- Η παγκόσμια αγορά απορρόφησε την ιστορική απώλεια προσφοράς πετρελαίου από τον πόλεμο με το Ιράν, χωρίς να επιβεβαιωθούν οι φόβοι για ελλείψεις σε καύσιμα.
- Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι εναλλακτικές οδοί εξαγωγών από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ, η μείωση των αγορών από την Κίνα και η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων.
- Ωστόσο, τα αποθέματα ασφαλείας έχουν εξαντληθεί και, όσο δεν υπάρχει οριστική συμφωνία ειρήνης, οι αγορές παραμένουν εκτεθειμένες στον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων.
Η διεθνής οικονομία απορρόφησε με αξιοσημείωτη ευκολία την απώλεια άνω του ενός δισεκατομμυρίου βαρελιών πετρελαίου από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος με το Ιράν. Ωστόσο, καθώς η προοπτική για μόνιμη ειρήνη παραμένει αβέβαιη και τα αποθέματα ασφαλείας έχουν πλέον εξαντληθεί, εξακολουθεί να ελλοχεύει ο κίνδυνος νέας εκτίναξης των τιμών.
Ο περιορισμός της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ από την Τεχεράνη, ως απάντηση στις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, πυροδότησε φόβους για μια καταστροφική παγκόσμια ενεργειακή κρίση, όπως εξηγεί το Reuters.
Η τετράμηνη σύγκρουση προκάλεσε πράγματι τη μεγαλύτερη διαταραχή στον ενεργειακό εφοδιασμό στην ιστορία, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA). Στο αποκορύφωμά της, η απώλεια προσφοράς έφτασε τα 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Ωστόσο, οι ανησυχίες ότι η Ασία και η Ευρώπη θα αντιμετώπιζαν ελλείψεις σε βενζίνη, ντίζελ ή καύσιμα αεροσκαφών δεν επιβεβαιώθηκαν. Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου Brent, αφού άγγιξαν τα 126 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο, περίπου 20 δολάρια χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του 2008, σήμερα βρίσκονται κάτω από τα επίπεδα στα οποία ήταν όταν ξεκίνησε η σύγκρουση.
«Αυτό δείχνει ότι οι αγορές θεώρησαν τη διαταραχή σοβαρή, αλλά διαχειρίσιμη, αντανακλώντας την εμπιστοσύνη στα πιο ανθεκτικά ενεργειακά και οικονομικά συστήματα του σήμερα», δήλωσε ο Τζον Μπάφες, ανώτερος οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 η πετρελαϊκή εξάρτηση της οικονομίας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 50% στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες και κατά περίπου 20% στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες.
Πέρα όμως από αυτή τη διαρθρωτική αλλαγή, τρεις συγκεκριμένοι παράγοντες ήταν εκείνοι που απέτρεψαν το χειρότερο δυνατό σενάριο κατά τη διάρκεια της κρίσης στον Κόλπο.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αξιοποίησαν εναλλακτικές διαδρομές για τις εξαγωγές πετρελαίου τους, ενώ η Ασία, με επικεφαλής την Κίνα, περιόρισε τις αγορές της. Παράλληλα, χώρες σε όλο τον κόσμο άντλησαν πιθανότατα περίπου 1 δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα, μεταξύ άλλων μέσω της μεγαλύτερης στην ιστορία συντονισμένης αποδέσμευσης αποθεμάτων υπό την ηγεσία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Οι προσαρμογές της Κίνας αποσυμπίεσαν την παγκόσμια αγορά
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η Κίνα διέθετε αποθέματα σχεδόν 1,4 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA). Το μέγεθος αυτό ξεπερνούσε τα συνολικά 1,2 δισεκατομμύρια βαρέλια που διατηρούσαν και τα 32 κράτη-μέλη του IEA μαζί, συμπεριλαμβανομένων των 413 εκατομμυρίων βαρελιών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με τον Ίλια Μπουσούεφ του Oxford Institute for Energy Studies, η ταχεία εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων στην Κίνα τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με την ευελιξία στην παραγωγή πετρελαίου και πετροχημικών προϊόντων, συνέβαλαν επίσης. .
«Διαχειρίζονται την αγορά πολύ καλύτερα απ' ό,τι έκανε παλαιότερα ο ΟΠΕΚ», δήλωσε ο Μπουσούεφ, πρώην επικεφαλής διαπραγμάτευσης παραγώγων στην Koch Global Partners.
Οι κινήσεις της Κίνας, του μεγαλύτερου εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, συνέβαλαν στη μείωση της πίεσης στην παγκόσμια ζήτηση. Παράλληλα, η αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα στο πλαίσιο του μηχανισμού του IEA έδωσε επιπλέον «ανάσα» στην αγορά, την ώρα που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωνε επανειλημμένα ότι ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του.
«Οι αγορές είχαν πάντα την αίσθηση ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να διαρκέσει για πολύ ακόμη», δήλωσε ο Νιλ Άτκινσον, πρώην αξιωματούχος του IEA.
