Κρίσιμες οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο 

Το καθεστώς του Ιράν δίνει την εντύπωση ανανέωσης, με καθαρά κυρίαρχους πλέον τους Φρουρούς της Επανάστασης, και τη στρατηγική εργαλειοποίηση του Στενού του Ορμούζ

εκλογές ΗΠΑ

O Αμερικανός πρόεδρος επηρεασμένος από την ταχύτητα της επιχείρησης για την απαγωγή του Μαδούρο, είναι πολύ πιθανό να ανάμενε μια παρόμοια εξέλιξη και στο Ιράν. Ίσως, να είχε και λανθασμένες πληροφορίες για τη συνοχή τού εκεί καθεστώτος και τις αμυντικές δυνατότητες της χώρας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι προσδοκίες του για την επίτευξη πολλαπλών στόχων με ένα μόνο επιδέξιο χτύπημα αποδείχθηκαν αβάσιμες.

Το καθεστώς του Ιράν δίνει την εντύπωση ανανέωσης, με καθαρά κυρίαρχους πλέον τους Φρουρούς της Επανάστασης, και τη στρατηγική εργαλειοποίηση του Στενού του Ορμούζ, η οποία έχει ενισχύσει δραστικά τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της Τεχεράνης.   Το νέο τοπίο είναι ασαφές, παρά τις κάποιες διπλωματικές δεσμεύσεις των δύο χωρών για παύση πυρός, ενώ το Ισραήλ διαφωνεί.

Θα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η εξέλιξη της κατάστασης, μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. 

Οι προσδοκίες Τραμπ

Από γεωπολιτική άποψη, ο Αμερικανός πρόεδρος επιδίωκε να αναδιαμορφώσει την ισορροπία στη Μέση Ανατολή υπέρ των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Τα παράπλευρα θύματα θα ήταν οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και ο Λίβανος. Επιπλέον, η αλλαγή πολιτικού καθεστώτος θα απομάκρυνε το Ιράν από την Κίνα και θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση του προέδρου Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι. Αν ο τελευταίος έχει τον έλεγχο των σπάνιων γαιών ως μέσο πίεσης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τραμπ, με τη μεταφορά δύο μεγάλων παραγωγών πετρελαίου (Βενεζουέλας και Ιράν) στο στρατόπεδο των ΗΠΑ, θα μπορούσε να είχε τον έλεγχο του πετρελαίου έναντι της Κίνας, ως αντίβαρο. Τέλος, μια γρήγορη νίκη κατά της Τεχεράνης θα επέτρεπε στον Αμερικανό πρόεδρο να προχωρήσει στο επεκτατικό του σχέδιο, με νέους στόχους την Κούβα και, ίσως, τη Γροιλανδία.

Αλλά η υποτιθέμενη «νίκη επί του Ιράν» θα είχε επίσης σημαντικές επιπτώσεις και σε εγχώριο επίπεδο για τον Αμερικανό πρόεδρο. Πρώτα απ' όλα, ο Τραμπ υπολόγιζε ότι θα ανταμειβόταν από το αμερικανικό εκλογικό σώμα για την εξάλειψη ενός εχθρικού και καταπιεστικού πολιτικού καθεστώτος, το οποίο μόλις λίγους μήνες νωρίτερα είχε σκοτώσει χιλιάδες αντιφρονούντες διαδηλωτές.

Η ταχεία ενέργεια, βασισμένη στη συντριπτική αμερικανική στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή, θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να επιτύχει στόχους που στο παρελθόν απαιτούσαν υψηλές απώλειες, σημαντική δαπάνη οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πόρων, ανάλωση σημαντικού πολιτικού κεφαλαίου προκειμένου να πειστεί η κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα της επέμβασης, και μερικές φορές χρόνια παραμονής στρατευμάτων στο ξένο έδαφος (π.χ. Αφγανιστάν).

Ένα άλλο εγχώριο όφελος που αναμενόταν από τη νίκη επί του Ιράν αφορούσε τις οικονομικές επιπτώσεις.

