Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) πέρασε μέρος του πρωινού της Κυριακής του Πάσχα των Καθολικών βρίζοντας το Ιράν, αποκαλώντας τους ηγέτες του «τρελούς μπάσταρδους» και απειλώντας ότι η χώρα θα «ζει στην κόλαση» αν δεν ανοίξει το Στενό του Ορμούζ. Το επόμενο πρωί, στον Λευκό Οίκο, λίγα βήματα μακριά από το Πασχαλινό Κουνελάκι και τις οικογένειες στρατιωτικών που έψαχναν αυγά, επέμεινε. «Δεν θέλουν να πουν, όπως λέμε, “φτάνει”», δήλωσε στους δημοσιογράφους, «αλλά θα το κάνουν. Και αν δεν το κάνουν, δεν θα έχουν γέφυρες, δεν θα έχουν εργοστάσια ηλεκτρισμού, δεν θα έχουν τίποτα».
Το να εξαναγκαστεί το Ιράν να ζητήσει έλεος είναι απλώς ο τελευταίος στόχος του πολέμου. Μέσα σε μόλις πέντε εβδομάδες στρατιωτικών επιχειρήσεων, το σκεπτικό έχει μετατοπιστεί από προληπτικά πλήγματα σε πυρηνικές και πυραυλικές εγκαταστάσεις, σε αλλαγή καθεστώτος και «απελευθέρωση». Όταν το Ιράν περιόρισε τη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ, εκτινάσσοντας τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, ο νέος στόχος έγινε το άνοιγμά τους. Τώρα όμως, η κρίση εθνικής ασφάλειας έχει μετατραπεί σε κρίση ταυτότητας, για το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες, για τον Τραμπ και τον αμερικανικό λαό.
Τα έθνη, όπως και τα άτομα, έχουν «εγώ» και θα πολεμήσουν για να το προστατεύσουν. Οι μελετητές των διεθνών σχέσεων το αποκαλούν «οντολογική ασφάλεια»: τα κράτη χρειάζονται μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας όσο και φυσική ή οικονομική ασφάλεια. Θα προτάξουν αυτή την ταυτότητα ακόμη κι αν αυτό βλάπτει την ευημερία τους. Το Ιράν και οι ΗΠΑ θα ωφελούνταν από το τέλος του πολέμου, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση και ένας αποκλεισμένος δίαυλος δεν συμφέρουν κανέναν. Αν και επιτεύχθηκε μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός αργά την Τρίτη, οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν επειδή και οι δύο πλευρές ενδιαφέρονται πλέον περισσότερο να «μην εκτεθούν» παρά να σώσουν ζωές, ένα χαρακτηριστικό σημάδι ότι η απειλή είναι ταυτοτική και όχι στρατηγική.
Η απόρριψη μιας προηγούμενης ειρηνευτικής συμφωνίας από το Ιράν το αποδεικνύει: αντί να δεχτεί το άνοιγμα του Στενού με αντάλλαγμα 45 ημέρες κατάπαυσης του πυρός, απαίτησε άρση των κυρώσεων και μόνιμο τέλος του πολέμου. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι η επανάσταση του 1979 και η κρίση των ομήρων διαμόρφωσαν την ταυτότητα της χώρας γύρω από την αντίσταση και την ισλαμική αποστολή. Η αντίθεση στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η στήριξη δικτύων μη κρατικών δρώντων και η διατήρηση του θεοκρατικού καθεστώτος έγιναν βασικά στοιχεία νομιμοποίησης. Το Ιράν θα ανοίξει το Στενό μόνο αν αυτό παρουσιαστεί ως νίκη της αντίστασης, κάτι που, όπως φαίνεται, προσέφερε η προσωρινή εκεχειρία. Πιο πολύτιμη από τα αποθέματα πετρελαίου είναι η «αυτοεικόνα» του. Ακόμη κι αν χάσει στρατιωτικά, νίκη θεωρείται το να μην υποκύψει και ιδιαίτερα όχι στις ΗΠΑ.
