Η μακροχρόνια φροντίδα υγείας ορίζεται ως το σύνολο των παρεχομένων υπηρεσιών παρατεταμένου χρόνου για βοήθεια σε καθημερινές δραστηριότητες, διακρινόμενη σε τυπική φροντίδα (από επαγγελματίες, οργανωμένες δομές) και άτυπη (από μέλη οικογένειας και κοινωνικού περιβάλλοντος).
Μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για το χρονικό διάστημα 2015-2025 διερεύνησε τις ανισότητες υγείας, καταδεικνύοντας ότι στην Ελλάδα οι υψηλές ιδιωτικές πληρωμές υγείας, τα εγχώρια χαρακτηριστικά της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και οι γεωγραφικές ανισότητες κατανομής προσωπικού και υποδομών δυσχεραίνουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, η οποία παρακωλύεται περαιτέρω και από τη γήρανση του πληθυσμού, με την άνοδο του προσδόκιμου ζωής να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αλλά και σε αυξανόμενη συχνότητα χρονίων νοσημάτων, λειτουργικών περιορισμών και αναγκών μακροχρόνιας φροντίδας, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της πολιτικής υγείας από τη διαχείριση οξέων περιστατικών και λοιμωδών νοσημάτων σε χρόνια και εκφυλιστικά νοσήματα.
Έτσι, αναδεικνύεται η σημασία της μακροχρόνιας φροντίδας υγείας, η οποία επηρεάζεται από αλληλεπίδραση παραγόντων (πχ. εισόδημα, φύλο), οι δε σχετικές ανισότητες (πρόσβασης-χρήσης υπηρεσιών, καταβολή σχετικών δαπανών εκ των χρηστών τους) σχετίζονται άμεσα με τη διαβάθμιση του επιπέδου υγείας καθώς και του κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Παράλληλα, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται εισοδηματική διαβάθμιση χρήσης σχετικών υπηρεσιών (υψηλότερα ποσοστά σε χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες), εγχωρίως διαπιστώνεται περιορισμένη πρόσβαση σε κατ’οίκον υπηρεσίες φροντίδας σε όλο το εύρος της εισοδηματικής κατανομής, συνδεδεμένη με αναιμική δημόσια χρηματοδότηση-παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών και αυξημένη εξάρτηση από άτυπη μορφή φροντίδας. Το 50% ατόμων άνω των 65 ετών αναφέρει δυσχέρεια δραστηριοτήτων (προσωπικής φροντίδας και οικιακών), με υψηλότερα επίπεδα δυσκολιών να καταγράφονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (εγχωρίως, τα ποσοστά παραμένουν χαμηλά σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αντανακλώντας δομικούς περιορισμούς στην παροχή-θεσμική οργάνωση μακροχρόνιας φροντίδας και κοινωνική προτίμηση άτυπης μορφής φροντίδας) και στις γυναίκες σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες (αποκαλύπτοντας έμφυλες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες αναγκών μακροχρόνιας φροντίδας από την έναρξη της τρίτης ηλικίας και αντίστοιχα ευρωπαϊκά στοιχεία). Σε ηλικίες 75 ετών και άνω, οι εν λόγω δυσχέρειες εμφανίζονται αυξημένες και για τα δύο φύλα σε όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες, όμως στις γυναίκες παραμένουν υψηλές ανεξαρτήτως εισοδήματος.
Επίσης, η παραμονή ηλικιωμένων σε οικείο περιβάλλον προκρίνεται ως η ευρωπαϊκή κοινωνική επιλογή μοντέλου μακροχρόνιας φροντίδας, ενώ η εγχώρια χρήση υπηρεσιών κατ’ οίκον φροντίδας παραμένει χαμηλότερη του μέσου όρου της ΕΕ. Το 2019 το 7,3% ατόμων άνω των 65 ετών δήλωσε χρήση υπηρεσιών κατ’οίκον φροντίδας (10,5% στην ΕΕ).
Μεταξύ ατόμων 65 ετών και άνω με σοβαρές λειτουργικές δυσκολίες, το 43% δήλωσε έλλειψη βοήθειας (ποσοστό συγκρίσιμο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), όμως καταγράφεται πιο έντονη ανισότητα μη εξυπηρετούμενων αναγκών φροντίδας (η χαμηλότερη εισοδηματική κατηγορία εμφανίζει υψηλότερα ποσοστά έλλειψης βοήθειας) και γυναίκες 65 ετών και άνω με λειτουργικές δυσκολίες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά έλλειψης βοήθειας συγκριτικά με άνδρες (47,7% έναντι 44,2%). Πρόσθετα, υψηλό ποσοστό ερωτώμενων διατείνεται ότι η κάλυψη κόστους μακροχρόνιας φροντίδας καθίσταται δυσχερής, ενώ το ποσοστό των δηλούντων ότι το κόστος δε συνιστά δυσκολία είναι το χαμηλότερο ευρωπαϊκά (Ευρωπαϊκή Έρευνα για Ποιότητα Ζωής).
