Νέα δεδομένα αλλάζουν τα δεδομένα στη διάγνωση, την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νόσου Αλτσχάιμερ, με τις εξετάσεις αίματος να μπορούν πλέον να εντοπίζουν τη νόσο με ακρίβεια που φτάνει το 90%, ενώ έως και το 45% του κινδύνου εμφάνισης άνοιας συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες.
Παράλληλα, δύο νέα φάρμακα μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου σε συγκεκριμένους ασθενείς, όμως η πρόσβαση σε αυτά παραμένει περιορισμένη, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους και των αυστηρών κριτηρίων χορήγησης.
Τα νεότερα δεδομένα παρουσίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ομότιμη καθηγήτρια Νευρολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών Μάγδα Τσολάκη, με αφορμή διάλεξη με θέμα «Νέες προσεγγίσεις στη διάγνωση, πρόληψη και αντιμετώπιση της άνοιας», που θα πραγματοποιήσει σήμερα στις 19:00 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.
Εξέταση αίματος για τη διάγνωση του Αλτσχάιμερ
Στο πεδίο της διάγνωσης, η αξιοποίηση βιοδεικτών όπως η φωσφορυλιωμένη tau-217 (p-tau217) και το β-αμυλοειδές 1-42 (Aβ42) επιτρέπει πλέον τον ταχύτερο και πιο στοχευμένο εντοπισμό της νόσου.
«Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε εξετάσεις αίματος στο πλάσμα, στις οποίες, με δύο πρωτεΐνες, τη φωσφο-Τ 217 και το β-αμυλοειδές 1-42, που εξετάζουμε, μπορούμε να θέσουμε τη διάγνωση της νόσου Alzheimer σε ποσοστό 90%», εξήγησε η κ. Τσολάκη.
Όπως σημείωσε, ένα αρνητικό αποτέλεσμα αποκλείει το Αλτσχάιμερ και στρέφει την έρευνα προς άλλες μορφές άνοιας. Οι εξετάσεις αίματος, ωστόσο, δεν αντικαθιστούν τη συνολική διαγνωστική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει κλινική εξέταση, νευροψυχολογική εκτίμηση, ειδικές εξετάσεις αίματος και μαγνητική τομογραφία.
«Αφού τα δει όλα αυτά ο γιατρός, στη συνέχεια αποφασίζει την τελική διάγνωση και τη θεραπεία», ανέφερε.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά τη δωρεάν διενέργεια των νέων διαγνωστικών εξετάσεων, με το συνολικό κόστος, σύμφωνα με την κ. Τσολάκη, να ανέρχεται στα 485 ευρώ: 220 ευρώ για τις πρωτεΐνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 230 ευρώ για τις πρωτεΐνες στο αίμα και 35 ευρώ για το προδιαθεσικό γονίδιο ε4 της Απολιποπρωτεΐνης Ε.
Έως 45% του κινδύνου άνοιας μπορεί να προληφθεί
Στο μέτωπο της πρόληψης, η κ. Τσολάκη αναφέρθηκε στους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με την εμφάνιση άνοιας.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση στη μέση ηλικία, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, η υψηλή LDL χοληστερόλη, το κάπνισμα, η κατάθλιψη, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, η κοινωνική απομόνωση, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, η απώλεια ακοής και όρασης, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
«Έχουμε δυνατότητα πρόληψης στο 45%. Δηλαδή, ο ρυθμός των ανοιών που περιμένουμε το 2050 μπορεί να είναι περίπου ο μισός, αν τελικά αντιμετωπίσουμε έγκαιρα αυτούς τους προδιαθεσικούς παράγοντες», τόνισε.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026, διευρύνουν τις παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου γνωστικής έκπτωσης και άνοιας, δίνοντας έμφαση μεταξύ άλλων στη σωματική δραστηριότητα, τη διακοπή του καπνίσματος, τη μείωση της επιβλαβούς κατανάλωσης αλκοόλ, την υγιεινή διατροφή, τη ρύθμιση της υπέρτασης, του διαβήτη και της χοληστερόλης, καθώς και στη μείωση της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Όπως εξήγησε η κ. Τσολάκη, στις νέες παραμέτρους που έχουν ενταχθεί στη συζήτηση περιλαμβάνονται επίσης ο ύπνος, το εγκεφαλικό επεισόδιο, οι διαταραχές όρασης, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ο HIV. Οι νέες οδηγίες του ΠΟΥ, πάντως, επισημαίνουν ότι για ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις, όπως η θεραπεία διαταραχών ύπνου ή η ορμονοθεραπεία στην εμμηνόπαυση, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν ακόμη για συγκεκριμένη σύσταση αποκλειστικά με στόχο την πρόληψη της άνοιας.
