ΚΑΙΡΟΣ

Πάττι Σμιθ: Η ποιήτρια που έγινε θρύλος της ροκ - Γιορτάζοντας τα 50 χρόνια από το πρώτο της άλμπουμ

Your browser doesn’t support HTML5 audio

To άλμπουμ «Horses» έφερε επανάσταση στη μουσική και τη λογοτεχνία, με τη Σμιθ να παραμένει πιστή στον εαυτό της

Πολύ πριν γίνει θρύλος της ροκ και «νονά του πανκ», η Πάττι Σμιθ, 78 ετών, ήταν ποιήτρια που εργαζόταν στο Scribner, ένα βιβλιοπωλείο δίπλα στο Rockefeller Center της Νέας Υόρκης. Ζούσε με τον τότε σύντροφό της, τον φωτογράφο Ρόμπερτ Μάπλθορπ (Robert Mapplethorpe), στο Chelsea Hotel, στο οποίο ο Λέοναρντ Κοέν αφιέρωσε ένα τραγούδι και στο οποίο διέμενε επίσης, όπως και άλλα είδωλα της μουσικής: Bob Dylan, Janis Joplin κ.ά. 

Η Πάττι Σμιθ θα μπορούσε, επίσης, να χαρακτηριστεί «flaneuse», η γαλλική λέξη που έγινε δημοφιλής από τον Μποντλέρ και αναφέρεται σε έναν άνθρωπο του δρόμου, ο οποίος περπατά χωρίς να έχει προορισμό και ο οποίος χρησιμοποιεί την παρατήρηση ως μέρος της δημιουργικής του διαδικασίας. Η ζωή της εξιστορείται μέσα από βιβλία, ιδίως το «Just Kids» (αυτοβιογραφικό), το οποίο ανάμεσα στις πολλές διακρίσεις του μετράει το διάσημο Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για μη μυθοπλαστικά έργα, έχει πουλήσει περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 43 γλώσσες.

Η Σμιθ είναι μια γενναία γυναίκα. Ποτέ δεν «μάσησε» τα λόγια της για να παραμείνει αρεστή, ούτε νοιάστηκε για τις συνέπειες του να μην είναι πολιτικά ορθή. Ο ακτιβισμός αποτέλεσε σημαντικό μέρος της καριέρας της, με τον αγώνα κατά της κλιματικής κρίσης να είναι η πιο δύσκολη αποστολή της. Διεξήγαγε προεκλογική εκστρατεία για τον Ραλφ Νάντερ του Κόμματος των Πρασίνων στις προεδρικές εκλογές του 2000 και για τον Τζον Κέρι το 2004. 

Ηγήθηκε διαδηλώσεων κατά του πολέμου στο Ιράκ και τον Φεβρουάριο έγραψε στο Instagram ότι «η Παλαιστίνη ανήκει στους Παλαιστίνιους». Ο Michael Stipe, frontman των R.E.M., έχει πει πολλές φορές ότι το «Horses» ήταν το άλμπουμ που τον ενέπνευσε περισσότερο για να κάνει μουσική. Της απένειμε το μετάλλιο Jacqueline Kennedy Onassis, μια αναγνώριση που αποτίει φόρο τιμής σε καθημερινούς πολίτες της Νέας Υόρκης που έχουν επιτελέσει εξαιρετικό έργο στη δημόσια υπηρεσία. «Είναι μια σπουδαία μητέρα και γιαγιά. Είναι ακτιβίστρια κι ένα σημείο αναφοράς για μένα και για εκατομμύρια ανθρώπους. Ένας φάρος ελπίδας, δράσης και καταφυγής με όλες τις έννοιες», έχει δηλώσει ο ίδιος για την Πάττι Σμιθ. 