Την ίδια ώρα, η επικοινωνιακή γραμμή της Ουάσιγκτον ότι επρόκειτο να αυξηθεί η προσφορά πετρελαίου, έκανε τα hedge funds πιο διστακτικά να διατηρήσουν ανοδικές θέσεις (long positions), δηλαδή στοιχήματα σε περαιτέρω άνοδο των τιμών, σημειώνουν αναλυτές της Societe Generale.
Μετά την υπογραφή, τον περασμένο μήνα, της προκαταρκτικής συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου, η αγορά επέστρεψε με ταχύ ρυθμό σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς.
«Η αγορά φαίνεται να έχει πειστεί ότι αυτή η ειρηνευτική συμφωνία είναι πραγματική», δήλωσε ο Άτκινσον.
Παραμένει ο κίνδυνος νέων αυξήσεων στις τιμές
Στην πραγματικότητα, όμως, ελάχιστα πράγματα έχουν επιστρέψει στην προπολεμική κανονικότητα.
Παρότι η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Ιράκ και το Μπαχρέιν επαναφέρουν σταδιακά την παραγωγή και τις εξαγωγές τους, σε ορισμένες περιπτώσεις θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως οι ζημιές που προκάλεσαν οι ιρανικές επιθέσεις στις ενεργειακές τους υποδομές.
Την ίδια ώρα, ενώ οι τιμές του πετρελαίου φαίνεται να προεξοφλούν μια γρήγορη επιστροφή της προσφοράς στα προπολεμικά επίπεδα, τα στοιχεία για την κίνηση των δεξαμενόπλοιων μέσω του Στενού του Ορμούζ σκιαγραφούν μια διαφορετική και πιο απαισιόδοξη εικόνα.
Παράλληλα, καθώς μετρά αντίστροφα ο χρόνος για τη λήξη της 60ήμερης εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, οι διαπραγματεύσεις για μια οριστική συμφωνία που θα τερματίσει τον πόλεμο προχωρούν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, παραμένουν άλυτα.
Την ίδια στιγμή, ο κόσμος καλείται να αντιμετωπίσει και το τεράστιο έργο της αναπλήρωσης των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.
Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια οικονομία άντεξε το σοκ αντλώντας πετρέλαιο από τα στρατηγικά της αποθέματα με πρωτοφανή ρυθμό, εξαντλώντας ουσιαστικά τα αποθέματα ασφαλείας που είχαν δημιουργηθεί ακριβώς για να αντιμετωπίζονται κρίσεις στην προσφορά.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρίς αυτά τα αποθέματα. Σημαίνει όμως ότι οι προθεσμιακές τιμές του πετρελαίου θα είναι πιθανότατα πιο ευάλωτες σε απότομες διακυμάνσεις», δήλωσε ο Ίλια Μπουσούεφ.
Μια τέτοια μεταβλητότητα, καταλήγει το δημοσίευμα, έχει σημαντικό οικονομικό κόστος.
Κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 5 δολάρια το βαρέλι επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία με περίπου 190 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, που βασίζονται σε παγκόσμια ζήτηση 104 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.
Η αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, μια διαδικασία που ούτως ή άλλως είναι δαπανηρή, εκτιμάται ότι έχει γίνει ακόμη ακριβότερη εξαιτίας του πολέμου.
Πριν από τη σύγκρουση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εκτιμούσε ότι η τιμή του πετρελαίου για την περίοδο 2027-2028 θα κυμαινόταν μεταξύ 63 και 64 δολαρίων το βαρέλι. Πλέον, σύμφωνα με έκθεση της ΕΚΤ που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, το εύρος αυτό έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω, στα 65 έως 75 δολάρια.
Με τις σημερινές τιμές του Brent, η αναπλήρωση των αποθεμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για να αντισταθμιστεί η απώλεια προσφοράς λόγω του πολέμου με το Ιράν εκτιμάται ότι θα κοστίσει πάνω από 70 δισεκατομμύρια δολάρια.
Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, όμως, η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να λειτουργεί με περιορισμένα «μαξιλάρια ασφαλείας», σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονη αβεβαιότητα.
«Οι αγορές ενδέχεται να υποτιμούν τον κίνδυνο νέων διαταραχών στις ροές πετρελαίου», προειδοποιεί ο επικεφαλής έρευνας της MST Marquee, Σολ Καβόνικ. «Το Ιράν είναι πιθανό να συνεχίσει να αναζητά αφορμές για να παρεμποδίζει τη διέλευση των δεξαμενόπλοιων μέσω του Στενού του Ορμούζ».
- Επιτροπή Ανταγωνισμού: Το νομοσχέδιο του Υπ. Ανάπτυξης διευκρινίζει και ενισχύει τις ελεγκτικές εξουσίες
- Παπαθανάσης: 140 εκατ. ευρώ για νέες δράσεις επιχειρηματικότητας στις Ηπειρωτικές Περιοχές Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης
- ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: «Δομική η στεγαστική κρίση» - Προτάσεις για περισσότερες κατοικίες και φοροελαφρύνσεις
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.