Μπερνάρ Αρνό: Ο ...λύκος με το κασμίρι «δαγκώνει» τον γαλλικό οικονομικό Τύπο

Η αυξανόμενη παρουσία του στον κρίσιμο τομέα της ενημέρωσης προκαλεί έντονα ερωτήματα για τη συγκέντρωση της μιντιακής ισχύος στη Γαλλία στα χέρια λίγων

Μπερνάρ Αρνό

Ο Γάλλος μεγιστάνας Μπερνάρ Αρνό έχει χτίσει μια αυτοκρατορία στον κλάδο των ειδών πολυτελείας. Τώρα, όμως, ο ιδιοκτήτης της LVMH και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής αντιπαράθεσης στη Γαλλία - όχι σε σχέση με τα brands Louis Vuitton, Dior ή Tiffany, αλλά για την ολοένα αυξανόμενη επιρροή του στον οικονομικό και επιχειρηματικό Τύπο της χώρας.

Ο Αρνό, γνωστός και ως «ο λύκος με το κασμίρι», δέχεται πυρά από δημοσιογραφικές ενώσεις και οργανώσεις υπέρ της ελευθερίας του Τύπου, μετά την εξαγορά του επιχειρηματικού εβδομαδιαίου περιοδικού Challenges από τον όμιλο LVMH. Η κίνηση αυτή ενισχύει ακόμη περισσότερο την παρουσία του σε έναν κρίσιμο τομέα της ενημέρωσης και προκαλεί έντονα ερωτήματα για τη συγκέντρωση της μιντιακής ισχύος στη Γαλλία στα χέρια λίγων.

Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα καταγγέλλουν ότι ο Αρνό έχει αποκτήσει «ασφυκτικό έλεγχο» στους βασικούς επιχειρηματικούς ενημερωτικούς τίτλους της χώρας. Η LVMH, πέρα από την κυριαρχία της στη μόδα, τα αρώματα, τη σαμπάνια και τα αλκοολούχα ποτά, ελέγχει πλέον σειρά οικονομικών εκδόσεων, μεταξύ των οποίων η κορυφαία οικονομική ημερήσια εφημερίδα Les Echos και η υπηρεσία επιχειρηματικής πληροφόρησης L’Agefi.

Η εξαγορά του Challenges έχει ήδη οδηγήσει στην υποβολή δύο ξεχωριστών προσφυγών από τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα και ενώσεις δημοσιογράφων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας εξετάζει αν οι αρχές αξιολόγησαν επαρκώς το εύρος των επιχειρηματικών μέσων ενημέρωσης που κατέχει η LVMH, ενώ η αρχή ανταγωνισμού εξετάζει τις καταγγελίες των συνδικάτων ότι ο όμιλος «καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση του» με την απόκτηση του Challenges.

«Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα των κενών στη γαλλική νομοθεσία, η οποία αδυνατεί να θέσει υπό αποτελεσματικό έλεγχο το θέμα της ιδιοκτησίας μέσων ενημέρωσης», δήλωσε η Λορ Σοβέλ, επικεφαλής του γραφείου Γαλλίας-Ιταλίας στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα.

Η LVMH δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Guardian να σχολιάσει τις καταγγελίες. Ο ίδιος ο Αρνό, πάντως, στον οποίο ανήκουν επίσης η ημερήσια εφημερίδα Le Parisien και το περιοδικό Paris Match, είχε υποστηρίξει ενώπιον επιτροπής της γαλλικής Γερουσίας το 2022 ότι εξαγοράζει μέσα ενημέρωσης «για το γενικό συμφέρον», ήτοι με στόχο να προστατεύσει σημαντικούς τίτλους και να τους κρατήσει ζωντανούς.

