Σε μια ιλιγγιώδη διπλωματική υποχώρηση που αφήνει τους «σκληρούς» της Ουάσιγκτον να μιλούν για το «χειρότερο λάθος εξωτερικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες», ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) επέλεξε να θυσιάσει τις κάποτε απαράβατες «κόκκινες γραμμές» του προκειμένου να επιτύχει μια συμφωνία με το Ιράν, να ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ και αποφύγει να επωμιστεί μια μεγάλη οικονομική κρίση.
Ο άνθρωπος που απαιτούσε την πλήρη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και την «άνευ όρων παράδοση» του καθεστώτος, τώρα εμφανίζεται να νομιμοποιεί τον εμπλουτισμό ουρανίου και την κατοχή βαλλιστικών πυραύλων από την Τεχεράνη, ισχυριζόμενος με μια δόση κυνισμού ότι «έχουν και άλλοι» οπότε «πρέπει να έχει κάποιους» και το Ιράν.
Επιπλέον, υπό την πίεση που έχει προκαλέσει το κλείσιμο του Ορμούζ και με τη σκιά μιας νέας «Μεγάλης Ύφεσης» που θα τον στοίχειωνε ως έναν σύγχρονο «Χέρμπερτ Χούβερ» να κάνει την εμφάνισή της, ο Τραμπ υπέγραψε ένα μνημόνιο που επιπροσθέτως αποδεσμεύει δισεκατομμύρια δολάρια προς την Τεχεράνη, αποδεικνύοντας ότι στην «Τέχνη της Συμφωνίας», ο ρεαλισμός της επιβίωσης υπερισχύει κάθε προηγούμενης ρητορικής.
Από τον «ολικό πόλεμο» στη στρατηγική «συνθηκολόγηση»
Η υπογραφή του μνημονίου κατανόησης στα ανάκτορα των Βερσαλλιών δεν αποτελεί απλώς διπλωματική στροφή, αλλά πλήρη «εκποίηση» της μέχρι τώρα στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ.
Αντί των ιαχών που κυριαρχούσαν κάποτε για «ολικό πόλεμο» και συντριβή της Τεχεράνης, πλέον βλέπουμε να αναζητείται επειγόντως μια διπλωματική διέξοδος.
Η τραγική ειρωνεία μάλιστα είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να υπογράψει το μνημόνιο «υποχώρησής» του στο ίδιο παλάτι όπου κάποτε ένας άλλος Αμερικανός πρόεδρος (Γούντροου Ουίλσον) είχε υπογράψει τη συνθήκη η οποία, σύμφωνα με ιστορικούς, οδήγησε στην πολιτική του πτώση και έθεσε τις βάσεις για την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο πραγματικός καταλύτης αυτής της «συνθηκολόγησης» δεν ήταν η καλή θέληση, αλλά ο κυνικός εκβιασμός της Τεχεράνης στο Στενό του Ορμούζ. Η ανάγκη για σταθεροποίηση των αγορών ενέργειας ανάγκασε τον Τραμπ να εγκαταλείψει το δόγμα της «μέγιστης πίεσης». Το Ιράν πέτυχε μάλιστα μια ιδιαίτερα σημαντική νίκη: ανάγκασε την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί την επαναλειτουργία του Στενού υπό την απειλή της μόνιμης επιβολής «τελών» μετά το πέρας των 60 ημερών.
Στην ουσία, η επιδίωξη της οικονομικής σταθερότητας αποδείχθηκε ισχυρότερη από τις προεκλογικές δεσμεύσεις, αποδεικνύοντας ότι ο πόλεμος που ξεκίνησε ο Τραμπ ήταν ένα εξαιρετικά δαπανηρό λάθος που κατέληξε σε μια -ταπεινωτική για κάποιους- αναδίπλωση.
Το χρονικό μια προαναγγελθείσας υποχώρησης
Ταπεινωτική γιατί ο Τραμπ χρειάστηκε να παραβιάσει όλες τις άλλοτε «κόκκινες γραμμές» του προκειμένου να υπογράψει το μνημόνιο κατανόησης με την Τεχεράνη.
