Της Μαρίνας Ζιώζιου
mzioziou@skai.gr
Μια ενδεχόμενη ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα των διατλαντικών σχέσεων ούτε αυτόματη ενίσχυση των ελληνικών θέσεων έναντι της Τουρκίας. Αυτό υπογραμμίζει, μιλώντας στο skai.gr, ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής του προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).
Όπως επισημαίνει, «η μεγαλύτερη συνεπώς αυταπάτη είναι ότι η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ θα συνεπάγεται αυτομάτως αποδυνάμωση του τραμπισμού στην αμερικανική εξωτερική πολιτική». Προειδοποιεί ότι «δεν αποκλείεται ο Τραμπ να αντιδράσει στη θεσμική αμφισβήτηση με ακόμη πιο συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας να επιδείξει αποφασιστικότητα και να διατηρήσει την πολιτική πρωτοβουλία».
Για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο κ. Τσάκωνας τονίζει: «Δεν πρέπει, βεβαίως, να θεωρούμε ότι η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας συνεπάγεται και αυτόματες αμερικανικές εγγυήσεις έναντι της Τουρκίας». Σε μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση, η Αθήνα θα μπορούσε να περιμένει από τις ΗΠΑ «πρωτίστως διπλωματική παρέμβαση για την αποκλιμάκωση της κρίσης, όχι όμως εγγυήσεις στρατιωτικής συνδρομής ή ανεπιφύλακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων».
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή άμυνα, υπογραμμίζει ότι «η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται στην ανατολική πτέρυγα και τη ρωσική απειλή, παραγνωρίζοντας τις προκλήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο». Όπως εξηγεί ο ίδιος: «Το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής άμυνας δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό ή στρατιωτικό. Είναι πρωτίστως πολιτικό». Για την Ουκρανία, σημειώνει: «Για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Κύπρο είναι προφανές γιατί η αποδοχή της αλλαγής συνόρων διά της βίας θα συνιστούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πολιτικό προηγούμενο».
Ως προς την ελληνική στρατηγική, επισημαίνει: «Το ζητούμενο δεν είναι η απομάκρυνση από τις ΗΠΑ, αλλά η μείωση της εξάρτησης από τις εκάστοτε αμερικανικές επιλογές». Και προσθέτει: «Η Ελλάδα θα πρέπει να περάσει από τη λογική της αναζήτησης εξωτερικών εγγυήσεων στη λογική της ενεργότερης διαμόρφωσης των όρων της δικής της ασφάλειας».
Αναλυτικά η συνέντευξη με τον κ. Παναγιώτη Τσάκωνα:
- Ποια είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη που πρέπει να αποφύγουν η Ευρώπη και η Ελλάδα όταν διαβάσουν το αποτέλεσμα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών;
Η μεγαλύτερη αυταπάτη για την Ευρώπη και την Ελλάδα θα είναι να θεωρήσουν ότι μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα σηματοδοτούσε επιστροφή στην προ Τραμπ κανονικότητα των διατλαντικών σχέσεων. Αναμφίβολα, μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τα θεσμικά αντίβαρα της αμερικανικής δημοκρατίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα του προέδρου να εφαρμόζει ανεμπόδιστα την πολιτική του. Δεν θα αναιρούσε, ωστόσο, τις ευρείες προεδρικές εξουσίες στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Αντιθέτως, δεν αποκλείεται ο Τραμπ να αντιδράσει στη θεσμική αμφισβήτηση με ακόμη πιο συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας να επιδείξει αποφασιστικότητα και να διατηρήσει την πολιτική πρωτοβουλία.