Η επέκταση των δραστηριοτήτων του Αρνό στα μέσα ενημέρωσης έρχεται σε μια περίοδο έντονης συζήτησης στη Γαλλία για τον ρόλο μιας μικρής ομάδας δισεκατομμυριούχων που ελέγχουν σημαντικό μέρος του μιντιακού τοπίου. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης άνοιξης, καθώς η ακροδεξιά καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και η δεύτερη θητεία του Εμανουέλ Μακρόν πλησιάζει στο τέλος της.

Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη συζήτηση είναι και ο Βενσάν Μπολορέ, ο συντηρητικός βιομήχανος που διατηρεί σχέσεις με πρόσωπα της ακροδεξιάς. Έχει κατηγορηθεί ότι αξιοποιεί την ισχυρή μιντιακή του αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων το τηλεοπτικό κανάλι CNews, για να δίνει βήμα σε αντιδραστικές φωνές. Η παρουσία του στις εκδόσεις βιβλίων και στην παραγωγή ταινιών έχει επίσης προκαλέσει αντιδράσεις από συγγραφείς και επαγγελματίες του κινηματογράφου. Ο ίδιος απορρίπτει τις επικρίσεις και δηλώνει χριστιανοδημοκράτης.

Στο ίδιο τοπίο κινούνται και άλλοι ισχυροί επιχειρηματίες. Ο Ροντόλφ Σααντέ, επικεφαλής της CMA CGM, της τρίτης μεγαλύτερης ναυτιλιακής εταιρείας στον κόσμο, έχει δημιουργήσει τη δική του μιντιακή αυτοκρατορία, με το BFM TV, την εφημερίδα La Provence, το εβδομαδιαίο La Tribune Dimanche και τη La Tribune. Οι δημοσιογράφοι της La Tribune προχώρησαν σε απεργία τον Απρίλιο, εκφράζοντας ανησυχίες για το μέλλον της έκδοσης, μετά τα σχέδια μετακίνησης προσωπικού σε νέο ψηφιακό βραχίονα του ομίλου.

Ο Τσέχος δισεκατομμυριούχος της ενέργειας Ντάνιελ Κρετίνσκι, στον οποίο ανήκει η μητρική εταιρεία της βρετανικής Royal Mail, χτίζει επίσης παρουσία στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης και στις εκδόσεις. Ο Ξαβιέ Νιέλ, δισεκατομμυριούχος των τηλεπικοινωνιών και σύντροφος της Ντελφίν Αρνό, κόρης του Μπερνάρ Αρνό και διευθύνουσας συμβούλου της Christian Dior Couture, υπήρξε βασικός μέτοχος της Le Monde μέχρι να μεταφέρει το μερίδιό του σε καταπίστευμα. Σε μικρότερη κλίμακα, η οικογένεια Ντασό, που ελέγχει την αμυντική εταιρεία Dassault Aviation, κατέχει την ημερήσια εφημερίδα Le Figaro.

Ωστόσο, ο Αρνό ξεχωρίζει λόγω μεγέθους, επιρροής και περιουσίας. Με περιουσία που το Forbes εκτιμά σε περίπου 145 δισ. δολάρια, είναι μακράν ο πλουσιότερος και πιο προβεβλημένος μεγιστάνας και ιδιοκτήτης μέσων ενημέρωσης στη Γαλλία.

Γεννημένος σε βιομηχανική οικογένεια στο Ρουμπέ, στη βόρεια Γαλλία, ξεκίνησε την καριέρα του από τους τομείς των κατασκευών και των ακινήτων. Το 1984 πίεσε τη γαλλική κυβέρνηση να του επιτρέψει να αποκτήσει τον έλεγχο της σχεδόν χρεοκοπημένης κλωστοϋφαντουργικής εταιρείας Boussac, η οποία κατείχε το brand που τον ενδιέφερε περισσότερο: τον οίκο Christian Dior. Έπειτα από δεκαετίες εξαγορών, η LVMH εξελίχθηκε στον πολυτιμότερο όμιλο ειδών πολυτελείας στον κόσμο.

