Η ήττα Τραμπ περιπλέκει το σκηνικό σε τρία κρίσιμα μέτωπα - Τι διακυβεύεται για Ιράν, Ισραήλ, Ουκρανία

Η Τεχεράνη πανηγυρίζει αλλά φοβάται νέα στρατιωτική κλιμάκωση, το Τελ Αβίβ βλέπει την αμερικανική στήριξη να κλονίζεται και το Κίεβο προσβλέπει στη μετά Τραμπ εποχή

Ντόναλντ Τραμπ

Η βαριά εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ προκαλεί αναταράξεις πολύ πέρα από τα αμερικανικά σύνορα, δημιουργώντας νέα δεδομένα σε τρία από τα πιο κρίσιμα μέτωπα της διεθνούς πολιτικής: το Ιράν, το Ισραήλ και την Ουκρανία. 

Μετά από σχεδόν δύο χρόνια κατά τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος ανέτρεψε θεμελιώδεις επιλογές δεκαετιών της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, προκαλώντας αναστάτωση τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο επιχειρούν τώρα να αποκωδικοποιήσουν πώς η πολιτική του αποδυνάμωση στο εσωτερικό θα επηρεάσει τις αποφάσεις του στο εξωτερικό.

Για την Τεχεράνη, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Τραμπ θα επιδιώξει μια συμφωνία ή θα κλιμακώσει τον πόλεμο. Για το Ισραήλ, η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών εντείνει την ανησυχία για το μέλλον της παραδοσιακής αμερικανικής υποστήριξης. Και για το Κίεβο, το αποτέλεσμα ενδέχεται να επηρεάσει την πίεση που ασκεί ο Λευκός Οίκος για την αποδοχή όρων που θα τερματίσουν τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Οι Δημοκρατικοί αποκτούν πλέον νέα θεσμικά εργαλεία για να αμφισβητήσουν τις επιλογές του Αμερικανού προέδρου. Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική ελευθερία κινήσεων στην εξωτερική πολιτική, αφήνοντας τους ξένους ηγέτες αντιμέτωπους με ένα καθοριστικό δίλημμα: θα τον καταστήσει η εκλογική ήττα περισσότερο διατεθειμένο να συμβιβαστεί ή θα τον ωθήσει να επιβάλει ακόμη πιο αποφασιστικά τις επιδιώξεις του;

Πανηγυρισμοί στην Τεχεράνη, αλλά καμία εγγύηση για ειρήνη

Το Ιράν υποδέχθηκε με ικανοποίηση την εκλογική ήττα του Τραμπ, χωρίς ωστόσο να θεωρεί δεδομένη μια αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής. Αντίθετα, η Τεχεράνη προετοιμάζεται για δύο ενδεχόμενα: ένα νέο στρατιωτικό πλήγμα από τις ΗΠΑ ή μια αναζωπύρωση της προσπάθειας για επίτευξη συμφωνίας.

Ο Τραμπ παραδέχθηκε, σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Fox News, ότι ο πόλεμος στο Ιράν συνέβαλε εν μέρει στην ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης.

Ακόμη πιο ξεκάθαρος ήταν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος έγραψε την Τετάρτη σε εκτενή ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι «ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος».

Έπειτα από οκτώ μήνες επιθέσεων κρίσιμες για την οικονομία υποδομές της περιοχής, επιδιώκοντας να στρέψει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους εναντίον του πολέμου, η Τεχεράνη παρουσίασε την ήττα των Ρεπουμπλικανών ως λαϊκή αποδοκιμασία της σύγκρουσης.

Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι οι αυξήσεις των τιμών εξαιτίας του πολέμου διαδραμάτισαν ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα.

«Εάν η αμερικανική κυβέρνηση προδώσει τη λαϊκή βούληση για να υπηρετήσει διεθνείς εντολείς και εκβιαστές, θα μάθει ότι το δικό μας ΟΧΙ συνοδεύεται από έναν εφιάλτη», έγραψε στην πλατφόρμα X ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Τεχεράνης.

Το δίλημμα Τραμπ: Συμφωνία ή νέα στρατιωτική επίθεση

Παρά τους πανηγυρισμούς, η ιρανική ηγεσία δεν θεωρεί ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αλλαγή πορείας στην Ουάσιγκτον.

Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δήλωσε ότι όποιος πιστεύει πως τα αποτελέσματα θα μεταβάλουν την αμερικανική πολιτική «κάνει μεγάλο λάθος».