Για την Ελλάδα, εξίσου επικίνδυνη θα ήταν η προσδοκία ότι ένα ισχυρότερο Δημοκρατικό Κογκρέσο θα μπορούσε να εξασφαλίσει αμερικανική υποστήριξη των ελληνικών θέσεων εις βάρος της Τουρκίας. Η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να αξιολογεί τις δύο χώρες πρωτίστως με γεωστρατηγικά κριτήρια. Η μεγαλύτερη συνεπώς αυταπάτη είναι ότι η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ θα συνεπάγεται αυτομάτως αποδυνάμωση του τραμπισμού στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
- Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τον έλεγχο της Βουλής ή της Γερουσίας, πού θα μπορούσαν να περιορίσουν ουσιαστικά την εξωτερική πολιτική του Τραμπ; Σε ποιο ζήτημα θα γινόταν πρώτα αισθητή η διαφορά για την Ευρώπη;
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να περιορίσουν ουσιαστικά τον Τραμπ, κυρίως μέσω του ελέγχου των ομοσπονδιακών δαπανών, της κοινοβουλευτικής εποπτείας και της δυνατότητας να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες. Εάν ελέγξουν τη Γερουσία, θα αποκτήσουν επιπλέον τη δυνατότητα να εμποδίζουν κρίσιμους διορισμούς όσον αφορά στην αντιπροσώπευση της χώρας στο εξωτερικό. Ωστόσο, η δυνατότητα ελέγχου δεν ισοδυναμεί με δυνατότητα αλλαγής στην ήδη ακολουθούσα πορεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς, μεταξύ άλλων, ο Τραμπ θα διατηρήσει σημαντικές προεδρικές εξουσίες και θα μπορεί να ασκήσει βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών.
Για την Ευρώπη, θεωρώ ότι η πρώτη ουσιαστική διαφορά θα μπορούσε να γίνει αισθητή στο μέτωπο του πολέμου στην Ουκρανία, όπου ένα ισχυρότερο Κογκρέσο με πλειοψηφία Δημοκρατικών θα μπορούσε να διεκδικήσει την επανενεργοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία ή και την αυστηροποίηση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αναζητώντας, μάλιστα, και διακομματικές συμμαχίες.
Δεν αναμένεται από την άλλη ουσιαστική μεταβολή στην ήδη δρομολογημένη αύξηση της αμερικανικής πίεσης προς την Ευρώπη για μεγαλύτερη ανάληψη του κόστους της άμυνάς της αλλά ούτε και η εγκατάλειψη της προστατευτικής εμπορικής πολιτικής από την πλευρά της αμερικανικής διοίκησης. Συνεπώς, μια νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων του Τραμπ, όχι όμως να ανατρέψει τον στρατηγικό προσανατολισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η Ευρώπη διχασμένη, η Ελλάδα ανάμεσα σε δύο αβεβαιότητες
- Υπάρχει σήμερα κοινή ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Ουάσιγκτον ή κάθε χώρα επιδιώκει τη δική της συνεννόηση; Τι περιθώρια αφήνει αυτό στην Ελλάδα;
Όχι δεν υπάρχει σήμερα μια συνεκτική και ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στην Ουάσιγκτον. Παρά τις προσπάθειες συντονισμού, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να προτάσσουν τις εθνικές τους προτεραιότητες, επιδιώκοντας συχνά προνομιακές διμερείς συνεννοήσεις με τις ΗΠΑ. Θα προσέθετα, μάλιστα, ότι αυτή η πολυδιάσπαση δεν αποτελεί απλώς ευρωπαϊκή αδυναμία, αλλά και συνειδητή επιδίωξη του προέδρου Τραμπ καθώς οι διμερείς διαπραγματεύσεις του επιτρέπουν να αξιοποιεί τις ασυμμετρίες ισχύος και να εξασφαλίζει ευνοϊκότερους όρους από εκείνους που θα μπορούσε να επιτύχει απέναντι σε μια ενωμένη Ευρώπη.
Η Ελλάδα καλείται έτσι να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό στρατηγικό περιβάλλον καθώς βρίσκεται από τη μια αντιμέτωπη με μια απρόβλεπτη Αμερική και από την άλλη με μια αποδυναμωμένη Ευρώπη, η οποία δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως ενιαίος γεωπολιτικός δρων. Αλλά μια κατακερματισμένη Ευρώπη περιορίζει, τελικά, και τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας. Βεβαίως, η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και ο ενεργειακός της ρόλος προσφέρουν δυνατότητες εμβάθυνσης των σχέσεων με την Ουάσιγκτον, χωρίς, ωστόσο, να εγγυώνται αμερικανική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας. Συνεπώς η ελληνική στρατηγική οφείλει να αποφύγει την παγίδα της αποκλειστικής εξάρτησης από την Ουάσιγκτον, επενδύοντας ταυτόχρονα -πέραν της ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ικανότητας και της ανάληψης διπλωματικών πρωτοβουλιών- και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνοχής.
