Φάρος Κόγχη: Ο ιστορικός πέτρινος φάρος της Σαλαμίνας

Στις νότιες ακτές της Σαλαμίνας συναντούμε έναν από τους πιο γραφικούς και καλοδιατηρημένους φάρους της Ελλάδας

Φάρος

Του Νικόλα Μπάρδη

Η ιστορία των φάρων στην Ελλάδα ξεκινάει ήδη από την εποχή του Ομήρου. Συνολικά στην Ελλάδα υπάρχουν 144 πέτρινοι φάροι, οι 46 εκ των οποίων είναι στελεχωμένοι. Από τα μέσα του 20ου αιώνα και στο εξής η τεχνολογία κατέστησε δυνατή τη λειτουργία των φάρων, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία του φαροφύλακα. Μέχρι τότε, οι φαροφύλακες διέμεναν στους φάρους μαζί με τις οικογένειές τους, και ήταν υπεύθυνοι για τη λειτουργία των φάρων κυρίως τις βραδινές ώρες, ενώ έπρεπε να εξασφαλίζουν ότι στρέφουν κανονικά τα κάτοπτρα και ότι τροφοδοτείται το φωτιστικό με καύσιμο, για να μη σβήνει ποτέ η φωτεινή ένδειξη που ήταν άκρως απαραίτητη για τους ναυτικούς και τα πλεούμενα. 

Στις μέρες μας, ωστόσο, ο ρόλος τους έχει διαφοροποιηθεί αρκετά. Πλέον οι φαροφύλακες είναι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση της λειτουργίας των φάρων, για τη συντήρηση και για τυχόν επισκευές που απαιτούνται μέσα στον χρόνο. Η μεγαλύτερη πρόκληση βέβαια που έχουν να αντιμετωπίσουν δεν είναι η δυσκολία της εργασίας, αλλά η απομόνωση. Η ζωή στον φάρο είναι αρκετά δύσκολη και απαιτητική, ενώ μαθαίνει στους φαροφύλακες να στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στις δικές τους δυνάμεις. Μακριά από όλους και από όλα, σε απομονωμένα ακρωτήρια και απόκρημνες πλαγιές, με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα να χτυπάει την ακτή και να «σπάει» την απόκοσμη σιωπή, δεν έχουν να στηριχτούν σε κανέναν παρά μόνο στον ίδιο τους τον εαυτό. Παράλληλα, η διαμονή τους εκεί τους μαθαίνει να είναι προνοητικοί και να προλαμβάνουν καταστάσεις, αλλά και τυχόν προβλήματα που ανακύπτουν.

Και φυσικά οι προκλήσεις δεν σταματούν εδώ. Συνήθως η διαδρομή προς τους φάρους είναι από μόνη της μία δοκιμασία για το προσωπικό, καθώς βρίσκονται σε ιδιαίτερα απόμερες περιοχές. Η προσέγγιση των δυσπρόσιτων ακτών γίνεται με μικρά σκάφη, έπειτα διανύουν πολύωρες πορείες σε απότομα και αχαρτογράφητα μονοπάτια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις κάνουν και ανάβαση σε κάθετους βράχους, πάνω κυριολεκτικά από την επιφάνεια της θάλασσας. Όλα αυτά κουβαλώντας τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη συντήρηση του πυρσού και τις αναγκαίες προμήθειες για τη διαβίωσή τους. Φτάνοντας στον φάρο και βλέποντας τη θέα που ανοίγεται μπροστά, παίρνουν μία βαθιά ανάσα και είναι έτοιμοι να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Είναι το μόνο μέρος που λογίζουν για σπίτι τους, μακριά από το σπίτι.

Ένας τέτοιος φάρος που βρίσκεται σε λειτουργία και ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική και την ιστορία του, είναι αυτός στην Κόγχη της Σαλαμίνας. Βρίσκεται στις νότιες ακτές του νησιού, στο ακρωτήρι Λυκόπουλο, ανάμεσα από τους παραθεριστικούς οικισμούς Περιστέρια και Κολώνες, ενώ πολύ κοντά του βρίσκεται και το σπήλαιο του Ευριπίδη. Η πρόσβαση στον φάρο γίνεται μέσω ενός επαρχιακού δρόμου, όμως τα τελευταία 500 μέτρα της διαδρομής είναι αρκετά δύσκολα, ιδιαίτερα μετά από την τελευταία κακοκαιρία, όπου ένα κομμάτι του δρόμου υπέστη μεγάλες φθορές. Ο φάρος είναι εξ ολοκλήρου πέτρινος και ο πύργος του φτάνει στα 11 μέτρα ύψος, ενώ στην απόληξή του βλέπουμε έναν μεταλλικό κλωβό. Στο εσωτερικό του διαθέτει κουζίνα, σαλόνι, δύο υπνοδωμάτια και τουαλέτα, ενώ είναι πλήρως εξοπλισμένος με όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Τέλος, η παροχή ρεύματος γίνεται μέσω των φωτοβολταϊκών που έχουν τοποθετηθεί λίγο πιο δίπλα.

Ο ιστορικός αυτός και διατηρητέος φάρος λειτουργεί αδιάκοπα από το 1901, ατενίζει τον Σαρωνικό και τα χιλιάδες πλεούμενα που διέρχονται από εκεί, φωτίζοντας ακούραστα τον δρόμο στους ναυτικούς, όταν πέφτει το σκοτάδι. Ο Φάρος στην Κόγχη της Σαλαμίνας αποτελεί ένα μνημείο του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου και ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας και της ελληνικής ναυτικής παράδοσης. Αν βρεθείτε ποτέ στην περιοχή, φροντίστε να σεβαστείτε δεόντως τον χώρο και το περιβάλλον, καθώς για τους φαροφύλακες δεν είναι αξιοθέατο, αλλά χώρος εργασίας και σπιτικό τους.
 

Πηγή: skai.gr
68 0 Bookmark

Απόρρητο