Ιρανοί αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι η στρατηγική της χώρας δεν εξαρτάται από τις αμερικανικές εκλογές, με την Τεχεράνη να συνεχίζει την προετοιμασία της για νέες πολεμικές επιχειρήσεις, εντείνοντας ταυτόχρονα τις διπλωματικές προσπάθειες.

Ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης παραμένει πραγματικός.

Οι πληροφορίες ότι ο Τραμπ ενδέχεται να διατάξει νέα, ισχυρότερα πλήγματα εναντίον του Ιράν προκαλούν ανησυχία σε ολόκληρη την περιοχή, με την Τεχεράνη να προειδοποιεί ότι η απάντησή της θα είναι πολύ ευρύτερης κλίμακας από ό,τι στους προηγούμενους γύρους συγκρούσεων.

Μέσα στην εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε σε ορισμένους δημοσιογράφους ότι εξετάζει το ενδεχόμενο ισχυρού πλήγματος κατά του Ιράν, ενώ σε άλλους ανέφερε ότι δεν έχει άμεσα σχέδια κλιμάκωσης.

Ο Άλι Βαέζ, του International Crisis Group, εκτιμά ότι ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή. «Ο πόλεμος στο Ιράν έχει μετατραπεί σε βαρύ πολιτικό φορτίο για τον Τραμπ, αφήνοντάς του δύο ξεκάθαρες επιλογές: είτε να συνάψει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να διασώσει το κύρος του και να ανακηρύξει νίκη είτε να εντείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», αναφέρει ο Άλι Βαέζ στο CNN.

«Ο κίνδυνος είναι ότι ένας πρόεδρος που έχει αποδυναμωθεί στην κάλπη μπορεί να επιδιώξει να ανακτήσει το χαμένο κύρος του στο πεδίο της μάχης», προσθέτει.

Η διπλωματία προσφέρει μια εναλλακτική διέξοδο. Οι συνομιλίες, που είχαν βαλτώσει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αναζωπυρώθηκαν την τελευταία εβδομάδα, με την Τεχεράνη να στέλνει αξιωματούχους για επαφές με τους διαμεσολαβητές του Κατάρ, οι οποίοι διαβιβάζουν προτάσεις στην Ουάσιγκτον.

Πριν από τις εκλογές, το Ιράν είχε προσφερθεί να ανοίξει το Στενό του Ορμούζ μέσα σε δύο ημέρες, υπό την προϋπόθεση ότι ο Τραμπ θα αποδεχόταν τους επτά όρους που είχε θέσει η Τεχεράνη.

Η Σανάμ Βακίλ, του Chatham House, εκτιμά ότι η ιρανική ηγεσία «μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένη» από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά αυτό «δεν λύνει απαραίτητα τα προβλήματά της».

Όπως εξηγεί, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται μια διπλωματική επιτυχία, αλλά ενδέχεται να διστάζει να εμφανιστεί αδύναμος. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη θα μπορούσε να ερμηνεύσει την εκλογική ήττα του Τραμπ ως ευκαιρία να απαιτήσει μεγαλύτερες παραχωρήσεις.

Η Βακίλ αναμένει εντατικοποίηση των διπλωματικών προσπαθειών παράλληλα με τις στρατιωτικές απειλές, θεωρώντας ότι μια προσωρινή συμφωνία για το Στενό του Ορμούζ είναι «πιο ρεαλιστική» από μια συνολική διευθέτηση.

Ισραήλ: «Το τέλος μιας εποχής» στις σχέσεις με τις ΗΠΑ

Στο Ισραήλ, η πρώτη μεγάλη έκπληξη ήρθε ανημέρα των αμερικανικών εκλογών, με την ανακοίνωση του Τραμπ ότι θα διακόψει αιφνιδιαστικά τη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς τη χώρα.

Ακολούθησε η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, ένα εκλογικό αποτέλεσμα που χαρακτηρίστηκε «μπλε τσουνάμι» και έχει προκαλέσει συναγερμό στην ισραηλινή πλευρά.

Η διακομματική υποστήριξη προς το Ισραήλ στις ΗΠΑ είχε ήδη αρχίσει να φθίνει. Οι Δημοκρατικοί έχουν εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για τον αριθμό των νεκρών στον πόλεμο της Γάζας, ενώ ολοένα περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί θεωρούν ότι οι ΗΠΑ έχουν προσφέρει υπερβολικά μεγάλη στήριξη στο Ισραήλ.

