργία και χρηματοδότηση λογαριασμού για το family office του δισεκατομμυριούχου Λίον Μπλακ, επιβεβαιώνοντας ότι ο Έπσταϊν θα είχε εξουσιοδότηση να πραγματοποιεί συναλλαγές εκ μέρους του.

«Χρειαζόμαστε περισσότερες ιδέες και περισσότερες ροές κεφαλαίων», έγραφε ο Μόρις προς συναδέλφους του τον Απρίλιο του 2015. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν περισσότερα από τρία ακόμη χρόνια μέχρι η Deutsche Bank να διακόψει τη συνεργασία της με τον Έπσταϊν.


 

Πηγή: skai.gr