Σχέδιο για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των τραπεζών από πιθανή μελλοντική κρίση καταρτίζουν αξιωματούχοι της ΕΕ, τρία χρόνια αφότου οι ελβετικές αρχές απέτρεψαν την κατάρρευση της Credit Suisse.
Όπως αναφέρει το Politico, πρόκειται για ένα πρόβλημα που η ΕΕ δεν έχει ακόμη επιλύσει, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την οικονομική κρίση του 2008, παρά το γεγονός ότι ενεργοποίησε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο υποτίθεται ότι διασφαλίζει ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα αναλάβουν τις ζημίες μιας χρεοκοπημένης τράπεζας.
Ωστόσο, σε αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο υπάρχουν κενά, με αποτέλεσμα τα δημόσια ταμεία να πρέπει να αναγκαστούν να στηρίξουν τις μεγάλες τράπεζες όταν ξεσπάσει η επόμενη κρίση. Και αυτό είναι ένα εφιαλτικό σενάριο για τις κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και προσπαθούν να ανακάμψουν από διαδοχικές κρίσεις.
Η ΕΕ ήδη έχει ετήσιο κόστος ύψους 1 τρισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των οικονομιών της και την ενίσχυση της άμυνάς της, ενώ παράλληλα καλείται να αντιμετωπίσει την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων και τη στασιμότητα της ανάπτυξης. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται τώρα η ΕΕ είναι η κατάρρευση μιας τράπεζας του μεγέθους της Deutsche Bank, της UniCredit ή της BNP Paribas.
Αντί να περιμένει μέχρι την επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αρχίσει να επεξεργάζεται ένα σχέδιο, σύμφωνα με ένα εμπιστευτικό έγγραφο που είδε το Politico.
«Λόγω της απουσίας ενός επαρκούς ευρωπαϊκού μηχανισμού υπάρχουν σημαντικά κενά στο πλαίσιο της διαχείρισης κρίσεων, τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη», αναφέρεται στο 16σέλιδο έγγραφο, με ημερομηνία 1η Ιουνίου. «Αυτή η αβεβαιότητα δημιουργεί κινδύνους για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, την οικονομία της ΕΕ και τη χρηματοδότηση των προτεραιοτήτων της ΕΕ», σημειώνεται σε αυτό.
Η περίπτωση της Credit Suisse είναι μια επίκαιρη υπενθύμιση του τεράστιου ποσού που απαιτείται για να διατηρηθεί ζωντανή μια μεγάλη τράπεζα. Η κρίση του 2023 ήρθε μετά την πτώχευση της Silicon Valley Bank, η οποία αποκάλυψε πόσο γρήγορα μπορούν οι καταθέτες να αποσύρουν τις καταθέσεις τους με ένα απλό κλικ.
Οι ελβετικές αρχές συγκρότησαν ένα πακέτο διάσωσης αξίας περίπου 260 δισ. φράγκων, περίπου το ένα τρίτο του ελβετικού ΑΕΠ εκείνη την εποχή, κατά τη διάρκεια ενός φρενήρους Σαββατοκύριακου 48 ωρών, προκειμένου να διατηρήσουν τη Credit Suisse ανοιχτή έως ότου η ανταγωνίστρια της, UBS μπορέσει να την απορροφήσει. Η Βέρνη ήταν ακόμη και έτοιμη να διακινδυνεύσει δημόσια κεφάλαια για να αποτρέψει μια κατάρρευση που θα προκαλούσε αναταράξεις σε ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η ΕΕ όμως δεν μπορεί να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ελβετίας, καθώς δεν διαθέτει ένα ενιαίο δημόσιο ταμείο που να μπορεί να παρέμβει. Επιπλέον, οι Βρυξέλλες έχουν συντάξει εκατοντάδες σελίδες κανονισμών για να αποτρέψουν τους φορολογούμενους από το να αναγκαστούν να πληρώσουν τον λογαριασμό.
