Ταινίες Πρώτης Προβολής: Σόντερμπεργκ, ΜακΚέλεν, Μίκελσεν, Ράινσβε και κλασικός Μπόγκαρτ

Ο Ιάν ΜακΚέλεν πρωταγωνιστεί στην ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ «Οι Κρίστοφερ», ενώ ο Μαντς Μίκελσεν νομίζει ότι είναι ο Τζον Λένον στον «Τελευταίο Βίκινγκ»

Οι Κρίστοφερ

Μία από τις καλύτερες εβδομάδες της τελευταίας περιόδου ξεκινά απόψε, καθώς από τις έξι πρεμιέρες οι τρεις θα κερδίσουν τους σινεφίλ, ενώ και οι υπόλοιπες ταινίες έχουν το ενδιαφέρον τους. Ο Ιάν ΜακΚέλεν πρωταγωνιστεί στην τελευταία ταινία του οσκαρικού Στίβεν Σόντερμπεργκ «Οι Κρίστοφερ», ο Μαντς Μίκελσεν νομίζει ότι είναι ο... Τζον Λένον στον «Τελευταίο Βίκινγκ» και το κολομβιανό δράμα «Ένας Ποιητής» μάς θυμίζει την αξία της ποίησης στη ζωή.

Ακόμη, προβάλλεται η πολυαναμενόμενη ταινία τρόμου, για τους φανατικούς του είδους, «Backrooms», που την υπογράφει ένας 20άρης και πρωταγωνιστεί η Ρενάτε Ράινσβε, ενώ ο Ράσελ Κρόου βρίσκεται πίσω και μπροστά από τις κάμερες στη δυναμική αθλητική περιπέτεια «Beast». Για τους λάτρεις του κλασικού σινεμά, σε επανέκδοση το αριστουργηματικό φιλμ νουάρ «Το Γεράκι της Μάλτας», με τον ασυναγώνιστο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.

Οι Κρίστοφερ

(«The Christophers») Κωμωδία, αμερικάνικης και βρετανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σόντερμπεργκ, με τους Ίαν ΜακΚέλεν, Μικαέλα Κόελ, Τζέιμς Κόρντεν, Τζέσικα Γκάνινγκ, Ντάνιελ Φερν κα.

Πανούργα, σκοτεινή κωμωδία, που διερευνά, με τη δημιουργική χάρη και την αποτελεσματικότητα του χαρισματικού - όταν θέλει - Στίβεν Σόντερπεργκ, τη χειραγώγηση της τέχνης και τη σχέση της με το εμπόριο, της αυθεντικότητας και της πλαστογραφίας, της προώθησης του προϊόντος και τη σύνδεση της καλλιτεχνικής υστεροφημίας με την απληστία.

Έχοντας στη διάθεσή του το πνευματώδες σενάριο του Εντ Σόλομον κι ενός περιζήτητου καστ, του οποίου ηγείται ο βετεράνος και πάντα μαγνητικός Ίαν ΜακΚέλεν, ο οσκαρικός Σόντερμπεργκ, των τεράστιων επιτυχιών («Η Συμμορία των 11», «The Informant!») και σημαντικών δημιουργιών («Έριν Μπρόκοβιτς», «Τσε: Ο Αργεντίνος») θα βρει την ευκαιρία να παίξει σε ένα γήπεδο που σαφώς προτιμά, αυτό της απάτης, του εκμαυλισμού των θολών ορίων μεταξύ αλήθειας και ψεύδους.

 Ένας διάσημος αλλά ξεπεσμένος ζωγράφος, που τα γεράματα τον έκαναν οξύθυμο και γεμάτο παραξενιές, ζει μόνος του σε ένα χαοτικό μποέμ σπίτι στο Λονδίνο, μαζί με τα μισοτελειωμένα έργα του. Τα αποξενωμένα από καιρό παιδιά του, καταστρώνουν ένα παράτολμο σχέδιο, προσλαμβάνοντας μία ταλαντούχα συντηρήτρια έργων τέχνης, με σκοτεινό παρελθόν, τη Λόρι, για να ολοκληρώσει τα ανολοκλήρωτα έργα του πατέρα τους και να τα πουλήσουν.