Και από εκεί που κάποτε απαιτούσε πλήρη υποταγή, φαίνεται τώρα να αποδέχεται μια πραγματικότητα που παλαιότερα θα χαρακτήριζε ως προδοσία των αμερικανικών συμφερόντων.
Υποστήριξε βέβαια ότι οι στρατιωτικοί στόχοι των ΗΠΑ, όπως η συντριβή του ναυτικού του Ιράν, έχουν επιτευχθεί και ότι το μνημόνιο κατανόησης δημιουργεί μια οδό για τον μακροπρόθεσμο περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Όμως, η σύγκριση των αρχικών απαιτήσεών του και των τωρινών παραχωρήσεων είναι αποκαλυπτική:
Αρχικοί όροι Τραμπ
- «Άνευ όρων παράδοση» και πλήρης διάλυση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.
- Απόλυτη απαγόρευση εμπλουτισμού ουρανίου και κατάργηση του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν.
- Μηδενική χρηματοδότηση πληρεξουσίων (proxies) και λόγος στην επιλογή του ανώτατου ηγέτη της χώρας.
Όροι του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ
- Άμεση ελάφρυνση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν για την πώληση πετρελαίου.
- Σιωπηρή αποδοχή του δικαιώματος του Ιράν στον εμπλουτισμό για «σκοπούς ηλεκτροπαραγωγής».
- Αποδοχή της κατοχής βαλλιστικών πυραύλων.
- Αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της Τεχεράνης.
Η πιο ηχηρή ήττα εντοπίζεται στην αποδοχή της κατοχής πυραύλων από το Ιράν. Η δήλωση του Τραμπ ότι «οι πύραυλοι δεν είναι το πρόβλημα» επειδή «πλήττουν μια μικρή περιοχή και δεν ανατινάζουν τον πλανήτη», αποτελεί μια απευθείας αιχμή προς το Πεντάγωνο που επί μήνες υπερτόνιζε την «πυραυλική απειλή» που συνιστά το βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ο Τραμπ απέρριψε αδιάφορα αυτή την απειλή στη συνέντευξη Τύπου που σηματοδότησε τη λήξη της συνόδου της Ομάδας των Επτά στο Εβιάν της Γαλλίας. Χλεύασε μάλιστα όσους του έδιναν συμβουλές -αποκαλώντας τους «τύπους που συμπαθώ»- λέγοντας ότι εστιάζουν στο λάθος ζήτημα με την εμμονή τους στους βαλλιστικούς πυραύλους. «Εννοώ, πρέπει να έχουν κάποιους, επειδή και άλλοι έχουν κάποιους», είπε ο Τραμπ.
Με αυτή την κίνηση, δε, ο Τραμπ ουσιαστικά αποσυνδέει την ασφάλεια των ΗΠΑ από εκείνη των περιφερειακών συμμάχων του (Ισραήλ, Σαουδική Αραβία), θυσιάζοντας την προστασία τους στον βωμό της δικής του άμεσης απεμπλοκής.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση και για τον εμπλουτισμό ουρανίου από την Τεχεράνη. Επί χρόνια, ο ίδιος και πολλοί Ρεπουμπλικανοί επικριτές του Ιράν στηλίτευαν το γεγονός ότι επιτρεπόταν στην Τεχεράνη να εμπλουτίζει ουράνιο, εφόσον -όπως η ίδια επιμένει- δεν θέλει πυρηνικό όπλο. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε στο Fox News τον Μάιο ότι το Ιράν πρέπει να «εγκαταλείψει τον εμπλουτισμό».
Εχθές όμως, ο Τραμπ δήλωσε ότι «είναι λίγο δύσκολο όταν άλλοι το έχουν, όταν άλλα γειτονικά κράτη το έχουν, και εσύ δεν τους επιτρέπεις να το έχουν για σκοπούς ηλεκτροπαραγωγής και τέτοια πράγματα», προσθέτοντας: «Πρέπει να χρησιμοποιείς λίγη κοινή λογική».