Η πιο σταθερή πολιτική θέση του Αρνό υπήρξε η αντίθεσή του στη φορολογία του πλούτου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μετακόμισε για ένα διάστημα στις ΗΠΑ, θέλοντας να αποφύγει το εχθρικό -κατ' αυτόν- περιβάλλον προς τις επιχειρήσεις υπό τη γαλλική Αριστερά, καθώς και τον φόρο στους πλούσιους που είχε επιβάλει ο σοσιαλιστής πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Εκεί ανέπτυξε στενή σχέση με έναν άλλο επιχειρηματία του real estate: τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η σχέση αυτή παραμένει ισχυρή μέχρι σήμερα. Ο Αρνό, η σύζυγός του και δύο από τα παιδιά του ήταν οι μόνοι Γάλλοι προσκεκλημένοι στην εξέδρα κατά τη δεύτερη ορκωμοσία του Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ, τον Ιανουάριο του 2025. Μετά την τελετή, ο Αρνό δήλωσε ότι στις ΗΠΑ πνέουν «άνεμοι αισιοδοξίας», ενώ η επιστροφή στη Γαλλία του φάνηκε σαν «κρύο ντους». Την ίδια χρονιά τάχθηκε κατά των προτάσεων της Αριστεράς για φόρο 2% επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων, λέγοντας στους Sunday Times ότι ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν «θανατηφόρο για την οικονομία μας».

Τον Απρίλιο, ο Αρνό φέρεται να ήταν μεταξύ κορυφαίων Γάλλων επιχειρηματιών που δείπνησαν με τη Μαρίν Λεπέν του ακροδεξιού κόμματος Εθνική Συσπείρωση. Το κόμμα της, που καταγράφει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, αποκτά πλέον πρόσβαση σε κύκλους της επιχειρηματικής ελίτ που στο παρελθόν το απέφευγαν, αλλά τώρα επιδιώκουν να έχουν λόγο στη διαμόρφωση πολιτικών θέσεων.

Τον ίδιο μήνα, το Paris Match, που ανήκει στον Αρνό, κυκλοφόρησε με εξώφυλλο τον πιθανό υποψήφιο της Εθνικής Συσπείρωσης στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, Ζορντάν Μπαρντελά, να περπατά χέρι χέρι με τη σύντροφό του, την πριγκίπισσα Μαρία Καρολίνα των Βουρβόνων των Δύο Σικελιών. Το δημοσίευμα θεωρήθηκε από πολλούς προεκλογική προσπάθεια εξωραϊσμού της δημόσιας εικόνας του Μπαρντελά.

Στο εσωτερικό των μέσων που ελέγχει ο Αρνό, οι ανησυχίες είναι έντονες. Οι δημοσιογράφοι του Challenges και της Les Echos επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι θα διατηρηθούν οι καταστατικοί χάρτες που προστατεύουν την ανεξαρτησία τους. Ο καταστατικός χάρτης του Challenges περιγράφει την κεντρώα επιχειρηματική του γραμμή ως κοινωνική, ανθρωπιστική και προοδευτική. Ωστόσο, υπάρχουν φόβοι ότι ο Αρνό προτιμά μια πιο καθαρά φιλελεύθερη και φιλοαγοραία προσέγγιση.

Τα συνδικάτα υποστηρίζουν ότι ο όμιλος του Αρνό δεν έχει ακόμη υπογράψει τον καταστατικό χάρτη του Challenges, ο οποίος λήγει το επόμενο έτος αν δεν ανανεωθεί. Αντίστοιχα, ο χάρτης της Les Echos πρόκειται να ανανεωθεί το 2027. Και οι δύο τίτλοι έχουν πραγματοποιήσει πρωτοφανείς απεργιακές κινητοποιήσεις. Το 2023, οι δημοσιογράφοι της Les Echos πραγματοποίησαν διαμαρτυρία μετά την αποχώρηση του διευθυντή σύνταξης και την απόφαση της διοίκησης να τον αντικαταστήσει.