Κόρη μηχανικού και σερβιτόρας, με φωνή τζαζ τραγουδίστριας, η Σμιθ μεγάλωσε ως η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια της σε μια φτωχή, αλλά καλλιτεχνική και δεμένη οικογένεια. Άρχισε να εργάζεται σε ηλικία 10 ετών σε χωράφια, ενώ έκανε και την μπέιμπι σίτερ. Από μικρή ηλικία βρισκόταν σε μια μόνιμη κίνηση. Η οικογένειά της μετακόμισε από το Σικάγο στη Φιλαδέλφεια και στη συνέχεια στο Νιου Τζέρσεϊ. Αν και ανατράφηκε ως Μάρτυρας του Ιεχωβά, η πραγματική της θρησκεία ήταν η ποίηση, από τα 16 της, όταν ανακάλυψε το «Illuminations» του Ρεμπώ, τον οποίο θεωρούσε τον κρυφό της έρωτα. 

Η ιστορία της βασίζεται στην ανθεκτικότητα και την αποφασιστικότητα. Όπου άλλοι έπεφταν, εκείνη γινόταν πιο δυνατή. Όταν έμεινε έγκυος στα 20 από… ατύχημα -έδωσε το μωρό για υιοθεσία- και αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο, είχε την αίσθηση ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι τελικά θα γινόταν δημιουργική. «Μια συντριπτική αίσθηση αποστολής επισκίασε τους φόβους μου […] Θα γινόμουν καλλιτέχνιδα. Θα αποδείκνυα την αξία μου», έγραψε στο «Just Kids». Λίγο μετά τον τοκετό, η Σμιθ έφτασε στη Νέα Υόρκη με λεωφορείο, χωρίς σχέδιο και αποταμιεύσεις. Εκεί, τραβούσε φωτογραφίες, έγραφε ποίηση και κριτικές μουσικής ως τρόπο έκφρασης και ύπαρξης. Της άρεσε να απαγγέλλει ποίηση στην εμβληματική εκκλησία St. Marks με τον Λένι Κέι στην κιθάρα και τον Άντι Γουόρχολ και τον Λου Ριντ στο κοινό, σε εκείνη τη δημιουργική και επικίνδυνη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1970. Έγραψε ότι δεν την πείραζε η φτώχεια του επαγγέλματος που είχε επιλέξει. Ίσως γι' αυτό, όταν ο οραματιστής μουσικός παραγωγός Sandy Pearlman την είδε να διαβάζει και της πρότεινε να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ, η Σμιθ απάντησε με ένα γέλιο.  

Το 1975, θα κυκλοφορήσει το «Horses», που έμελλε να την μετατρέψει αναπάντεχα σε μια ροκ σταρ που θα ταράξει συθέμελά το punk-rock κίνημα της Νέας Υόρκης. Ήταν ένα άλμπουμ που θα έφερνε επανάσταση όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στις ζωές πολλών ανθρώπων και που φέτος γιορτάζει την 50ή επέτειό του. Δεν έπινε, δεν έκανε ποτέ χρήση ναρκωτικών ουσιών, σίγουρα προς όφελος της δημιουργικότητάς της. Ο Lenny Kaye εξεπλάγη όταν η καλλιτέχνιδα μετακόμισε στα περίχωρα του Ντιτρόιτ για να κάνει οικογένεια με τον συνάδελφο μουσικό, Fred «Sonic» Smith, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Μετά την επιτυχία του πρώτου άλμπουμ, η απόφαση της τραγουδίστριας να αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή προβλημάτισε πολλούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ζούσε μια ήσυχη ζωή, δίνοντας προτεραιότητα στο δικό της πρόγραμμα έναντι των απαιτήσεων της αγοράς.

Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1994, η Σμιθ επέστρεψε στη μουσική της καριέρα με το άλμπουμ «Gone Again» (1996), για το οποίο επανενώθηκε με το συγκρότημά της σαν να μην είχε περάσει καιρός. «Πάντα θεωρούσα την ποίηση από τις σπουδαιότερες και δυσκολότερες μορφές τέχνης. Συχνά αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη, δύσκολη να ερμηνευθεί. Εμπεριέχει τόση ομορφιά και συμπαντική ή αλχημιστική σκέψη. Ελάχιστοι ποιητές κέρδισαν την αναγνώριση», έχει δηλώσει η ίδια. 

Πηγή: skai.gr