Η Λόρι θα τον βρει σε εξαθλίωση να κάνει δουλειές που μισεί για να ζήσει. Τα παιδιά του την έχουν συμβουλεύσει να βρει μια σειρά από πολυσυζητημένους πίνακες, που είχε αρχίσει να εκθέτει από τη δεκαετία του ‘90, όταν ήταν ακόμη διάσημος. Πρόκειται για τα παθιασμένα του έργα για τον τότε όμορφο εραστή του, τον Κρίστοφερ, που αν ολοκληρωθούν θα κάνουν πλούσια τα παιδιά του και τη Λόρι.

Η επιτυχία της ταινίας, οφείλεται εν πολλοίς στην πειστικότητα του βρετανικού κλίματος, περιορισμένου, μέσα σε ένα σπίτι και την αυθεντικότητα με την οποία παρουσιάζεται ένας υπεροπτικός, αντιδραστικός γερό-παράξενος Άγγλος, κάτι που οφείλεται στο καλογραμμένο σενάριο, την έμπνευση του Σόντερμπεργκ και φυσικά, το ταλέντο του ΜακΚέλεν.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Σόντερμπεργκ θα στήσει μία ενδιαφέρουσα ιστορία εξαπάτησης και μυστηρίου, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τα σκοτεινά παιχνίδια γύρω από τη μοντέρνα τέχνη, τη χειραγώγηση γύρω από τη φήμη, που ανεβάζει τις τιμές, αλλά και το πόσο λίγο σημασία τελικά έχει η αξία ενός έργου, μπροστά στο χρηματιστήριο της τέχνης.

Το μινιμαλιστικό σενάριο, το οποίο αρχικά παραπέμπει σε θεατρική δομή - άλλωστε το βασικό σκηνικό είναι το σπίτι του ζωγράφου - θα φέρει απέναντι στον καυστικό, πολλές φορές αξιολύπητο, ΜακΚέλεν την εκφραστική Μικαέλα Κόελ, με την οποία συνθέτουν ένα εκρηκτικό και συνάμα ελκυστικό δίδυμο που κρατά συνεχώς αναμμένη τη φλόγα του μυστηρίου. Θα γίνει η νεαρά ταλαντούχα ζωγράφος, εχθρός του ζωγράφου, η μεγαλύτερη θαυμάστριά του ή μήπως η στενότερη σύμμαχός του, απέναντι στα αρπαχτικά παιδιά;

Ο Σόντερμπεργκ, γνωρίζοντας πολύ καλά το παιχνίδι μεταξύ πλαστού, ψεύδους και αλήθειας, συντονίζει άψογα τον ρυθμό και τους ηθοποιούς του, δίνει μία δόση σαρκασμού γύρω από τους οικογενειακούς δεσμούς και αφήνει μία υπόνοια γύρω από την τέχνη και την πραγματική αξία της, την παρακμή του καλλιτέχνη και το αυθεντικό ταλέντο και υπενθυμίζει ότι όταν γουστάρει μπορεί να κάνει καλές ταινίες.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Τα αποξενωμένα παιδιά ενός κάποτε διάσημου ζωγράφου καταστρώνουν ένα παράτολμο σχέδιο: προσλαμβάνουν μια ταλαντούχα συντηρήτρια έργων τέχνης, για να ολοκληρώσει κρυφά τα ανολοκλήρωτα έργα του πατέρα τους. Ελπίζουν έτσι να αυξήσουν την αξία τους και να εξασφαλίσουν μια μεγάλη κληρονομιά.

 Ένας Ποιητής

(«Un Poeta») Δραματική κομεντί, κολομβιανής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Σιμόν Μέσα Σότο, με τους Ουμπεϊμάρ Ρίος, Ρεμπέκα Αντράδε, Άλισον Κορέα κα.