«Ο Μπερνάρ Αρνό, μέσα σε λίγα χρόνια, ουσιαστικά πήρε για τον εαυτό του το καλύτερο κομμάτι του επιχειρηματικού Τύπου», σημειώνει ο Αλεξί Λεβριέ, ιστορικός των μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο της Ρενς. «Έχει σχεδόν μονοπώλιο στην οικονομική ενημέρωση», προσθέτει

Ο Λεβριέ υποστηρίζει ότι ο Μακρόν, παρά τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, δεν προχώρησε σε νομοθετική ρύθμιση για την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης και τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας τους. Κατά την εκτίμησή του, ο Γάλλος πρόεδρος φοβήθηκε επιχειρηματικούς παράγοντες όπως ο Μπολορέ και ο Αρνό. «Δεν υπάρχει αντίστοιχο στη γαλλική ιστορία αυτής της αντιστροφής της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική εξουσία. Η οικονομική εξουσία, η οποία κατέχει μέσα ενημέρωσης, μπορεί να επιβάλει τις απόψεις της στην πολιτική εξουσία», επισημαίνει.

Το 2022, Γάλλοι γερουσιαστές είχαν ρωτήσει τον Αρνό για τη στάση του απέναντι στα μέσα ενημέρωσης. Εκείνος παραδέχθηκε ότι απέσυρε διαφήμιση από την αριστερή Libération το 2012, μετά από πρωτοσέλιδο που ο ίδιος χαρακτήρισε «επιθετικό» και «λανθασμένο» σχετικά με την υποτιθέμενη πρόθεσή του να μετακομίσει στο Βέλγιο για να αποφύγει φορολογικές αυξήσεις. Ο Αρνό ανέφερε ότι τηλεφώνησε στον διευθυντή της εφημερίδας για να διαμαρτυρηθεί, προσθέτοντας ότι η διαφημιστική δαπάνη στην εφημερίδα ήταν ούτως ή άλλως πολύ μικρή. Αρνήθηκε, πάντως, ότι απέσυρε διαφήμιση από τη Le Monde το 2017 επειδή τον είχε κατονομάσει στα ρεπορτάζ των Paradise Papers για υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους.

Οι γερουσιαστές αναφέρθηκαν επίσης στη δίκη του πρώην επικεφαλής των γαλλικών υπηρεσιών εσωτερικής ασφάλειας, Μπερνάρ Σκουαρσινί. Μέρος των κατηγοριών εναντίον του αφορούσε φερόμενο σχέδιο παρακολούθησης του πρώην δημοσιογράφου και νυν βουλευτή Φρανσουά Ρουφέν, την περίοδο που εκείνος γύριζε ντοκιμαντέρ για την LVMH. Η εταιρεία κατέβαλε 10 εκατ. ευρώ το 2021 για να διευθετήσει τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στην υπόθεση, χωρίς να παραδεχθεί οποιαδήποτε αδικοπραγία. Ο Αρνό δήλωσε στο δικαστήριο ότι είχε «πλήρη άγνοια» για το φερόμενο σχέδιο και είπε στους γερουσιαστές ότι αρνείται κάθε υπαιτιότητα. Ο Σκουαρσινί έχει ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης εις βάρος του.

Η Σοφί Ταϊέ-Πολιάν, βουλευτής των Πρασίνων που ενεπλάκη στη σύσταση νομοσχεδίου για τη διασφάλιση της πολυφωνίας στα μέσα ενημέρωσης μέσω περιορισμών στη συγκέντρωση ιδιοκτησίας, δήλωσε ότι είναι απογοητευτικό πως, παρά τη σχετική διαβούλευση, δεν ψηφίστηκε κανένας νόμος επί Μακρόν.

«Όταν ένας τόσο σημαντικός τομέας όσο ο επιχειρηματικός Τύπος περνά στα χέρια ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Γαλλία και στον κόσμο, αυτό εγείρει ερωτήματα», σημειώνει.

Πηγή: skai.gr
17 0 Bookmark

Απόρρητο