Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Τετάρτη ότι σκοπεύει να συνομιλήσει με τον πρόεδρο της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, μια κίνηση που χαρακτηρίζεται πρωτοφανής για Αμερικανό πρόεδρο και θα μπορούσε να προκαλέσει νέες εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας.
«Θα μιλήσω μαζί του» δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος σε δημοσιογράφους στη βάση Άντριους, στο Μέριλαντ, λίγο πριν επιβιβαστεί στο Air Force One, όταν ρωτήθηκε για τον Λάι. «Μιλάω με όλους… Θα το χειριστούμε αυτό, το ζήτημα της Ταϊβάν».
Απαντώντας στις αναπάντεχες δηλώσεις που έκανε ο Τραμπ το πρωί της Πέμπτης, το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν ανέφερε, σύμφωνα με το Reuters, ότι ο Λάι θα ήταν πρόθυμος να συνομιλήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Πότε διεκόπησαν οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ταϊβάν
Αμερικανοί και Ταϊβανοί πρόεδροι δεν έχουν συνομιλήσει απευθείας από το 1979, όταν η Ουάσινγκτον μετέφερε τη διπλωματική της αναγνώριση από την Ταϊπέι στο Πεκίνο.
Ωστόσο, στα τέλη του 2016, ως εκλεγμένος πρόεδρος, ο Τραμπ είχε σπάσει δεκαετίες διπλωματικού πρωτοκόλλου όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με την τότε πρόεδρο της Ταϊβάν, Τσάι Ινγκ-γουέν. Η συνομιλία εκείνη είχε προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις, με την κινεζική κυβέρνηση να υποβάλλει επίσημη διαμαρτυρία προς τις ΗΠΑ, ενώ η μεταβατική ομάδα του Τραμπ είχε επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία της επικοινωνίας.
Το Πεκίνο δεν έχει ποτέ αποκλείσει τη χρήση βίας για να θέσει υπό τον έλεγχό του το δημοκρατικά κυβερνώμενο νησί. Παράλληλα, έχει επανειλημμένα εκφράσει την οργή του για τη διαχρονική στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή κινεζικής στρατιωτικής δράσης.
Οι δηλώσεις Τραμπ ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε μία εβδομάδα που ανέφερε ότι προτίθεται να μιλήσει με τον Λάι, διαψεύδοντας τις αρχικές εικασίες ότι η πρώτη σχετική αναφορά του -μετά τη συνάντησή του με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ την περασμένη εβδομάδα- ήταν απλώς λεκτικό ολίσθημα.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα σχολιασμού σχετικά με το πότε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια συνομιλία ή ποια ζητήματα θα συζητηθούν. Ούτε και η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον προχώρησε σε άμεσο σχόλιο.
Η διαφοροποίηση Τραμπ από τους άλλους αμερικανούς προέδρους
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν επισημάνει ότι ο Τραμπ έχει εγκρίνει περισσότερες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν από οποιονδήποτε άλλο Αμερικανό πρόεδρο. Ωστόσο, ο ίδιος έχει επίσης χαρακτηρίσει τις μελλοντικές πωλήσεις όπλων ως «πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί».
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εξυμνήσει τη σχέση του με τον Σι, χαρακτηρίζοντάς την «εξαιρετική». Μετά το ταξίδι του στο Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα, δήλωσε ότι δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε μεγάλη πώληση όπλων προς την Ταϊβάν, αξίας έως και 14 δισ. δολαρίων, εντείνοντας την αβεβαιότητα γύρω από τη στήριξη των ΗΠΑ προς το νησί.
Σε μια προσπάθεια να ασκήσει πίεση στον Τραμπ, το Πεκίνο φέρεται τώρα να καθυστερεί την έγκριση ενδεχόμενης θερινής επίσκεψης στην Κίνα του υφυπουργού Άμυνας των ΗΠΑ για θέματα πολιτικής, Έλμπριτζ Κόλμπι.
Σύμφωνα με τους Financial Times, που επικαλούνται πηγές με γνώση του ζητήματος, η κινεζική πλευρά έχει διαμηνύσει στην Ουάσινγκτον ότι δεν μπορεί να εγκρίνει το ταξίδι του Κόλμπι προτού ο Τραμπ αποφασίσει πώς θα προχωρήσει με τη συμφωνία εξοπλισμών.
Οποιαδήποτε άμεση επικοινωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ταϊβάν συνήθως προκαλεί την οργή της Κίνας, η οποία θεωρεί το νησί τμήμα της επικράτειάς της. Ωστόσο, η ρητορική του Τραμπ έχει προκαλέσει ανάμεικτα μηνύματα στην Ταϊπέι. Παρότι ο Λάι χαιρέτισε την προοπτική συνομιλίας με τον Τραμπ, η αναφορά του Αμερικανού προέδρου στο «πρόβλημα της Ταϊβάν» παραπέμπει στη διατύπωση που χρησιμοποιεί το Πεκίνο.
Πρόθυμος να συνομιλήσει με τον Τραμπ ο Λάι
Ο Λάι, τον οποίο το Πεκίνο αντιμετωπίζει ως αυτονομιστή, δήλωσε νωρίτερα την Τετάρτη ότι, εάν του δοθεί η ευκαιρία να μιλήσει με τον Τραμπ, θα τονίσει πως η κυβέρνησή του παραμένει προσηλωμένη στη διατήρηση του status quo στα Στενά της Ταϊβάν και ότι είναι η Κίνα που υπονομεύει την ειρήνη μέσω της μαζικής στρατιωτικής ενίσχυσης στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
«Καμία χώρα δεν έχει το δικαίωμα να προσαρτήσει την Ταϊβάν. Ο λαός της Ταϊβάν επιδιώκει έναν δημοκρατικό και ελεύθερο τρόπο ζωής και η δημοκρατία και η ελευθερία δεν πρέπει να θεωρούνται πρόκληση», δήλωσε ο Λάι.
Βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας, η Ουάσινγκτον υποχρεούται να παρέχει στην Ταϊβάν τα μέσα για την άμυνά της, ενώ τόσο Ρεπουμπλικάνοι όσο και Δημοκρατικοί βουλευτές έχουν καλέσει την κυβέρνηση Τραμπ να συνεχίσει τις πωλήσεις όπλων προς το νησί.
Υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της Ταϊβάν για τις ΗΠΑ, το νησί των 23 εκατομμυρίων κατοίκων αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Αμερικής, πίσω μόνο από την Κίνα, η οποία αριθμεί 1,4 δισ. κατοίκους. Μεγάλο μέρος αυτού του εμπορίου βασίζεται στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών προς τις ΗΠΑ -τεχνολογιών που τροφοδοτούν την παγκόσμια οικονομία.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.