Η κ. Τσολάκη ανέφερε επίσης ότι η άμεση αντιμετώπιση ενός αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, με θρομβόλυση ή θρομβεκτομή όπου ενδείκνυται, μπορεί να περιορίσει τις συνέπειες που συνδέονται με την αγγειακή άνοια.
Για τον HIV, ανέφερε χαρακτηριστικά: «όταν θεραπεύσουμε το AIDS, οι άνθρωποι δεν παθαίνουν άνοια στην πορεία».
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τη χορήγηση αντιπηκτικών για την πρόληψη των εγκεφαλικών, ξεκαθάρισε ότι αυτά χορηγούνται σε ανθρώπους με συγκεκριμένες παθήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης ή σε ασθενείς με σχετικό ιστορικό.
«Δεν συστήνεται να παίρνουν αντιπηκτικά οι άνθρωποι όταν είναι υγιείς και δεν έχουν κανένα πρόβλημα», σημείωσε.
Η σημασία της πρόληψης έχει αναδειχθεί και από πρόσφατες επιστημονικές παρεμβάσεις στον ΣΚΑΪ, με έμφαση στη σωματική άσκηση, την κοινωνική δραστηριότητα και τη διαχείριση παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία του εγκεφάλου.
Νέα φάρμακα που επιβραδύνουν την εξέλιξη
Στο θεραπευτικό σκέλος, η κ. Τσολάκη αναφέρθηκε στα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη και ντονανεμάμπη, τα οποία έχουν λάβει έγκριση από τον FDA και τον EMA.
Οι θεραπείες απευθύνονται σε ασθενείς με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια, με καλύτερα αποτελέσματα στην πρώτη περίπτωση. Δεν θεραπεύουν ούτε αναστρέφουν τη νόσο, αλλά μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξή της σε επιλεγμένους ασθενείς.
Η πρόσβαση, ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Σύμφωνα με την κ. Τσολάκη, το κόστος ανέρχεται σε περίπου 50.000 ευρώ για 18 μήνες, ενώ μέχρι σήμερα καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει αναλάβει πλήρως το κόστος των συγκεκριμένων θεραπειών.
Τα φάρμακα έχουν εγκριθεί, είτε και τα δύο είτε ένα από αυτά, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Ταϊβάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, το Ισραήλ και η Νότια Κορέα.
«Τα ευρωπαϊκά κράτη έκαναν πίσω, γιατί είναι ακριβά και χρειάζεται να γίνει ένας προϋπολογισμός των υπουργείων Υγείας για την επόμενη χρονιά», ανέφερε.
Ένας ακόμη λόγος είναι οι ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με τις θεραπείες, γεγονός που σημαίνει ότι οι ασθενείς πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα κλινικά και εργαστηριακά κριτήρια.
Στην Αθήνα, σε δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, έχουν ήδη ξεκινήσει θεραπεία 30 ασθενείς.
«Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε βάλει κανέναν ασθενή, διότι δεν έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να πληρώσουν τόσα χρήματα», πρόσθεσε η κ. Τσολάκη.
Τα δύο σκευάσματα χορηγούνται ενδοφλεβίως σε νοσοκομείο, ενώ η λεκανεμάμπη έχει εγκριθεί πρόσφατα και σε υποδόρια μορφή, η οποία μπορεί να χορηγείται στο σπίτι, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει εγκριθεί στην Ελλάδα.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες αφορούν 18 μήνες θεραπείας, ενώ μελέτες επέκτασης έχουν φτάσει έως και τα τέσσερα χρόνια, εφόσον δεν εμφανίζονται ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο ΣΚΑΪ έχει παρουσιάσει αναλυτικά τις εξελίξεις γύρω από τα νέα φάρμακα και τις σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις για τη νόσο.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά την κρατική κάλυψη των μονοκλωνικών αντισωμάτων για όσους πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια.
Στις προτεραιότητές της περιλαμβάνονται επίσης η κατάρτιση Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για νέες δομές άνοιας και η περαιτέρω ανάπτυξη οργανωμένων μοντέλων προσωποκεντρικής φροντίδας μετά τη διάγνωση.
Η κ. Τσολάκη υπογράμμισε, τέλος, ότι η στήριξη των ασθενών δεν σταματά στη φαρμακευτική αντιμετώπιση, καθώς τόσο οι ίδιοι όσο και οι περιθάλποντες εκπαιδεύονται στα Κέντρα Ημέρας.
«Δεν τους εγκαταλείπουμε επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στα καινούργια φάρμακα», κατέληξε.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.