Συνδυαστικά με τη χαμηλή εγχώρια κρατική χρηματοδότηση, η κατίσχυση ιδιωτικών δαπανών υγείας/φροντίδας συνδέεται με ανισότητες οικονομικής προσβασιμότητας σε υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας, τα δε ευρωπαϊκά συστήματα μακροχρόνιας φροντίδας βασίζονται κατά 80% σε άτυπους φροντιστές (κυρίως γυναίκες και άτομα χαμηλότερου επιπέδου εκπαίδευσης-εισοδήματος) και στην ΕΕ το 60% της άτυπης φροντίδας παρέχεται από γυναίκες (αντίστοιχα ποσοστά καταγράφονται και εγχωρίως). Περαιτέρω, εξεταζομένης της έντασης της παρεχόμενης φροντίδας, η έμφυλη ανισότητα διευρύνεται. Στην Ευρώπη, 66% των παρεχόντων τουλάχιστον 20 ώρες φροντίδας εβδομαδιαίως είναι γυναίκες, οι οποίες, εκτός συχνότερης συμμετοχής στην άτυπη φροντίδα, επωμίζονται και μεγαλύτερο βάρος, εντείνοντας τις έμφυλες ανισότητες σε χρόνο, υγεία και συμμετοχή σε αγορά εργασίας. Εγχωρίως, το ποσοστό καταγράφεται χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (27,6% έναντι 35,6%) με μεγαλύτερη απόκλιση για άνδρες φροντιστές (22,4% και 39% στην ΕΕ), δηλαδή η εγχώρια παροχή άτυπης φροντίδας υψηλής έντασης συνδέεται με περιορισμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και για τα δύο φύλα, με τις παρέχουσες άτυπη φροντίδα γυναίκες πιθανότερο να εργάζονται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ακόμη, η υψηλή ένταση φροντίδας είτε η χρονικά παρατεταμένη παροχή της επιδρά και στη ψυχοσωματική υγεία των φροντιστών καθώς και στη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας, εντείνοντας τις κοινωνικές και έμφυλες ανισότητες.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα υπολείπεται της θεσμικής οργάνωσης και χρηματοδότησης του συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας, συγκριτικά με χώρες με ανεπτυγμένα συστήματα κοινοτικής φροντίδας-υποστήριξης γήρανσης στον τόπο κατοικίας, με τις περιορισμένες, συγκριτικά με την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών, δημόσιες δαπάνες μακροχρόνιας φροντίδας να επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και με την κάλυψη των σχετικών υπηρεσιών να ερείδεται κυρίως στην άτυπη φροντίδα, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις γυναίκες και επιτείνοντας τις έμφυλες ανισότητες στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές τάσεις (γήρανση πληθυσμού) αναμένεται να αυξήσουν τη ζήτηση υπηρεσιών φροντίδας και οι μεταβολές των προτύπων οικογενειακής συγκρότησης (αριθμητική αύξηση μονοπρόσωπων νοικοκυριών, μείωση γονιμότητας-αριθμού παιδιών ανά οικογένεια) να περιστείλουν τη διαθεσιμότητα άτυπης (οικογενειακής) φροντίδας, με την απουσία συνεκτικού συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας και την αυξανόμενη ζήτηση σχετικών υπηρεσιών να παγιώνουν τις κοινωνικές ανισότητες (κυρίως νοικοκυριών αδυνατούντων να ανταπεξέλθουν στο κόστος φροντίδας), Ακόμη, τα ελλιπή διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία καταβολής δαπάνης υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας περιορίζουν τη δυνατότητα αποτίμησης των ιδιωτικών πληρωμών των νοικοκυριών και του συνολικού κόστους (οικονομικού, χρονικού, ψυχοκοινωνικού) για τους φροντιστές, με τις εγχώριες σχετικές ιδιωτικές δαπάνες να καταγράφονται υψηλές (στις χώρες του ΟΟΣΑ δύνανται να υπερβαίνουν το 50% του μέσου εισοδήματος ατόμων που χρειάζονται φροντίδα, σε περιπτώσεις περιορισμένης κρατικής υποστήριξης).
Των ανωτέρω δοθέντων, εκφράζεται η κοινωνική προσδοκία εφαρμογής συνεκτικής πολιτικής μακροχρόνιας φροντίδας ως εργαλείο προσαρμογής στη δημογραφική γήρανση, με συλλογή-διασύνδεση σχετικών δεδομένων (συμπεριλαμβανομένων των διαβιούντων σε ιδρυματικές δομές) προς λεπτομερή αποτύπωση των ανισοτήτων και χάραξη πολιτικών άμβλυνσής τους. Τέλος, προκρίνεται και η ανάγκη υιοθέτησης σύνθετων μέτρων (αποϊδρυματοποίηση από κλειστές δομές φροντίδας, ανάπτυξη κοινοτικών υπηρεσιών φροντίδας και κατάλληλων συνθηκών αυξημένης παραμονής σε οικείο περιβάλλον, υποστήριξη άτυπων φροντιστών), προϋποθέτουσα επενδύσεις σε υπηρεσίες φροντίδας και δημόσιες υποδομές (προσβάσιμη κατοικία, τοπικές υπηρεσίες υγείας, μεταφορές) και συνδέοντας τη μακροχρόνια φροντίδα με πολιτικές υγείας, κοινωνικής προστασίας και τοπικής ανάπτυξης, ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο επίπεδο υγείας και η προσδοκώμενη υγειονομική και κοινωνική ισορροπία.
* Ο Ισίδωρος Μέντης είναι Φαρμακοποιός ΕΟΠΥΥ (ΕΚΠΑ), Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών (MBA) στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), Στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