Ευρωπαϊκή άμυνα: Το έλλειμμα είναι και πολιτικό
- Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα επικεντρώνεται συνήθως στις δαπάνες. Ποια πολιτική απόφαση χρειάζεται για να μπορεί η Ευρώπη να διαχειριστεί μια κρίση χωρίς να περιμένει την αμερικανική παρέμβαση;
Το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής άμυνας δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό ή στρατιωτικό. Είναι πρωτίστως πολιτικό. Η Ευρώπη χρειάζεται να αποφασίσει ότι είναι διατεθειμένη να αναλάβει η ίδια την ευθύνη της ασφάλειάς της, ακόμη και χωρίς την αμερικανική συμμετοχή. Αυτό προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την αύξηση των αμυντικών δαπανών: κοινή αντίληψη των απειλών, συμφωνία για το πότε και πώς θα χρησιμοποιείται η στρατιωτική ισχύς και, κυρίως, αποτελεσματικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Επίσης, η προϋπόθεση επίτευξης ομοφωνίας σε κρίσιμα ζητήματα άμυνας εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό περιορισμό. Κατά συνέπεια χρειάζεται μια πολιτική συμφωνία που θα επιτρέπει σε ευρωπαϊκές χώρες την ανάπτυξη αξιόπιστης συλλογικής δυνατότητας αυτόνομης δράσης. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσα χρήματα θα διαθέσει η Ευρώπη, αλλά αν διαθέτει την πολιτική βούληση να μετατρέψει την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ σε συγκροτημένη και αυτόνομη δράση.
- Ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική προτεραιότητα στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα, ώστε να καλύπτονται και οι απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα μας;
Βασική ελληνική προτεραιότητα θα πρέπει να είναι ότι η ευρωπαϊκή άμυνα θα καλύπτει το σύνολο των απειλών κατά της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών-μελών, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής τους προέλευσης. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να περιορίζεται στην ανατολική πτέρυγα και τη ρωσική απειλή, παραγνωρίζοντας τις προκλήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει την ενσωμάτωση στη νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας μιας σαφούς πολιτικής και επιχειρησιακής εξειδίκευσης του άρθρου 42§7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προβλέπει την υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά κράτους-μέλους.
Να θυμίσω ότι η επίθεση στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου ανέδειξε την ανάγκη αποσαφήνισης των διαδικασιών ενεργοποίησης του άρθρου και της μορφής της ευρωπαϊκής συνδρομής. Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η διασφάλιση ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν θα αποδυναμώνεται όταν η απειλή προέρχεται από χώρα που είναι ταυτόχρονα σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, ώστε η υφιστάμενη ευρωπαϊκή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής να μετατραπεί από γενική νομική δέσμευση σε αξιόπιστη εγγύηση ασφάλειας.