Από την άλλη, και η Αμερική αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα. Οι μεταβαλλόμενοι και αντιφατικοί στόχοι της δείχνουν μια χώρα που δεν είναι πλέον βέβαιη για τον ρόλο της στον κόσμο. Θέλει να αντιμετωπίζεται ως αναντικατάστατη δύναμη, αλλά υπό τον Τραμπ δείχνει απροθυμία για συμμαχίες και διεθνή λογοδοσία. Αυτή η αντίφαση εντείνεται από την κομματική πόλωση. Για τους υποστηρικτές του, το μόνο αποδεκτό αποτέλεσμα είναι είτε το Ιράν να υποχωρήσει είτε ο ίδιος να αποχωρήσει δηλώνοντας νίκη. Για τους υπόλοιπους, η κατάσταση μοιάζει με ίλιγγο, μια εθνική ταυτότητα που ταλαντεύεται μέσα σε αστάθεια και δυσπιστία.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι παραδοσιακοί δείκτες πολέμου, όπως οι επιδρομές ή οι καταστροφές στόχων, δεν αποκαλύπτουν πότε θα τελειώσει η σύγκρουση. Το μόνο που μετρά είναι ποιος θα υποχωρήσει πρώτος. Καμία πλευρά δεν θεωρεί ότι πρέπει να κάνει πίσω, γιατί για τον Τραμπ και το ιρανικό καθεστώς, η υποχώρηση δεν είναι απλώς στρατιωτική ήττα. Είναι πλήγμα στο εγώ τους. Θα σήμαινε ότι η αφήγηση που έχουν χτίσει για τον λαό τους - και για τους ίδιους- ήταν ψευδής.
Έτσι, η διαμάχη για το Στενό του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε δοκιμασία αντοχής. Είναι ένας πόλεμος σε αναμονή, όπου η ανθεκτικότητα του Ιράν τροφοδοτείται από την ακαμψία της ταυτότητάς του, ενώ οι απειλές κλιμάκωσης των ΗΠΑ προέρχονται από τις δικές τους ανασφάλειες. Ο Τραμπ περιπλέκει την κατάσταση συγχέοντας τα εθνικά συμφέροντα με τα προσωπικά του, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθεί γιατί διεξάγεται ο πόλεμος.
Για τις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, η οικονομική πίεση και η στρατιωτική ισχύς είναι μέσα επιβεβαίωσης του κύρους, να κάνουν άλλες χώρες να «παραδοθούν». Ωστόσο, η σύγχρονη ιστορία δείχνει ότι όταν η αντίσταση γίνεται ζήτημα ύπαρξης, η στρατιωτική υπεροχή σπάνια οδηγεί σε υποταγή, πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι το αδιέξοδο.
Πώς μπορεί να λυθεί; Ένα άνευ όρων τέλος του πολέμου και το άνοιγμα του Στενού θα ήταν μια εύκολη νίκη, αλλά θα εκληφθεί ως ήττα και από τις δύο πλευρές αν χρειαστεί να υποχωρήσουν. Τα κράτη μπορούν να ξεφύγουν από τέτοια αδιέξοδα συμφωνώντας σε μια αφήγηση που επιτρέπει και στους δύο να ισχυριστούν ότι κέρδισαν ένα «πασχαλινό αυγό» για όλους. Το Ιράν θα πει ότι νίκησε μια υπερδύναμη, ενώ οι ΗΠΑ ότι αποκατέστησαν την παγκόσμια οικονομία και την ισορροπία στην περιοχή. Ο κίνδυνος του πολέμου παραμένει επειδή καμία πλευρά δεν έχει αποδεχτεί ότι το να είναι ο «ήρωας» της δικής της ιστορίας, μπορεί να την κάνει χαμένη στα μάτια των άλλων.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.