Όχι μόνο οι αμερικανικές εταιρείες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην παραγωγή ορυκτών καυσίμων στο Ιράν, αλλά η αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύος της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή, θα ωθούσε τις χώρες του Κόλπου να αυξήσουν την παραγωγή και να μειώσουν την τιμή του εξαγομένου πετρελαίου, μειώνοντας συνακόλουθα την τιμή της βενζίνης στην εγχώρια αγορά των ΗΠΑ, κάτι που χρειάζεται έντονα ο Τραμπ.

Τέλος, ο πόλεμος με το Ιράν θα καθιστούσε δυνατή την απόσπαση της προσοχής της αμερικανικής κοινής γνώμης από ζητήματα, στα οποία η κυβέρνηση βρισκόταν διαρκώς και περισσότερο σε άμυνα (τα αρχεία Epstein, η βαρβαρότητα της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων-ICE στην άσκηση αντιμεταναστευτικών πολιτικών κ.λπ.).

Η αποστολή δεν ολοκληρώθηκε

Ωστόσο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν ήταν η εύκολη επιχείρηση που ανάμενε ο Τραμπ. Τώρα ο πρόεδρος παγιδευμένος, βρίσκεται σε δυσχερή θέση, καθώς πρέπει να τερματίσει τον πόλεμο σύντομα, με τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως αμερικανική νίκη, διαφορετικά η κυβέρνησή του και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κινδυνεύουν με ενδεχόμενη ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου.

Η δυναμική της οικονομίας

Είναι αλήθεια ότι, προς το παρόν, η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να αναπτύσσεται με σχετικά ισχυρό ρυθμό. Το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν 1,6%. Παρά την ασθενέστερη ανάπτυξη από ό,τι επί διοίκησης Μπάιντεν, η οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση -το ποσοστό ανεργίας ήταν 4,3% τον Απρίλιο. Επιπλέον, το χρηματιστήριο, μετά τις πτώσεις που καταγράφηκαν στην αρχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή και με αφορμή το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, έχει επιστρέψει σε υψηλά όλων των εποχών λόγω των αξιών των μετοχών εταιρειών, που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη (AI).

Ωστόσο, η δυναμική της κατανάλωσης των νοικοκυριών, η οποία ιστορικά είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης των ΗΠΑ, αρχίζει να αντικατοπτρίζει τον αντίκτυπο του πολέμου με το Ιράν.

Σε σύγκριση με το προηγούμενο 1ο τρίμηνο, η κατανάλωση συνέχισε να επιβραδύνεται από +1,9% σε +1,4% και είναι πιθανό, εάν διαρκέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η επιβράδυνση να συνεχιστεί και τα επόμενα τρίμηνα, κυρίως λόγω των πληθωριστικών τάσεων, που έχουν δημιουργηθεί από τις έντονες αυξήσεις των τιμών των καυσίμων, σε σχέση με τα προ των εχθροπραξιών επίπεδα. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης των ΗΠΑ υποχώρησε απότομα τον Απρίλιο και τον Μάιο διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί.

Επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη

Ο παράγοντας ο οποίος ενισχύει την οικονομία των ΗΠΑ, είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις (+7% το πρώτο τρίμηνο 2026), ιδιαίτερα στην τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογίες αιχμής. Στην τρέχουσα οικονομική δραστηριότητα, οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν παράγοντα ανθεκτικότητας για την εγχώρια οικονομία.

Σύμφωνα με ανάλυση της Moody's Analytics, η τεχνητή νοημοσύνη από μόνη της συνεισέφερε περίπου το 1/4 της συνολικής ανάπτυξης των ΗΠΑ το 2025, και εκτιμάται, ότι με μεγάλες πιθανότητες το ίδιο θα επαναληφθεί και κατά το τρέχον έτος.      

Είναι αξιοσημείωτη η γνώμη, ότι χάρη στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η οικονομία μπόρεσε να απορροφήσει τους επαναλαμβανόμενους κραδασμούς που προκλήθηκαν από τις αμφίσημες πολιτικές του προέδρου.