Η στρατηγική αξία της Ελλάδας και τα όρια των αμερικανικών εγγυήσεων
- Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη στενή σχέση με τις ΗΠΑ. Ποιο θεωρείτε το σημαντικότερο όφελος αυτής της επιλογής και πού θα μπορούσε η Αθήνα να έχει διεκδικήσει περισσότερα;
Το σημαντικότερο όφελος αφορά στην αναβάθμιση της γεωστρατηγικής σημασίας της Ελλάδας για τις ΗΠΑ καθώς και η παράλληλη ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας. Η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη αποτελούν κρίσιμους κόμβους της αμερικανικής στρατηγικής, ενώ η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ διευκολύνει την πρόσβαση σε προηγμένα οπλικά συστήματα. Στα παραπάνω μπορεί να προστεθεί ο «Κάθετος Διάδρομος», που αναδεικνύει την Ελλάδα σε στρατηγική πύλη μεταφοράς αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία, ενισχύοντας τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Δεν πρέπει βεβαίως να θεωρούμε ότι η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας συνεπάγεται και αυτόματες αμερικανικές εγγυήσεις έναντι της Τουρκίας. Εκεί όπου η Αθήνα θα μπορούσε να έχει διεκδικήσει περισσότερα είναι στη μετατροπή της στρατηγικής της αξίας σε συγκεκριμένα και δεσμευτικά ανταλλάγματα, αν και θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η επίτευξη ανταλλαγμάτων -ειδικά όσον αφορά στην αμερικανική πολιτική εξοπλισμών- δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ενώ έχει και συγκεκριμένα όρια (χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων της ελληνικής επιρροής αποτελεί η έγκριση από την αμερικανική διοίκηση της πώλησης F-16 στην Τουρκία το 2024 και η συζήτηση για πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 το 2026). Αυτό που θα μπορούσε να διεκδικήσει και να πετύχει η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και η μεταφορά τεχνογνωσίας. Γενικότερα θα έλεγα ότι το σημαντικότερο ζητούμενο της στενής στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ είναι σκόπιμο να αφορά στο πώς αυτή δεν θα περιορίζεται στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και της ασφάλειας της Ελλάδας αλλά θα μετατρέπεται σε διαπραγματευτική ισχύ.
- Η Αθήνα έχει αναζητήσει συχνά στο Κογκρέσο στήριξη σε ζητήματα που αφορούν την Τουρκία. Πόσο μπορεί να επηρεάσει η νέα σύνθεσή του τις ισορροπίες στις σχέσεις Ουάσιγκτον, Αθήνας και Άγκυρας;
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες στις σχέσεις Ουάσιγκτον, Αθήνας και Άγκυρας. Μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών θα ενίσχυε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης Τραμπ και τις δυνατότητες άσκησης πίεσης για την επιβολή όρων στις εξοπλιστικές συμφωνίες με την Τουρκία. Χαρακτηριστική είναι η κινητοποίηση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών βουλευτών τον Ιούλιο του 2026 κατά της πιθανής επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, λόγω της κατοχής των ρωσικών S-400 και των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.
Ωστόσο, η επιρροή του Κογκρέσου δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Το 2022, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε περιορισμούς στην πώληση F-16 στην Τουρκία, οι οποίοι τελικά δεν συμπεριλήφθηκαν στον νόμο. Επιπλέον, ούτε οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν την Τουρκία με ενιαίο τρόπο καθώς οι γεωστρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ συχνά υπερβαίνουν τις κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Συνεπώς, το Κογκρέσο παραμένει για την Αθήνα σημαντικός μοχλός επιρροής, χωρίς όμως να μπορεί από μόνο του να ανατρέψει τον στρατηγικό προσανατολισμό της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας ή να υποκαταστήσει μια συνολικότερη ελληνική στρατηγική απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Ελληνοτουρκική κρίση: Τι μπορεί να περιμένει η Αθήνα από τις ΗΠΑ
- Σε μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση, τι θα μπορούσε ρεαλιστικά να περιμένει η Αθήνα από τις ΗΠΑ και τι θα έπρεπε να είναι έτοιμη να διαχειριστεί μόνη της;
Σε μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση, η Αθήνα θα μπορούσε να περιμένει από τις ΗΠΑ πρωτίστως διπλωματική παρέμβαση για την αποκλιμάκωση της κρίσης, όχι όμως εγγυήσεις στρατιωτικής συνδρομής ή ανεπιφύλακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων. Σήμερα, μάλιστα, η Αθήνα έχει ακόμη λιγότερους λόγους να θεωρεί δεδομένη μια -αντίστοιχα με εκείνη των Ιμίων πριν από τριάντα χρόνια- αποφασιστική αμερικανική παρέμβαση. Παρά τις πρόσφατες διαβεβαιώσεις του Μάρκο Ρούμπιο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα ότι μια ελληνοτουρκική σύγκρουση είναι αδιανόητη, η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει τις περιφερειακές κρίσεις με περισσότερο συναλλακτικά κριτήρια. Σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση προτεραιότητα της Ουάσιγκτον θα είναι η αποτροπή μιας σύγκρουσης μεταξύ δύο νατοϊκών συμμάχων και όχι κατ’ ανάγκην η υποστήριξη ή ακόμα περισσότερο η δικαίωση των ελληνικών θέσεων.