Μία ευχάριστη έκπληξη από την Κολομβία και έναν σχεδόν άγνωστο σκηνοθέτη στη χώρα μας, τον Σιμόν Μέσα Σότο, που με τη δεύτερη, αυτή ταινία του, δηλώνει ότι πρέπει να υπολογίζουμε ακόμη έναν σημαντικό σκηνοθέτη, πέρα από τα συνηθισμένα, την τεχνική αρτιότητα και την κολακευτική προσέγγιση του φεστιβαλικού κοινού ή της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Μία ταινία, που μπορεί να βραβεύτηκε, πανάξια, στο Τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του φεστιβάλ Καννών και σε άλλα φεστιβάλ, αλλά κυρίως κερδίζει το κοινό όπου προβάλλεται και μας κάνει εδώ στην Ελλάδα να σκάμε από τη ζήλια μας.

Με πενιχρά υλικά, μικρό προϋπολογισμό και κατά βάση ένα καστ που δεν είχε άλλη επαφή με το σινεμά, το φιλμ ξεχωρίζει για την ανθρώπινη ματιά του, την εγκαρδιότητά του, την ισορροπία του ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, τον κοινωνικό ρεαλισμό και την ντοκιμαντερίστικη προσέγγισή του, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι ο σημαντικός κινηματογράφος χρειάζεται μόνο ταλέντο και ιδέες, αλλά και την ατσάλινη αυτοπεποίθηση στήριξής τους.

Η ποίηση είναι το πάθος του Όσκαρ Ρεστρέπο, ενός αποτυχημένου και άσχημου, κακοχυμένου, κατσούφη άντρα, που ζει άνεργος στο σπίτι της μητέρας του, περιμένοντας την έμπνευση να τον επισκεφθεί και να τον κάνει πάλι, όπως στα νιάτα του, διαπρεπή. Προς το παρόν καταναλώνει χωρίς μέτρο το αλκοόλ, ξεμένει στους δρόμους αναίσθητος από τα δεκάδες ποτήρια ποτού, αμελεί την έφηβη κόρη του και εξοργίζει τον αδελφό του, κινδυνεύοντας να μείνει άστεγος.

Για να αποφύγει τα χειρότερα, δέχεται με βαριά καρδιά μια δουλειά ως καθηγητής σε γυμνάσιο, όπου οι μαθητές τον βλέπουν ως εξωγήινο. Εκτός από μία μαθήτριά του, την Γιουρλάντι, που έχει πηγαίο ταλέντο στην ποίηση και αυτός αποφασίζει να τη βοηθήσει με κάθε τρόπο.

Χωρισμένη σε τέσσερα μέρη, η γραμμική πλοκή της ταινίας ακολουθεί τις κακοτυχίες ενός φαντασιόπληκτου ηττημένου άντρα, που θέλει να διακριθεί στην ποίηση και αφήνει τη ζωή του να χάνεται. Υποτιμώντας όσα συμβαίνουν στη ζωή του, ο Όσκαρ παραμένει χωρίς έμπνευση, εν αντιθέσει με την έφηβη μαθήτριά του, που κάνει ποίηση την καθημερινότητά της. Ο αντιήρωας εδώ ξεφεύγει από τους Αμερικάνους καταθλιπτικούς και το ανεξάρτητο σινεμά, για να αποκτήσει τη δική του υπόσταση, να φέρει σε πρώτο πλάνο τη σχέση του με την κοινωνία, τα τετριμμένα, που πολλές φορές βασανίζουν τους ανθρώπους.

Αυθεντικό ταλέντο ο Σότο, που υπογράφει και το έξοχο σενάριο, πυροδοτεί μέσα από τον αντιήρωά του, τις αισθήσεις και το μυαλό, γύρω από την τέχνη, τη ματαιότητα του καλλιτέχνη, τη ζωή και την ανάγκη του ανθρώπου να μοιραστεί, ακόμη και τα όνειρά του. Χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα, θα συγκινήσει. Μιλώντας απλά και γήινα, με αμεσότητα και με μια διεισδυτική δύναμη που ξαφνιάζει, για την ποίηση και την σύνδεσή της με την κοινωνία, την αποτυχία και το νόημα της επιτυχίας, αλλά και για τα στραβά και ανάποδα των καλλιτεχνών, τη δυσλειτουργία των οικογενειακών δεσμών, την ζαλισμένη κοινωνία.