«Το μοναδικό ζήτημα στο οποίο υπάρχει σήμερα διακομματική σύγκλιση είναι η κριτική προς το Ισραήλ», σημειώνει στο CNN ο Μάικλ Όρεν, πρώην πρεσβευτής του Ισραήλ στις ΗΠΑ.

«Αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο συσπείρωσης του Δημοκρατικού Κόμματος. Και αρχίζει να γίνεται το ίδιο για μεγάλο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος», προσθέτει.

Ο Όρεν εκτιμά ότι η διακοπή της αμερικανικής βοήθειας δεν είναι παρά η αρχή μιας διαδικασίας που μόλις τώρα αρχίζει να εκτυλίσσεται.

Όπως προειδοποιεί, είναι πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες να φτάσουν ακόμη και στη διακοπή της ανταλλαγής πληροφοριών με το Ισραήλ, καθώς και της κοινής ανάπτυξης κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων, όπως το περίφημο σύστημα αεράμυνας Iron Dome.

Παράλληλα, υπενθύμισε τον καθοριστικό ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου τόσο Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί πρόεδροι έχουν προστατεύσει διαχρονικά το Ισραήλ μέσω του αμερικανικού βέτο.

«Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Φόβοι για μπλόκο στις πωλήσεις όπλων και επιβολή κυρώσεων

Ακόμη πιο συγκεκριμένος ήταν ο Γιαακόβ Κατς, πρώην αρχισυντάκτης της Jerusalem Post, ο οποίος προειδοποίησε ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν πολύ πιο εκτεταμένες αλλαγές στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.

«Αυτό που ανακοίνωσε χθες ο Τραμπ για τη στρατιωτική βοήθεια είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου όσων μπορούν να αλλάξουν. Οι πωλήσεις όπλων θα μπορούσαν να μπλοκαριστούν, να προταθούν κυρώσεις και να διακοπεί η χρηματοδότηση κοινών οικονομικών προγραμμάτων», έγραψε στην πλατφόρμα X.

Το αρνητικό κλίμα απέναντι στο Ισραήλ ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Τμήματα του αμερικανικού εκλογικού σώματος θεωρούν ότι οι κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις ήταν αποτέλεσμα ενός πολέμου στον οποίο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έπεισε τον Τραμπ να εμπλακεί.

Ακόμη και τώρα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πιέζει για επανέναρξη των επιθέσεων κατά του Ιράν, γεγονός που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει μια σύγκρουση η οποία οδήγησε σε αύξηση των τιμών της βενζίνης και του κόστους ζωής στις ΗΠΑ, συμβάλλοντας στην οδυνηρή εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών.

Υπό αυξημένη πίεση και στο εσωτερικό ο Νετανιάχου

Εν τω μεταξύ, ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει σοβαρά πολιτικά προβλήματα και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Στις εκλογές που διεξήχθησαν μία εβδομάδα πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, έχασε την πλειοψηφία του ισραηλινού κοινοβουλίου.

Ωστόσο, ούτε ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία.

Ο Άιζενκοτ πιθανότατα θα χρειαστεί να συνεργαστεί με αραβικά κόμματα, τα οποία κατέγραψαν ιστορικά υψηλή συμμετοχή των ψηφοφόρων τους στις εκλογές.

Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής του αριστερού κόμματος των Δημοκρατικών, προειδοποίησε ότι το Ισραήλ «δεν έχει χρόνο για χάσιμο» όσον αφορά την αντικατάσταση του Νετανιάχου και την απομάκρυνση της χώρας από την πορεία που οδηγεί σε κυρώσεις και διεθνή απομόνωση.

Το Κίεβο περιμένει τη μετά Τραμπ εποχή

Όσον αφορά την Ουκρανία, η αντίδραση στην πολιτική του Τραμπ είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες στις ΗΠΑ. Την Τετάρτη, πάντως, το Κίεβο επέλεξε να παραμείνει σχετικά σιωπηλό για τα εκλογικά αποτελέσματα.

Εδώ και εβδομάδες, οι σχέσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Τραμπ βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απαιτήσει την αντικατάσταση του Ουκρανού ομολόγου του, έχει επιδιώξει ενεργειακές συμφωνίες που ωφελούν τη Ρωσία, ενόσω η πρόσβαση της Ουκρανίας σε αμερικανική τεχνολογία και πληροφορίες αντιμετώπιζε ανεξήγητα εμπόδια.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, το Κίεβο αναγκάστηκε να υιοθετήσει από νωρίς συγκεκριμένη στάση: να περιμένει, με ολοένα μεγαλύτερη αγωνία, τη μετά Τραμπ εποχή.