Συνεπώς η Ελλάδα οφείλει να διαθέτει πέρα από την ικανότητα να αποτρέψει το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου ή μιας σοβαρής κρίσης με την Τουρκία και την επιχειρησιακή ετοιμότητα και ικανότητα να διαχειριστεί την αρχική φάση μιας κρίσης χωρίς εξωτερική συνδρομή κινητοποιώντας παράλληλα τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς υποστήριξης.
Ουκρανία: Το επικίνδυνο προηγούμενο για Ελλάδα και Κύπρο
- Πόσο μπορεί το εκλογικό αποτέλεσμα να επηρεάσει την αμερικανική στάση απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία; Ποια εξέλιξη θα σας ανησυχούσε περισσότερο από τη σκοπιά της Ελλάδας και της Κύπρου;
Το εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να επηρεάσει την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ουκρανία, χωρίς, ωστόσο, να ανατρέψει τον κεντρικό ρόλο του προέδρου Τραμπ στη διαμόρφωσή της. Μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών θα ενίσχυε τις δυνατότητες του Κογκρέσου να προωθήσει νέα στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, να ασκήσει πίεση για αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας και να ελέγξει τις επιλογές του Αμερικανού προέδρου. Ωστόσο, η όποια διαπραγμάτευση -κυρίως για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας- θα εξακολουθήσει να ελέγχεται πρωτίστως από τον Τραμπ.
Από ελληνικής και κυπριακής πλευράς, η πλέον ανησυχητική εξέλιξη στο μέτωπο του πολέμου στην Ουκρανία θα ήταν μια συμφωνία που θα νομιμοποιούσε εδαφικά τετελεσμένα της ρωσικής εισβολής και χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Κύπρο είναι προφανές γιατί η αποδοχή της αλλαγής συνόρων διά της βίας θα συνιστούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πολιτικό προηγούμενο.
Από την αναζήτηση εγγυήσεων σε μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική
- Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, ποια αλλαγή στην ελληνική εξωτερική πολιτική θεωρείτε ότι δεν μπορεί πλέον να περιμένει;
Όπως ήδη τόνισα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα και πιο απρόβλεπτη Αμερική και μια γεωπολιτικά αποδυναμωμένη Ευρώπη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η στενή στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον παραμένει πολύτιμη, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί τη βασική -πολύ περισσότερο τη μοναδική- ασφαλιστική δικλίδα για την ασφάλεια της χώρας.
Η Αθήνα χρειάζεται να επενδύσει περισσότερο στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, διεκδικώντας ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, ώστε αυτή να καλύπτει και τις απειλές στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, οφείλει να εμβαθύνει τις στρατηγικές της συνεργασίες, να ενισχύσει την αποτρεπτική της ικανότητα και να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους διαλόγου με την Τουρκία, χωρίς εκπτώσεις σε ζητήματα κυριαρχίας. Το ζητούμενο δεν είναι η απομάκρυνση από τις ΗΠΑ, αλλά η μείωση της εξάρτησης από τις εκάστοτε αμερικανικές επιλογές.
Η Ελλάδα θα πρέπει να περάσει από τη λογική της αναζήτησης εξωτερικών εγγυήσεων στη λογική της ενεργότερης διαμόρφωσης των όρων της δικής της ασφάλειας. Συνεπώς η αλλαγή που δεν μπορεί πλέον να περιμένει είναι η μετάβαση από μια εξωτερική πολιτική που επενδύει πρωτίστως στις εγγυήσεις ισχυρών συμμάχων σε μια πιο αυτόνομη, ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.