Ο Ουμπεϊμάρ Ρίος, ένας μη επαγγελματίας ηθοποιός, καθηγητής και ποιητής, στον ρόλο του Όσκαρ, προσδίδει αυθεντικά κάτι από το δικό του χαρακτήρα, σε μια ταινία, αληθινή, που στο τέλος της διαδρομής της και παρά τις πάμπολλες στενάχωρες στιγμές της και το πικρό της χιούμορ, αποδεικνύει ότι η βαθιά θλίψη μπορεί να οδηγήσει σε ένα αναζωογονητικό ποίημα.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Η εμμονή του Όσκαρ με την ποίηση δεν του έχει φέρει καμία δόξα. Γερνώντας πλέον και όντας ασταθής, έχει γίνει το κλισέ του ποιητή στις σκιές. Όταν γνωρίζει τη Γιουρλέιντι, μια έφηβη κοπέλα, τη βοηθά να καλλιεργήσει το ταλέντο της.

Ο Τελευταίος Βίκινγκ

(«Den Sidste Viking») Μαύρη κωμωδία, δανέζικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Άντερς Τόμας Γιένσεν, με τους Μαντς Μίκελσεν, Νικολάι Λι Κάας, Σοφί Γκράμπολ, Κάρντο Ραζάζι, Λαρς Μπρίκμαν, Νικόλας Μπρο, Σόρεν Μάλιν κα.

Για μια ακόμη φορά ο πολυγραφότατος σεναριογράφος και σκηνοθέτης, Άντερς Τόμας Γιένσεν, έρχεται να ταράξει τα νερά, με την τελευταία του ταινία, μία μαύρη κωμωδία, που συνδυάζεται με το θρίλερ, ενώ τη διαπερνά διεισδυτικά το δράμα των ηρώων του και των παιδικών τους τραυμάτων.

Ο μόνιμος συνεργάτης του σεναριογράφου - σκηνοθέτη, Μαντς Μίκελσεν, κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο δίπλα στον Νικολάι Λι Κάας, με τον πρώτο να υποδύεται έναν πληγωμένο άντρα, στο φάσμα του αυτισμού και με ένα είδος σχιζοφρένειας και ο δεύτερος, τον αδελφό του, έναν σκληρό τύπο, ληστή, με ξεσπάσματα βίας.

Το φιλμ, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ της Βενετίας, εκτός συναγωνισμού, παρότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μαύρο κωμικό θρίλερ, ξεχωρίζει για την βαθιά προσέγγιση της ψυχολογίας των δυο κεντρικών χαρακτήρων, αλλά και όλων των προσώπων που εμφανίζονται, καθώς και στην εμβάθυνση των θεμάτων που χειρίζεται: Την απώλεια ταυτότητας και την προσπάθεια ανάκτησής της, τις γενεαλογικές καταβολές (ως εφιάλτης), τους οικογενειακούς δεσμούς και τη δυνατότητα μίας δεύτερης ευκαιρίας στη ζωή.

Ο σκληροτράχηλος ληστής Άνκερ αποφυλακίζεται μετά από 15 χρόνια κάθειρξης, έτοιμος να ανακτήσει, από μία ληστεία σε τράπεζα, τη λεία ύψους 20 εκατομμυρίων, που είχε εμπιστευτεί στον αδελφό του Μάνφρεντ, αλλά ο τελευταίος, που πλέον θέλει να τον φωνάζουν Τζον ή και Τζον Λένον, δεν δείχνει συνεργάσιμος και φαίνεται να έχει ξεχάσει πού έχει κρύψει τα χρήματα. Οι δυο τους, θα οδηγηθούν στο παλιό πατρικό σπίτι τους, στο οποίο μένει ένα δυσλειτουργικό ζευγάρι, ενώ τους καταδιώκει ένας άγριος κακοποιός, πρώην συνεργάτης του Άνκερ, που θέλει τα χρήματα για λογαριασμό του.