Είναι όμως βιώσιμη η τρέχουσα δυναμική των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη; Ενώ οι επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα χρηματοδοτήθηκαν αρχικά κυρίως από αδιανέμητα κέρδη μεταξύ των εταιρειών της Silicon Valley, τώρα χρηματοδοτούνται κυρίως από ιδιωτικές πιστώσεις και μετοχικά κεφάλαια, με τους επενδυτές να επιδιώκουν ιδιαίτερα υψηλά μελλοντικά κέρδη, τα οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτή η τεχνολογία.

Σύμφωνα με εκτιμητές, δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί ο κίνδυνος μιας κερδοσκοπικής χρηματοπιστωτικής φούσκας, καθώς είναι ενδεχόμενο τα κέρδη τα οποία θα προκύψουν, τελικά, να μην επιτρέψουν την ικανοποίηση των προσδοκιών όλων των πιστωτών και μετόχων. Αν ο πόλεμος στο Ιράν συνεχιστεί, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου και η ασυνεχής ροή του θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο σε επενδύσεις υψηλής έντασης ενέργειας, όπως αυτές τις οποίες απαιτεί η τεχνητή νοημοσύνη, με αποτέλεσμα τη μείωση της κερδοφορίας τους.

Εάν το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ συνεχιστεί, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί, ότι οι επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη θα υποστούν πιέσεις τόσο οικονομικά, όσο και λειτουργικά από σημεία συμφόρησης στις αλυσίδες αξίας, με κίνδυνο να αποδυναμωθεί σημαντικά η ανάπτυξή τους. Είναι αξιοσημείωτο ακόμη, ότι η τρέχουσα επενδυτική έκρηξη στην ΑΙ συνδέεται διαρκώς και περισσότερο με τη διαθεσιμότητα προϊόντων από την πλευρά της προσφοράς και όχι από τη ζήτηση της αγοράς.

Ενδεχομένως, σύμφωνα με παρατηρητές, δεν θα αποκλειόταν να υπάρξει σημαντική διόρθωση, σε μια χρηματιστηριακή αγορά, όπου οι αξίες των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης συνέχισαν μέχρι στιγμής να αυξάνονται - ανεξάρτητα από τα πραγματικά κέρδη τα οποία δημιουργούνται- ενώ παράλληλα είναι αυξημένη η αβεβαιότητα, η οποία προκαλείται από ένα εξαιρετικά ταραγμένο διεθνές περιβάλλον.

Εάν η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίσει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα σε κυκλική βάση (με τις επιφυλάξεις που αναφέραμε σχετικά με την κατανάλωση και τις επενδύσεις), αυτό δεν σημαίνει, ότι δεν συσσωρεύονται σύννεφα στον ορίζοντα λόγω διαρθρωτικών ανισορροπιών.

Oι δασμοί του προέδρου Τραμπ απέτυχαν να μειώσουν σημαντικά την ανισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, ενώ οι φορολογικές περικοπές ($ 4 τρισ.που επαναφέρθηκαν ή εισήχθησαν από τον νόμο One Big Beautiful Bill Αct (Μάιος 2025), μαζί με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και το γεγονός, ότι το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ πρέπει να επιστρέψει τους δασμούς που κηρύχθηκαν αντισυνταγματικοί από το Ανώτατο Δικαστήριο, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δημόσιο έλλειμμα άνω του 7% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά, και η ανάγκη χρηματοδότησής τους, σε συνδυασμό με την αυξημένη εξάρτηση της Federal Reserve από την πολιτική εξουσία –επιθυμία του προέδρου για χαμηλά επιτόκια– καθώς η ηγεσία της τράπεζας μετατοπίζεται από τον Jay Powell στον Kevin Warsh, είναι ενδεχόμενο να μειώσει τη ζήτηση για κρατικά ομόλογα και να οδηγήσει σε αυστηρότερες οικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ.

Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων, αν και το κεντρικό σενάριο για φέτος παραμένει για αύξηση του ΑΕΠ των ΗΠΑ κατά περίπου 2%, οι κίνδυνοι ύφεσης συσσωρεύονται και, σύμφωνα με τις δεξαμενές σκέψης των αμερικανικών επενδυτικών τραπεζών, η αντίστοιχη πιθανότητα έχει αυξηθεί στο 25%~40% (σε σύγκριση με 15% σε κανονικές περιόδους). Το ενδεχόμενο ύφεσης θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω, εάν το Στενό του Ορμούζ συνεχίσει να παραμένει κλειστό.

Η ψηφοφορία πλησιάζει

Ακόμη και στην ευνοϊκότερη περίπτωση, δηλαδή αυτή του γρήγορου τερματισμού της σύγκρουσης με το Ιράν και της οικονομικής ανάπτυξης γύρω ή λίγο πάνω από το 2% (που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία των G7), εκτιμάται ότι θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο το εκλογικό σώμα των ΗΠΑ να καταλήξει να ανταμείψει την κυβέρνηση Τραμπ για τη διαχείριση της οικονομίας.

Οι δημοσκοπήσεις είναι σαφείς. Λιγότερο από το 40% των ψηφοφόρων εγκρίνει την οικονομική πολιτική του Τραμπ, ενώ το 60% την αποδοκιμάζει. Όπως συνέβη με τον Μπάιντεν, έτσι και ο Τραμπ τιμωρείται από τον πληθωρισμό, ο οποίος, λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, έχει επιστρέψει πάνω από το 3% από τον Μάρτιο και υπερέβη το όριο του 4% τον Μάιο (4,2% σε ετήσια βάση).

Εάν η έκβαση στη σύγκρουση με το Ιράν ήταν θετική, η αρχική αύξηση της τιμής του πετρελαίου θα είχε ακολουθηθεί από μια ταχεία μείωση, μόλις τελείωνε ο πόλεμος, και η τιμή ενός γαλονιού βενζίνης θα είχε πέσει πολύ κάτω από τα $3 (ήταν $2,98 λίγο πριν από την έναρξη της σύγκρουσης).  Ωστόσο, κατά την τρέχουσα περίοδο, η μέση τιμή παραμένει πάνω από τα $4 το γαλόνι, και δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ έχει εκφράσει τη σκέψη να αναστείλει προσωρινά τον ομοσπονδιακό φόρο καυσίμων. 

Δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος

Σε πολιτικό επίπεδο, διαφαίνεται ότι η δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος επιδεινώνεται, από την έλλειψη προσοχής του πρόεδρου σε εσωτερικά πολιτικά ζητήματα και τη λειτουργία των θεσμών. Μόνο θέματα που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να κερδίσει τις ενδιάμεσες εκλογές, όπως πχ ο επαναπροσδιορισμός των εκλογικών περιφερειών -προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των Ρεπουμπλικανών που εκλέγονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων- φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Η αντιμεταναστευτική εκστρατεία, η οποία ήταν αρχικά δημοφιλής, είναι σιωπηλή μετά τις ενέργειες του ICE στη Μινεάπολη. Αυτά και άλλα, σε συνδυασμό με τις ανελεύθερες τάσεις του Τραμπ, έχουν προκαλέσει μια ισχυρή λαϊκή κινητοποίηση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις διαδηλώσεις «No Kings».