Το φάντασμα του Χέρμπερτ Χούβερ
Καταλυτικό ρόλο στην υπογραφή του μνημονίου έπαιξε όμως και η σημασία που αποδίδει ο Τραμπ στο πολιτικό του «brand» ως ο «μέγας διαπραγματευτής» και εγγυητής της ευημερίας. Ο τρόμος του μήπως η υστεροφημία του ταυτιστεί με μια νέα Μεγάλη Ύφεση υπήρξε πιθανότατα το ισχυρότερο κίνητρο για τη συνθηκολόγηση. Η αναφορά του στον Χέρμπερτ Χούβερ δεν ήταν μια τυχαία ιστορική μνεία, αλλά απόδειξη της αγωνίας του να προστατεύσει το πολιτικό του κεφάλαιο.
Ο Τραμπ παραδέχθηκε κυνικά ότι η συνέχιση του πολέμου θα οδηγούσε σε «οικονομική καταστροφή». Στη συνέντευξη Τύπου, ο Αμερικανός πρόεδρος λειτούργησε περισσότερο ως CEO που προσπαθεί να διασώσει την τιμή της μετοχής του παρά ως αρχιστράτηγος. Χλεύασε μάλιστα τους «σκληρούς τύπους» της κυβέρνησής του -τους οποίους χαρακτήρισε «ηλίθιους»- επειδή η εμμονή τους στους βομβαρδισμούς θα οδηγούσε τη χώρα στον γκρεμό.
Η Τεχεράνη, διαβάζοντας σωστά αυτή την αδυναμία του, χρησιμοποίησε το Στενό ως μοχλό εκβιασμού.
«Εμφύλιος» στο Καπιτώλιο: «Γεράκια» εναντίον «κοινής λογικής»
Η στροφή αυτή προκάλεσε σεισμό στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, φέρνοντας στην επιφάνεια μια βαθιά ρήξη μεταξύ ρεαλισμού και πολιτικής επιβίωσης.
Τα παραδοσιακά «γεράκια» βλέπουν στη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν μια αίρεση κατά του Ρηγκανισμού. Ο Μπιλ Κάσιντι δήλωσε ότι «θα τρίζουν τα κόκκαλα του Ρήγκαν στον τάφο του», ενώ ο Τεντ Κρουζ προειδοποίησε για την παραφροσύνη της χρηματοδότησης «θεοκρατικών παρανοϊκών». «Η ιστορία μας διδάσκει ότι το να δίνεις δισεκατομμύρια δολάρια σε θεοκρατικούς παρανοϊκούς που θέλουν να μας δολοφονήσουν δεν είναι καλή ιδέα», δήλωσε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του.
Οι Νίκι Χέιλι και Μάικ Πενς έσπευσαν επίσης να πάρουν αποστάσεις, θρηνώντας την εγκατάλειψη των «κόκκινων γραμμών» της κυβέρνησης Τραμπ.
Στον αντίποδα, η μεταστροφή του Λίντσεϊ Γκράχαμ μετά από μια μόλις ώρα συνομιλίας με τον απεσταλμένο του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ, καταδεικνύει πώς η προσωπική πίστη στον Τραμπ υπερτερεί των πολιτικών θέσεων.
Ο δε Μάρκο Ρούμπιο, που κάποτε απαιτούσε τον πλήρη τερματισμό του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου της Τεχεράνης, στάθηκε σιωπηλός πίσω από τον Αμερικανό πρόεδρο κατά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης, αποδεχόμενος την επίκληση της «κοινής λογικής» από τον Τραμπ όσον αφορά τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν.
Η ειρωνεία είναι παροιμιώδης: ο Τραμπ σήμερα φαίνεται να εφαρμόζει την «πολιτική Ομπάμα» την οποία κάποτε καθύβριζε ως την «χειρότερη συμφωνία όλων των εποχών», προκαλώντας την οργή όσων πίστεψαν στη ρητορική της «μέγιστης πίεσης».
«Κάνει πολλά από αυτά για τα οποία ο Τραμπ κατηγορούσε τον Ομπάμα», δήλωσε για τα σχόλια του προέδρου ο Κρίστιαν Γουίτον, σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις κυβερνήσεις του Τζορτζ Μπους του νεότερου και της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ.