Χωρίς να χάσει στιγμή τη φόρμα ενός θρίλερ, με έντονα στοιχεία μαύρης κωμωδίας - οι σκηνές που ο Μάνφρεντ (Μίκελσεν) πηδά από το παράθυρο, όταν δεν τον φωνάζουν Τζον, είναι ξεκαρδιστικές - ο Γιένσεν, θα ξεδιπλώσει το δράμα, που κρύβεται πίσω από τα δυο αδέλφια και οφείλεται στον κακοποιητικό πατέρα και το θλιβερό μυστικό που τους βασανίζει.

Με το - βορειοευρωπαϊκό - χιούμορ να δηλώνει παρών, σε πολλές σκηνές, οι δυο αντιήρωες της ιστορίας, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τους εφιάλτες τους, να επουλώσουν τις πληγές τους, να βρουν τη δύναμη να έρθουν και πάλι κοντά και να αρπάξουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή τους.

Αν και η ταινία θα μπορούσε να είναι ελαφρώς πιο μαζεμένη από τις περίπου δυο ώρες που διαρκεί και το ιδιόρρυθμο σκανδιναβικό χιούμορ, όπως πάντα, να ξενίζει, ο Γιένσεν καταφέρνει να περάσει το συναισθηματικό βάθος της ιστορίας του, να συγκινήσει και να δώσει ένα φινάλε λύτρωσης, ενώ η χημεία που αναπτύσσουν Μάντσεν και Κάας αποτελεί και το βασικότερο όπλο της ταινίας.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Ένας ληστής τραπεζών αποφυλακίζεται και αναζητά τα κρυμμένα κλοπιμαία. Όμως, ο μόνος που γνωρίζει πού βρίσκονται είναι ο αδερφός του, που στο μεταξύ έχει χάσει τη μνήμη του και νομίζει ότι είναι ο Τζον Λένον.

Backrooms

(«Backrooms») Ταινία τρόμου, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Κέιν Πάρσονς, με τους Τσιούετελ Ετζιόφορ, Ρενάτε Ράινσβε, Μαρκ Ντυπλάς, Λουκίτα Μάξγουελ κα.

Ένας εικοσάρης, το όνομά του Κέιν Πάρσονς, κάνει μία ταινία ψυχολογικού τρόμου για τους συνομήλικούς του, άντε και λίγο παραπάνω, για τη γενιά, που έχει μάθει να μοιράζει τη ζωή της, στην καλύτερη περίπτωση, μεταξύ πραγματικότητας και ψηφιακής «πραγματικότητας», κοινωνικά δίκτυα και ό,τι έχει πίξελ. ΄Άλλωστε ο νεότατος Βρετανός σκηνοθέτης είναι γνωστός στο διαδίκτυο, όπου απέκτησε και την πρόωρη φήμη του, ως Κέιν Πίξελ.

Ο Πάρσονς, με καριέρα στα οπτικά εφέ και στα βιντεοπαιχνίδια, θα αποκτήσει στο YouTube αμέτρητους φαν, μεταφέρει τη διαδικτυακή του ομώνυμη σειρά στη μεγάλη οθόνη, σε παραγωγή της γνωστής ανεξάρτητης εταιρείας Α24 και πρωταγωνιστές δυο καταξιωμένους ηθοποιούς, την Ρενάτε Ρέινσβε και τον Τσιούετελ Ετζιόφορ.

Στα υπόγεια μιας έκθεσης επίπλων, μια ανεξήγητη πόρτα εμφανίζεται ξαφνικά, οδηγώντας σε μια πραγματικότητα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Όταν ένας σχετικά νεαρός άνδρας εξαφανίζεται χωρίς ίχνος, η θεραπεύτριά του ανακαλύπτει ότι είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα από παράξενα, αυτοσχέδια βίντεο που είχε καταγράψει ο ίδιος πριν χαθεί.

