Της Μαρίνας Ζιώζιου
mzioziou@skai.gr
Την εκτίμηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ πληρώνει την αύξηση των τιμών, τον πληθωρισμό και την εκτεταμένη διαφθορά διατυπώνει, σε συνέντευξή του στο skai.gr, ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» και πρώην υπουργός.
Ο καθηγητής θεωρεί πιθανή την ήττα των Ρεπουμπλικανών, ασκώντας κριτική τόσο στην οικονομική και μεταναστευτική πολιτική όσο και στις επιλογές του Αμερικανού προέδρου στο εξωτερικό.
Η ψήφος των Αμερικανών θα κρίνει ποιο κόμμα θα ελέγχει τη Βουλή των Αντιπροσώπων και ποιο τη Γερουσία για το δεύτερο μισό της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί διεκδικούν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, πύκνωσε τις εμφανίσεις του τις τελευταίες ημέρες της εκστρατείας. Την Κυριακή βρέθηκε στην Άιοβα, όπου είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά το 2024, και κάλεσε τους υποστηρικτές του να πάνε στις κάλπες για να διατηρήσουν οι Ρεπουμπλικανοί την πλειοψηφία.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις ενισχύουν τις προσδοκίες των Δημοκρατικών, χωρίς να προδικάζουν το αποτέλεσμα της κάλπης. Η ακρίβεια και το κόστος διαβίωσης βρίσκονται στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης. Ακόμη και μια αλλαγή πλειοψηφίας και στα δύο σώματα, πάντως, δεν καταργεί το προεδρικό βέτο ούτε τις ευρείες εκτελεστικές αρμοδιότητες του Τραμπ. Σε αυτό το περιβάλλον, ο κ. Αρβανιτόπουλος αναλύει τις δυνατότητες, αλλά και τους περιορισμούς, της επόμενης ημέρας.
Στη συνέντευξη εξηγεί πού θα μπορούσε να ασκήσει έλεγχο ένα Κογκρέσο υπό τους Δημοκρατικούς, επισημαίνοντας παράλληλα την υπέρμετρη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Ξεχωρίζει τις διαμάχες για τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση του πολέμου στο Ιράν, καθώς και τον ρόλο της Γερουσίας στην έγκριση προσώπων για κρίσιμες θέσεις.
Για τη διεθνή θέση των ΗΠΑ, περιγράφει απώλεια εμπιστοσύνης των συμμάχων και ενίσχυση των αντιπάλων τους. Εκτιμά ότι η Αμερική οδηγείται σε στρατηγική ήττα στο Ιράν και επικρίνει την επαμφοτερίζουσα στάση της στο Ουκρανικό. Στις σχέσεις με την Ευρώπη, συνδέει το χάσμα τόσο με τη στροφή του αμερικανικού ενδιαφέροντος προς την Ασία όσο και με την πολιτική Τραμπ. Όπως υπογραμμίζει, για μια κοινή στρατηγική απέναντι στην πρόκληση της Κίνας δεν αρκεί η αλλαγή ελέγχου στο Κογκρέσο.
Για την Ελλάδα, αναδεικνύει τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα, αλλά και την ανάγκη αξιοποίησης των ευκαιριών χωρίς υποτίμηση των κινδύνων. Υπενθυμίζει την παραδοσιακή τακτική «ίσων αποστάσεων» της Ουάσιγκτον απέναντι σε Αθήνα και Άγκυρα και εκτιμά ότι τα βασικά δομικά στοιχεία της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή θα παραμείνουν αναλλοίωτα. Η ελληνική επιρροή στο Κογκρέσο είναι παραδοσιακά ισχυρή, σημειώνει, όμως ο ρόλος του στην εξωτερική πολιτική έχει συρρικνωθεί.
Αναλυτικά η συνέντευξη με τον κ. Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο:
Το εκλογικό κόστος της πολιτικής Τραμπ
- Τι θα δείξει η κάλπη για την απήχηση του Τραμπ και της πολιτικής του;
Ο Τραμπ συμπύκνωσε την πολιτική της νέας αμερικανικής δεξιάς σε τέσσερις άξονες: οικονομικό εθνικισμό, κοινωνικό συντηρητισμό, αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και μια πολιτική αναδίπλωσης και αυτοσυγκράτησης στην εξωτερική πολιτική. Η υλοποίηση, όμως, αυτής της πολιτικής από τον Τραμπ αποδείχθηκε αναποτελεσματική ή ήταν τόσο ακραία που έφερε το χάος. Η πολιτική του οικονομικού προστατευτισμού της δεύτερης διοίκησης Τραμπ δεν οδήγησε στον επαναπατρισμό του κατασκευαστικού και μεταποιητικού κεφαλαίου. Η υπερβολική αύξηση των δασμών μάλλον έβλαψε τον μέσο Αμερικανό καταναλωτή. Και η ακραία αντιμεταναστευτική πολιτική, με τις αυθαιρεσίες του ICE, αποδοκιμάστηκε από την αμερικανική κοινωνία.