Θα μπορούσε να σημειωθεί, ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει περαιτέρω περιθωριοποίηση του Κογκρέσου, το οποίο δεν έχει ακόμη ψηφίσει πολεμικές εξουσίες στον πρόεδρο, παρά το γεγονός ότι η σύγκρουση διάρκεσε πέρα από τους δύο μήνες που του επιτρεπόταν να δράσει χωρίς την έγκριση της νομοθετικής εξουσίας.       Είναι ενδεχόμενο να δημιουργείται η αίσθηση, ότι Τραμπ χρησιμοποιεί τον πόλεμο, για να ενισχύσει περαιτέρω την εκτελεστική εξουσία του, να αποδυναμώσει τους ελέγχους και τους εξισορροπητικούς θεσμούς και να προωθήσει μια αμφιλεγόμενη ατζέντα.       Είναι ίσως χαρακτηριστικό, ότι νέες εκθέσεις για την χρηματοδότηση των πολιτικών εκστρατειών, αποκαλύπτουν την έντονη ανάπτυξη μιας ετερόκλητης ομάδας δωρητών, που έχουν συγκεντρώσει συλλογικά εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, για υποστήριξη των υποψηφίων κατά τις εκλογές του Νοεμβρίου (Politico 16/4/20266). Η δραστηριότητα αυτή ασκείται μέσω των μεγαλύτερων μη κερδοσκοπικών Επιτροπών Πολιτικής Δράσης ( PAC -Political Action Committee) στις οποίες συγκεντρώνονται δωρεές, κατά κύριο λόγο, από εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, κρυπτονομισμάτων και αθλητικών στοιχημάτων.

Πέρα από τον Νοέμβρη

Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων, ο Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να προχωρήσει σε μια στρατηγική επιλογή τις επόμενες εβδομάδες. Εκτός από την περίπτωση μιας μάλλον απομακρυνόμενης περίπτωσης πειστικής ανακήρυξης νίκης στον πόλεμο με τον Ιράν, που θα του επέτρεπε να φτάσει με ευνοϊκή προοπτική στις ενδιάμεσες εκλογές, οι πιθανότητες οι Ρεπουμπλικάνοι να διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις εκλογές του Νοεμβρίου είναι οριακές, ενώ το ίδιο ισχύει και για τη Γερουσία.

Ακόμη, ο επαναπροσδιορισμός των εκλογικών περιφερειών προς όφελός τους, είναι ενδεχόμενο να μην είναι αρκετός για να τους αποτρέψει από την ήττα. Ως προς τους Δημοκρατικούς, αν και δεν έχουν ακόμη συνέλθει από την ήττα του Νοεμβρίου 2024, στοιχηματίζουν στη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τις επιδόσεις της οικονομίας και στο γεγονός, ότι στις ενδιάμεσες εκλογές, οι ψηφοφόροι τείνουν να επιβάλλουν κυρώσεις στην κυβέρνηση. Οι δημοσκοπήσεις προς το παρόν φαίνονται να τους δικαιώνουν – 60% των Αμερικανών αποδοκιμάζουν την πολιτική στο Ιράν και τις επιπτώσεις, ενώ 35% την επικροτούν (NewsweeK, Μάϊος 2026).

Ως αποτέλεσμα, ο Τραμπ θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το δίλλημμα, μεταξύ της αποδοχής ενός δυσμενούς εκλογικού αποτελέσματος, το οποίο δεν θα του επέτρεπε την άνεση των προσωπικών αποφάσεων κατά τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας του, ή αντίθετα να επιταχύνει τη μετατροπή των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια ενδεχομένως αυταρχική δημοκρατία, αυξάνοντας περαιτέρω το βάρος της εκτελεστικής εξουσίας. 

Στο τρέχον στάδιο, δεν είναι καθόλου προφανές ότι, αντιμέτωπος με αυτή τη διχοτόμηση, ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πρώτη επιλογή. Απεναντίας, μια ανελεύθερη μετατόπιση θα του επέτρεπε να κυβερνήσει με λίγους ελέγχους μέχρι το τέλος της θητείας του (αν όχι και μετά) και να παίξει τον ιστορικό ρόλο, που αντιλαμβάνεται, για την αναγέννηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι σημαντικό βέβαια, ότι μια τέτοια επιλογή θα επέτρεπε επίσης στους κύκλους που τον περιβάλλουν να συνεχίσουν να αυξάνουν την επιρροή τους. 

Τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι πολύ υψηλά και θα μπορούσαν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ μιας ανελεύθερης επιλογής.

* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής


 

12 0 Bookmark

Απόρρητο