Τα βιντεάκια του, αποκαλύπτουν έναν αποπνικτικό λαβύρινθο από άδειους κιτρινωπούς διαδρόμους και εγκαταλελειμμένους χώρους, ένα παράλληλο σύμπαν όπου οι νόμοι της πραγματικότητας φαίνεται να έχουν καταρρεύσει. Αποφασισμένη να τον σώσει, η θεραπεύτρια περνά μέσα από την πόρτα και εισέρχεται στο άγνωστο, αντιμέτωπη με έναν κόσμο που δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα και ίσως, δεν επιτρέπει ποτέ την επιστροφή.

Το ανοίκειο δαιδαλώδες σκηνικό, ο ήχος από τις λάμπες φθορισμού και το κοφτερό μοντάζ σε συνδυασμό με την αποπροσανατολιστική κίνηση της κάμερας και τον χοντρό κόκκο της εικόνας εντείνουν το άγχος, σε αυτή την ασφυκτικά κλειστοφοβική ψυχοφθόρα ταινία τρόμου, που γίνεται εθιστική και ειδικά σε μια γενιά έτοιμη να κάνει το βήμα και να ενταχθεί στο απόκοσμο σύμπαν της.

Ο Πάρσονς, χειρίζεται ικανοποιητικά τους ηθοποιούς, ξέρει να κοψοχολιάζει, να αξιοποιεί τους αδειανούς και ατέλειωτα κλειστοφοβικούς χώρους, αλλά μένει στα μισά όταν τα πράγματα πρέπει να πάνε παρακάτω, να αναδείξει τα υπαρξιακά ερωτήματα, την αποξένωση και το ψυχολογικό βάρος της απομόνωσης σε μια γενιά, που στην πιο ευαίσθητη ηλικία της, μετρά ήδη τα μάλλον απάνθρωπα μέτρα αποστασιοποίησης και απομόνωσης.

Μια αξιοπρόσεκτη ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση, που μπορεί να απευθύνεται κυρίως σε ηλικίες κάτω των 35άρηδων, αλλά κακά τα ψέματα, προμηνύει ότι τα χειρότερα δεν έχουν έρθει - δεν τα έχουμε δει - ακόμη.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Μια παράξενη πόρτα εμφανίζεται στο υπόγειο μιας έκθεσης επίπλων. Αφότου ο ασθενής μιας θεραπεύτριας εξαφανίζεται σε μια διάσταση πέρα από την πραγματικότητα, εκείνη πρέπει να εισέλθει στο άγνωστο για να τον σώσει.

Beast

(«Beast») Δραματική περιπέτεια, αυστραλιανής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Τάιλερ Άτκινς, με τους Ντάνιελ ΜακΦέρσον, Λουκ Χέμσγουορθ, Ράσελ Κρόου, Μοτζιάν Αρία, Κέλι Γκέιλ, Τζορτζ Μπέρτζες κα.

Αθλητικό δράμα, με πρωταγωνιστή την επιστροφή ενός θρύλου των ΜΜΑ στις αρένες, που συμπυκνώνει όλα αυτά που λατρεύουν οι φαν του είδους: πρωτίστως, ίσως όχι πολύ αλλά γερό και άσχημο ξύλο, και βεβαίως όλα τα παρελκόμενα, όπως τη δεύτερη ευκαιρία, την προετοιμασία για την άνιση μάχη ενός απόμαχου με έναν αχώνευτο νεότερο «έτοιμο» πρωταθλητή, τον αφοσιωμένο και σκληρό προπονητή, την αγάπη για τον αδελφό και την οικογένεια, την ίντριγκα και βεβαίως, όλα τα κλισέ του διαδεδομένου, ειδικά στην Αμερική, είδους.

Το φιλμ του Αυστραλού Τάιλερ Άτκινς, σε σενάριο που συνυπογράφει ο Ράσελ Κρόου (ο προπονητής του «Θηρίου»), μπορεί να είναι ακόμη ένα αναμενόμενο αθλητικό δράμα γύρω από τον άγριο κόσμο των ΜΜΑ, αλλά έχει ρυθμό, δίνει τη στοιχειώδη υπόσταση στους χαρακτήρες και κρατά το ενδιαφέρον μέχρι την τελική μάχη.