Παράλληλα, οι αλυσιδωτές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν έχουν οδηγήσει στην αύξηση του πληθωρισμού, στην άνοδο των επιτοκίων και σε τριγμούς στην αμερικανική αγορά ομολόγων. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται να πληρώνει κυρίως την αύξηση των τιμών των καυσίμων και του πληθωρισμού, αλλά και την εκτεταμένη διαφθορά. Ο Τραμπ εξελέγη με σύνθημα να αποξηράνει τον βάλτο της Ουάσιγκτον («to drain the swamp»), αλλά η εκτεταμένη διαφθορά και η ανικανότητα της διακυβέρνησής του έχουν οδηγήσει τη δημοφιλία του σε ιστορικά χαμηλά και, κατά πάσα πιθανότητα, οδηγούν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε ήττα στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές.
Τα περιθώρια ελέγχου από το Κογκρέσο
- Πού μπορεί να περιορίσει τον Τραμπ ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών;
Τις τελευταίες δεκαετίες στις ΗΠΑ, η εκτελεστική εξουσία έχει ενισχυθεί υπέρμετρα σε βάρος της νομοθετικής εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι η σοβαρή διάβρωση των θεσμικών αντίβαρων («checks and balances») του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, σε σημείο που να δικαιώνεται ο Arthur Schlesinger, που μίλησε για τους κινδύνους από μια «Αυτοκρατορική Προεδρία» («Imperial Presidency») ήδη από το 1973.
Ο Τραμπ λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και της οικονομικής πολιτικής, χωρίς τη συνταγματικά προβλεπόμενη έγκριση ή τον έλεγχο του Κογκρέσου. Προεξάρχοντα παραδείγματα είναι ο πόλεμος με το Ιράν, αλλά και η πολιτική των δασμών. Οι εξουσίες αυτές ενισχύθηκαν από την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ (2024), που παρείχε σχεδόν απόλυτη ασυλία και απουσία λογοδοσίας στις πράξεις του Αμερικανού προέδρου.
Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, θα ενταθούν οι διαμάχες γύρω από τα κονδύλια και τις δαπάνες του προϋπολογισμού, ο συμβιβασμός με την Προεδρία θα γίνει πιο δύσκολος και η διακοπή της λειτουργίας της κυβέρνησης, όπως έχει συμβεί και άλλες φορές στο παρελθόν, πολύ πιθανή.
Ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να απαγορεύσει τη συνέχιση της χρηματοδότησης του πολέμου στο Ιράν, αν και η κυβέρνηση, δεδομένου του τεράστιου μεγέθους του προϋπολογισμού του Πενταγώνου, θα χρησιμοποιήσει τα υπάρχοντα κονδύλια για να συνεχίσει να χρηματοδοτεί αυτόν τον πόλεμο.
Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν και τον έλεγχο της Γερουσίας, θα έχουν τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικού ελέγχου στις επιλογές του Προέδρου για διάφορες θέσεις, με προεξάρχουσα τη θέση ισόβιου μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου, όταν κενωθεί κάποια θέση.
Η απώλεια εμπιστοσύνης των συμμάχων
- Πώς επηρεάζει η εξωτερική πολιτική του Τραμπ τη διεθνή θέση των ΗΠΑ;
Στην εξωτερική πολιτική τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Στον πόλεμο με το Ιράν, η Αμερική οδηγείται, χωρίς σχέδιο και στρατηγική, σε μια στρατηγική ήττα. Στο δε Ουκρανικό, με την επαμφοτερίζουσα πολιτική της, οδηγεί τη Δύση συνολικά σε μια στρατηγική ήττα. Οι σύμμαχοι της Αμερικής, από την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία και τον Καναδά μέχρι την Ευρώπη, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην αμερικανική ηγεσία, ενώ οι αντίπαλοι της Αμερικής ενισχύθηκαν.