Ταμείο 300 δισ. ευρώ, αποδέσμευση κεφαλαίων και άρση των κυρώσεων
Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες πτυχές του μνημονίου όμως είναι η επανένταξη του Ιράν στο διεθνές οικονομικό σύστημα μέσω της άρσης των κυρώσεων σε βάρος του ιρανικού πετρελαίου, της αποδέσμευσης παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και της δημιουργίας ενός «ταμείου ανοικοδόμησης» ύψους 300 δισ. δολαρίων.
Για να δικαιολογήσει το ταμείο των 300 δισ. δολαρίων η κυβέρνηση Τραμπ τόνισε ότι δεν πρόκειται για χρήματα των Αμερικανών φορολογούμενων αλλά για ένα «επενδυτικό πλαίσιο» που θα επιτρέψει την προσέλκυση επενδυτών, όπως το να επιτραπεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να κατασκευάσουν σταθμό ηλεκτροπαραγωγής στο Ιράν.
Για την αποδέσμευση των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, ο Τραμπ -με έναν ξεκάθαρα επικοινωνιακό ελιγμό που έχει στόχο να αποφευχθεί η σύγκριση με τις «παλέτες μετρητών» της εποχής Ομπάμα, για τις οποίες έχει πολλάκις κατηγορήσει τον πρώην Αμερικανό πρόεδρο- υποστήριξε κυνικά ότι «δεν είναι δικά μας χρήματα, είναι δικά τους». Προειδοποίησε μάλιστα ότι η μη επιστροφή τους θα έπληττε την αξιοπιστία του δολαρίου.
Όσον αφορά την άρση των κυρώσεων, η κυβέρνησή Τραμπ ισχυρίζεται ότι πρόκειται για συμφωνία «πληρωμής βάσει απόδοσης». Ωστόσο, το κείμενο καθιστά σαφές ότι το Ιράν θα λάβει απαλλαγές από κυρώσεις ώστε να πουλά ελεύθερα πετρέλαιο όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις.
Με άλλα λόγια, η σκληρή αλήθεια είναι ότι η Ουάσιγκτον παραχώρησε το μοναδικό της μοχλό πίεσης -τα παγωμένα assets και τις κυρώσεις στο πετρέλαιο- πριν καν εξασφαλίσει μια τελική συμφωνία. Ο κίνδυνος τα κεφάλαια αυτά να χρηματοδοτήσουν τους πληρεξουσίους (proxies) της Τεχεράνης παραμένει, ακυρώνοντας χρόνια προσπαθειών για τον περιορισμό της τρομοκρατίας.
Η εύθραυστη προθεσμία των 60 ημερών
Η εκεχειρία που εξασφαλίζει το μνημόνιο κατανόησης παραμένει ωστόσο εξαιρετικά εύθραυστη.
Άλλωστε, ο Τραμπ έχει ιστορικό στο να υιοθετεί σκληρή στάση μόνο και μόνο για να την ανατρέψει λίγες ημέρες -ορισμένες φορές ακόμη και λίγες ώρες- αργότερα. Και τα «γεράκια» για το Ιράν ίσως να μην χρειάζεται να ανησυχούν υπερβολικά: η προσωρινή συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για 60 ημέρες διαπραγματεύσεων και ο Τραμπ μπορεί να αλλάξει γνώμη.
Στο περιθώριο της συνόδου της Ομάδας των Επτά, μάλιστα, ο Τραμπ απείλησε ότι εάν η τελική συμφωνία «δεν ολοκληρωθεί μέσα σε 60 ημέρες, επιστρέφουμε στους βομβαρδισμούς». Αργότερα είπε ότι η προθεσμία θα μπορούσε να αλλάξει.
Η επικείμενη συνάντηση στην Ελβετία μεταξύ του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, και του επικεφαλής διαπραγματευτή της Τεχεράνης, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, θα αποτελέσει το πρώτο crash test αυτής της διπλωματικής προσπάθειας.
Με άλλα λόγια, η ηρεμία που διασφαλίζει η υπογραφή του μνημονίου κατανόησης μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί απλώς μια παύση πριν από μια ακόμα μεγαλύτερη καταιγίδα, με τις ΗΠΑ όμως να έχουν ήδη απεμπολήσει τα ισχυρότερα «όπλα» τους.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.