Ένας πρώην πρωταθλητής των ΜΜΑ, ο Πάτον Τζέιμς, που έχει εγκαταλείψει για μια δεκαετία τις αρένες του βίαιου αγωνίσματος και πλέον εργάζεται ως επαγγελματίας ψαράς, αναγκάζεται να επιστρέψει στο «κλουβί» όταν ο αποξενωμένος αδελφός του έχει τραυματιστεί σοβαρά και κινδυνεύει η ζωή του λόγω των χρεών του σε έναν γκάνγκστερ. Έτσι, θα δεχθεί την πρόταση του, χωρίς ηθικούς φραγμούς, μάνατζερ του νέου πρωταθλητή, του Ξαβιέ Γκράου, για έναν τελευταίο αγώνα στο ONE Championship, ενώ επανενώνεται με τον πρώην προπονητή του Σάμι.

Οι σκηνές με το ξύλο μοιάζουν αληθινές και καλογυρισμένες, το σενάριο έχει και την ανθρώπινη διάσταση, για τους αθλητές του βίαιου αθλήματος και ο Ντάνιελ ΜακΦέρσον είναι ιδιαίτερα πειστικός στο ρόλο του, μέσα και έξω από την αρένα.

Το σλόγκαν της ταινίας λέει ότι «οι θρύλοι σφυρηλατούνται στην αρένα». Ένα μεγάλο ψέμα, εύκολα υιοθετημένο από τον κινηματογράφο. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο στις περισσότερες περιπτώσεις αν όχι σε όλες. Οι «θρύλοι» κατασκευάζονται από τους μάνατζερ, τον Τύπο, τους χορηγούς, ακόμη και στα γραφεία στοιχημάτων. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα για μια άλλη ταινία.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Ο θρύλος των MMA, Πάτον Τζέιμς, που πλέον εργάζεται ως επαγγελματίας ψαράς, τραβιέται πίσω στο «κλουβί» όταν ο αδερφός του κινδυνεύει. Επανενώνεται με τον παλιό του προπονητή, Σάμι, και δεσμεύεται για έναν τελευταίο αγώνα στο ONE Championship εναντίον του πρωταθλητή του, Ξαβιέ Γκράου.

Homo Sapiens?

(«Homo Argentum») Κωμωδία, αργεντίνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μαριάνο Κον και Γκαστόν Ντουπράτ, με τους Γκιγιέρμο Φρανσέγια, Κλάρα Κόβατσιτς, Έβα Ντε Ντομίνιτσι, Μίγκε Γκρανάδος, Γκρασιέλα Στεφάνι κα.

Από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες στην Αργεντινή, με 1,5 εκατομμύριο εισιτήρια, η κωμωδία των Μαριάνο Κον και Γκαστόν Ντουπράτ καυτηριάζει μέσα από το σπονδυλωτό φιλμ, 16 μικρών ιστοριών, τα στραβά και ανάποδα του αργεντίνικου λαού, με πρωταγωνιστή τον διάσημο Γκιγιέρμο Φρανσέγια, να ενσαρκώνει όλους τους κεντρικούς χαρακτήρες.

Το σκηνοθετικό ντουέτο, μετά το ενδιαφέρον «Επίσημη Συμμετοχή» προ πενταετίας, θα μπει με φούρια στη λαϊκή κωμωδία, εμπνεόμενο από τα αντίστοιχα φιλμ της ιταλικής σάτιρας των δεκαετιών του ‘60 και ‘70 («Τέρατα», «Μοντέρνα Τέρατα», «Βοκκάκιος 70»), ένα κινηματογραφικό υποείδος που λατρέψαμε στην Ελλάδα και λογικά και στην Αργεντινή, καθώς πάνω από το 60 τοις εκατό του πληθυσμού της, είναι με ιταλική ρίζα.

Ωστόσο, διαφορετικές οι αφετηρίες των κολοσσών της κωμωδίας αλά ιταλικά, απ’ αυτές των Αργεντινών σκηνοθετών και εντελώς διαφορετικές οι εποχές και οι συνθήκες. Και αυτό είναι φανερό, στην ταινία τους, δεδομένου ότι τα αντιφατικά, αμφίσημα έως και και αντιδραστικά μηνύματα της ταινίας, έφτασε να τα λατρέψει ακόμη και ο ακροδεξιός πρόεδρος της Αργεντινής.