Ο Τραμπ, παρά τη φιλοδοξία του «να κάνει την Αμερική και πάλι μεγάλη», κινδυνεύει να παραδώσει τα πρωτεία της Αμερικής και της Δύσης συνολικά στην Ασία και στην Κίνα. Ο επόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου θα κληρονομήσει μια διχασμένη Αμερική, έναν ρηγματωμένο ευρωατλαντικό χώρο, μια παγκόσμια οικονομία στα πρόθυρα της ύφεσης, διαλυμένες συμμαχίες και αποχαλινωμένους αντιπάλους.
Το διατλαντικό χάσμα και η πρόκληση της Κίνας
- Αρκεί μια ενίσχυση των Δημοκρατικών για να γεφυρωθεί το χάσμα ΗΠΑ και Ευρώπης;
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η εξασθένιση της σοβιετικής απειλής, αλλά και η άνοδος της Κίνας, οδήγησαν σταδιακά στη μείωση της γεωπολιτικής αξίας της Ευρώπης για την Αμερική και στον ταυτόχρονο αναπροσανατολισμό του γεωπολιτικού ενδιαφέροντός της προς την Ασία. Οι γεωπολιτικές αυτές αλλαγές, σε συνδυασμό με την άνοδο του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, δημιούργησαν μια βαθιά πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων.
Από την πρώτη τετραετία Τραμπ δημιουργήθηκε χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Η επιθετική και διχαστική ρητορική του Τραμπ αποξένωσε τους Ευρωπαίους. Θεωρήθηκε παρορμητικός και απρόβλεπτος, καθώς λάμβανε μονομερείς αποφάσεις, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Στη δεύτερη τετραετία Τραμπ τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Την ίδια στιγμή που η Δύση εμφανίζεται διαιρεμένη και σε τροχιά στρατηγικής αποσύνδεσης («strategic decoupling»), η Κίνα αναδύεται ως η πλέον σοβαρή στρατηγική πρόκληση για τα αμερικανικά αλλά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η Ευρώπη δεν ταυτίζεται με τις ΗΠΑ όσον αφορά τον καθορισμό των σχέσεών της με την Κίνα. Όπως είπε ο Μακρόν, «έχουμε το δικαίωμα να μην είμαστε εχθροί των εχθρών των φίλων μας».
Για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της Κίνας, όμως, οι δύο πυλώνες της Δύσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη, θα πρέπει να διαμορφώσουν μια κοινή στρατηγική, τουλάχιστον στους κρίσιμους τομείς. Για να γίνει αυτό, δεν αρκεί, όμως, να περάσει ο έλεγχος του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς. Θα πρέπει να δούμε το τέλος της «εποχής Τραμπ» στην Αμερική.
Η στρατηγική σχέση με την Ελλάδα και οι ίσες αποστάσεις
- Σε ποιον βαθμό μπορούν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να επηρεάσουν την πολιτική της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο και τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα;
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο στρατηγικό περιβάλλον. Η αυξανόμενη σημασία της περιοχής ενισχύει τη γεωπολιτική τους αξία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την έκθεσή τους στους περιφερειακούς ανταγωνισμούς.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, η στρατηγική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ναυτιλιακή της ισχύς και οι σχέσεις που έχει αναπτύξει με σημαντικά κράτη της περιοχής ενισχύουν τη διεθνή της θέση. Η γεωγραφική της θέση αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς αναδιατάσσονται οι ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές.
Για την ελληνική εξωτερική πολιτική, το ζητούμενο είναι η αξιοποίηση των ευκαιριών, χωρίς υποτίμηση των κινδύνων. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, η διατήρηση ισχυρών συμμαχιών, η ανάπτυξη στρατηγικών υποδομών και η ενεργός συμμετοχή στις περιφερειακές διεργασίες αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία μιας συνεκτικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας.
Για τις ΗΠΑ, η στρατηγική αναβάθμιση των σχέσεών τους με την Αθήνα σημαίνει την επιλογή της Ελλάδας ως κόμβου για την υποστήριξη των αμερικανικών υποδομών ενέργειας και άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τη στήριξη έργων περιφερειακής διασύνδεσης.
Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική εξωτερική πολιτική ακολούθησε παραδοσιακά μια τακτική «ίσων αποστάσεων» απέναντι σε Ελλάδα και Τουρκία, με κύριο μέλημα την αποφυγή της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να αποδοκιμάζει τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας.
Τα βασικά δομικά στοιχεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή μας θα μείνουν σε γενικές γραμμές αναλλοίωτα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών. Η ελληνική επιρροή στο Κογκρέσο είναι παραδοσιακά ισχυρή, αλλά στο σημερινό αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι σαφώς συρρικνωμένος ο ρόλος του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.