Το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, το οποίο χειρίζεται τις χρεοκοπημένες τράπεζες, εποπτεύει ένα δίχτυ ασφαλείας ύψους 81 δισ. ευρώ που χρηματοδοτείται από τον κλάδο και μπορεί να στηρίξει μια τράπεζα υπό εξυγίανση, εάν το απόθεμα διάσωσης της ίδιας δεν είναι αρκετό. Όμως αυτό δεν μπορεί να βοηθήσει εάν η τράπεζα δεν βρει άμεσα τα μετρητά που χρειάζονται για να λειτουργήσει, καθώς η ΕΚΤ δεν μπορεί απλά να τυπώσει χρήματα. Αυτό το δίχτυ ασφαλείας δεν έχει αντίκρισμα αν η τράπεζα που διασώθηκε δεν μπορεί να βρει τα απαραίτητα μετρητά για να καλύψει τις άμεσες ανάγκες ρευστότητας.
Προκειμένου να επιχειρήσει να λύσει τα διάφορα προβλήματα, η ΕΕ ζητά εισφορές από τα θεσμικά βαρέα ονόματα της ΕΕ: την ΕΚΤ, το ΕΣΕ και το ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, γνωστό ως Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM).
Οι συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε τεχνικό στάδιο, σύμφωνα με τρεις αξιωματούχους της ΕΕ που έχουν ενημερωθεί για το έγγραφο, πράγμα που σημαίνει ότι το θέμα δεν αναμένεται να φτάσει στους υπουργούς Οικονομικών φέτος. Ωστόσο, οι αναπληρωτές υπουργοί Οικονομικών έχουν ήδη συζητήσει το θέμα, το οποίο είναι γνωστό στους ειδικούς ως «ρευστότητα στην εξυγίανση», και αποτελεί μία από τις προτεραιότητες των ΗΠΑ και της G20.
Το θέμα θα συζητηθεί το φθινόπωρο, μόλις η Επιτροπή παρουσιάσει τη θέση της σχετικά με τον τρόπο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών στη διεθνή σκηνή, αποκαλύπτουν οι τρεις αξιωματούχοι.
Τι προβλέπει το σχέδιο των Βρυξελλών
Η Επιτροπή προτείνει ένα μοντέλο που μοιάζει με «καταρράκτη» αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το οποίο, αρχικά, η ΕΚΤ παρέχει στήριξη στον προβληματικό πιστωτικό οργανισμό. Ως εγγύηση, η τράπεζα εκδίδει ένα ειδικό ομόλογο το οποίο εγγυάται το SRB (Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης).
Σε περίπτωση πτώχευσης της τράπεζας το SRB θα αξιοποιήσει το δίχτυ ασφαλείας ύψους 81 δισ. ευρώ για να αποπληρώσει την ΕΚΤ. Εάν χρειαστούν περισσότερα χρήματα, το SRB μπορεί να δανειστεί από τον κλάδο ή, ελλείψει αυτού, να στραφεί στον ESM, υπό την προϋπόθεση ότι η Ιταλία επικυρώσει τελικά τη νέα συνθήκη του ταμείου διάσωσης, η οποία θα του επιτρέψει να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας για το δίχτυ ασφαλείας του SRB.
Αν αυτό δεν αρκεί, το βάρος θα πέσει στην κυβέρνηση που στηρίζει τη διάσωση της τράπεζας. Η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει πιστωτική γραμμή από τον EMS αν δεν διαθέτει τα απαραίτητα μετρητά. Μόλις αποπληρωθεί η ΕΚΤ, ο τραπεζικός τομέας αναλαμβάνει το κόστος, προστατεύοντας έτσι τους φορολογούμενους μακροπρόθεσμα.
Η Επιτροπή, η ΕΚΤ, το SRB και ο ESM αρνήθηκαν να σχολιάσουν το έγγραφο που διέρρευσε. Ωστόσο, ένας εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρόσθεσε: «Δεν είναι μυστικό ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξετάζουν το ζήτημα στο πλαίσιο των εργασιών μας για την Έκθεση για την Ανταγωνιστικότητα του Τραπεζικού Τομέα, η οποία αναμένεται να δημοσιευθεί τον Ιούλιο. Πρόκειται για μια μακροχρόνια και σημαντική συζήτηση, στο πλαίσιο των προσπαθειών μας να διασφαλίσουμε την πλήρη λειτουργία της Τραπεζικής Ένωσης».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.