Ο Χαβιέ Μιλέι, ο λαϊκιστής πρόεδρος με ακραίες αντιλήψεις, αποθέωσε την ταινία και κατηγόρησε όσους την επικρίνουν ότι το κάνουν γιατί «βλέπουν τον εαυτό τους σε αυτήν» και επειδή είναι χωρίς κρατική χρηματοδότηση (αν και αποκαλύφθηκε ότι είχε λάβει χρηματοδότηση από το υπουργείο Πολιτισμού).

Δεκάξι διαφορετικοί χαρακτήρες, φιγούρες και προσωπικότητες που όλοι αναγνωρίζουμε σε αντίστοιχες διαφορετικές ιστορίες: Τον υποκριτή που υψώνει τα λάβαρα της κοινωνικής δικαιοσύνης ή ηθικής μόνο για ιδιοτελείς σκοπούς, τον αυτόκλητο ειδικό που μιλάει με σιγουριά για όσα αγνοεί, τον πολίτη που πίσω από λόγια ευγενείας δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί τους πάντες, τον ρατσιστή σκηνοθέτη που γυρίζει ταινίες για τους αυτόχθονες της ζούγκλας...

Ως κωμωδία, το φιλμ βγάζει κάποιες φορές χοντρό και ενοχικό γέλιο, με τις ανεκδοτολογικές αυτοτελείς ιστορίες του, αν και ο χλευασμός των Αργεντινών, δείχνει επιλεκτικός και περιορισμένος στα προάστια του Μπουένος Άιρες, ενώ είναι εμφανής η προκατάληψη για τις φτωχότερες γειτονιές της χώρας και την εργατική τάξη, όπως και για τις γυναίκες που παρουσιάζονται ως σύμβολα των γνωστών στερεότυπων.

Ο κυνισμός διαδέχεται την παλιομοδίτικη κακία και η χονδροειδής σάτιρα, με το διφορούμενο πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα, μεταφέρουν τον διχασμό, που επικρατεί στην αργεντίνικη κοινωνία, στη μεγάλη οθόνη, χωρίς αναστολές και με προφανή στόχευση να φέρει στο προσκήνιο τα κουσούρια ενός ολόκληρου λαού, που πλέον προσπαθεί να ξεφύγει από τις αντιφάσεις του.

Ο Φρανσέγια, χωρίς να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια - απλώς φοράει περούκες όλων των χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών - αλλάζει τη φωνή του και κάνει γκριμάτσες, αντανακλώντας επιφανειακά τους χαρακτήρες που υποδύεται και ταιριαστά με το γκροτέσκο αποτέλεσμα.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Δεκάξι διαφορετικοί γνώριμοι και όχι και τόσο συμπαθητικοί χαρακτήρες της Αργεντινής σε δεκάξι ιστορίες...

Προβάλλεται ακόμη η ταινία:

Το Γεράκι της Μάλτας

(«The Maltese Falcon») Στην πρώτη του ταινία ο Τζον Χιούστον, με μία χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγής (1941), φτιάχνει τον μύθο του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, σε αυτό το απόλυτα αρχετυπικό και καλύτερο φιλμ νουάρ όλων των εποχών, διασκευάζοντας το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ. Ταινία σταθμός, για τον περιβόητο Αμερικάνο σκηνοθέτη και το φιλμ νουάρ, παραμένει υποδειγματικής σεναριακής ακρίβειας και σκηνοθετικής απαράμιλλης - ασπρόμαυρης - γοητείας, ενώ δίπλα στον ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ - Μπόγκι, βρίσκονται ανεπανάληπτοι χαρακτήρες, που ερμηνεύουν μοναδικά οι Μέρι Άστορ, Σίντνεϊ Γκρίνστριτ και Πίτερ Λόρε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
67 0 Bookmark