Όταν άρχισε να διαφαίνεται το αποτέλεσμα των εκλογών την Τετάρτη, τα επίσημα σχόλια από την ουκρανική πρωτεύουσα ήταν ελάχιστα. Ο Ζελένσκι ενδεχομένως προτίμησε να αφήσει τις χιουμοριστικές εικόνες που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο, με τον ίδιο να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας την κάλυψη των αμερικανικών εκλογών με μπίρα και ποπ κορν, να μιλήσουν από μόνες τους.

«Θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε σταθερές σχέσεις με όποιον βρίσκεται στην εξουσία»

Ο Σεργκίι Κισλίτσια, αναπληρωτής αξιωματούχος στο γραφείο του Ζελένσκι, δήλωσε πάντως στην ουκρανική τηλεόραση ότι η χώρα θα συνεχίσει να «αναπτύσσει ουσιαστικές, φυσιολογικές και σταθερές σχέσεις» με όποιον βρίσκεται στην εξουσία στις ΗΠΑ.

Παράλληλα, η Ουκρανία θα εξακολουθήσει να επιδιώκει την εξασφάλιση πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot, αν και θα πρέπει να προσαρμοστεί τόσο στη νέα σύνθεση του Κογκρέσου όσο και στο πιθανό κύμα προεδρικών διαταγμάτων που θα επιχειρήσουν να παρακάμψουν τη νομοθετική εξουσία.

Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πολιτική αποδυνάμωση του Τραμπ και η αντίστροφη μέτρηση που αρχίζει πλέον για την προεδρία του ευνοούν το Κίεβο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποστηρίξει ότι η επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία θα ήταν εύκολη υπόθεση, αλλά στη συνέχεια προχώρησε σε κινήσεις που τιμωρούσαν την ουκρανική πλευρά επειδή δεν αποδεχόταν τις απαιτήσεις της Ρωσίας, που είναι και ο επιτιθέμενος.

Κατά διαστήματα, δε, ο Τραμπ ταπείνωνε και επέπληττε τον Ζελένσκι, πριν ακολουθήσουν περιστασιακές συμφιλιώσεις των δύο, αφού οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουκρανίας επιχειρούσαν να εξομαλύνουν τις σχέσεις, παρακολουθώντας με ανησυχία τη διάρρηξη συμμαχιών ασφαλείας που είχαν οικοδομηθεί επί δεκαετίες.

Το Κίεβο εξακολουθεί να χρειάζεται τις ΗΠΑ, αλλά δεν τις εμπιστεύεται

Η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται σε πολλούς τομείς από τον Τραμπ και τις ΗΠΑ. Πρωτίστως, χρειάζεται όπλα, χρηματοδότηση και μια ευρύτερη διαβεβαίωση ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται στο πλευρό της.

Ωστόσο, έπειτα από μήνες εχθρικής στάσης της αμερικανικής κυβέρνησης, το Κίεβο έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να βασίζεται στην Ουάσινγκτον.

Η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της προεδρίας Τραμπ δημιουργεί, πάντως, και έναν σημαντικό κίνδυνο για την Ουκρανία. Και αυτός είναι πώς θα «διαβάσει» ο Βλαντίμιρ Πούτιν τη νέα πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ.

Ο Ρώσος πρόεδρος ενδεχομένως να θεωρήσει ότι έχει στη διάθεσή του περίπου έναν χρόνο για να επιδιώξει, με οποιοδήποτε κόστος, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στον πόλεμο που ο ίδιος ξεκίνησε, μέχρι δηλαδή να ξεκινήσει η προεκλογική μάχη για τις προεδρικές εκλογές του 2028 στις ΗΠΑ, που θα μπορούσε να ωθήσει εκ νέου την πολιτική των Ρεπουμπλικανών προς την παραδοσιακή γραμμή στήριξης της Ουκρανίας.

Μέχρι σήμερα, ο Πούτιν δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τη φαινομενικά ιδιαίτερα ευνοϊκή σχέση του με τον Τραμπ για να εξασφαλίσει κάποια αξιοσημείωτη νίκη στο πεδίο των μαχών. Ενδέχεται, επομένως, να επιδιώξει να αλλάξει αυτή την κατάσταση προτού η πολιτική ισχύς του Αμερικανού προέδρου διαβρωθεί ακόμα περισσότερο.

Πηγή: skai.gr
1 0 Bookmark

Απόρρητο