Παρότι για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως παρίας από τη Δύση και βρισκόταν σε απομόνωση λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, η επαναστατική ισλαμική κυβέρνηση του Ιράν διατηρούσε διπλωματικές, εμπορικές και στρατιωτικές σχέσεις με μια σειρά από χώρες.
Η Τουρκία και η Ινδία συνεργάζονταν με την Τεχεράνη σε θέματα εμπορίου και ασφάλειας, αναφέρουν οι New York Times. Η Κίνα έβλεπε το Ιράν ως πηγή φθηνού πετρελαίου. Η Βόρεια Κορέα, η Βενεζουέλα και η Ρωσία το θεωρούσαν σύμμαχο στον αγώνα τους απέναντι στη Δύση και συνεργάζονταν μαζί του για την ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνολογίας και την παράκαμψη των κυρώσεων.
Τώρα που το Ιράν δέχεται επίθεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αυτοί οι φίλοι, γείτονες και εταίροι, πέρα από λόγια, δεν έχουν τίποτα άλλο να προσφέρουν στην Ισλαμική Δημοκρατία. Και οι ίδιοι θα μπορούσαν να γίνουν στόχοι. Η Τουρκία δήλωσε την Τετάρτη ότι το ΝΑΤΟ κατέρριψε έναν βαλλιστικό πύραυλο που εκτοξεύθηκε από το Ιράν και κατευθυνόταν προς τον τουρκικό εναέριο χώρο. Την Πέμπτη, η Τεχεράνη αρνήθηκε ότι στόχευσε την Τουρκία.
Χωρίς πραγματικούς συμμάχους, ο πόλεμος αυτός είναι μοναχικός για το Ιράν.
Σύμφωνα με ειδικούς, αυτό είναι αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της Τεχεράνης, η οποία απέφευγε να αναλάβει δεσμεύσεις απέναντι σε άλλα κράτη, επενδύοντας αντίθετα σε πολιτοφυλακές που μοιράζονται την ιδεολογικά και θρησκευτικά φορτισμένη εχθρότητά της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Ωστόσο, αυτές οι πολιτοφυλακές δεν μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά το Ιράν τώρα. Οι ισχυρότερες από αυτές, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και η Χαμάς στη Γάζα, έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά από τους πολέμους με το Ισραήλ. Οι Χούθις στην Υεμένη και οι ένοπλες ομάδες στο Ιράκ που υποστηρίζονται από το Ιράν μπορούν να πλήξουν πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα ή αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ. Όμως τέτοιες επιθέσεις είναι απίθανο να αλλάξουν την πορεία ενός πολέμου που διεξάγεται στο εσωτερικό του Ιράν.
Ούτε οι σχέσεις του Ιράν με άλλα κράτη έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική στήριξη, ακόμη και από εκείνα που τους ενώνει η εχθρότητά τους απέναντι σε αυτό που θεωρούν δυτικό ιμπεριαλισμό.
«Πρόκειται για ένα απότομο ξύπνημα για όσους πίστευαν ότι διαμορφωνόταν ένας αντιδυτικός άξονας», δήλωσε ο Σινάν Ουλγκέν, πρώην Τούρκος διπλωμάτης και διευθυντής του EDAM, δεξαμενής σκέψης με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Αναφερόμενος στη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, είπε: «Τώρα βλέπουμε ότι αυτό δεν σημαίνει τίποτα για μία από αυτές τις τέσσερις χώρες όταν βρίσκεται υπό πολιορκία από τη Δύση».
Οι περισσότερες χώρες που διατηρούν σχέσεις με το Ιράν το κάνουν για λόγους στρατηγικής, γεωγραφίας ή οικονομίας, γεγονός που τους δίνει ελάχιστους λόγους να θυσιαστούν όταν το Ιράν δέχεται επίθεση, σημειώνουν ειδικοί. Και πλέον, αυτές οι σχέσεις ίσως να μην μπορούν να τις προστατεύσουν.
Το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας δεν διευκρίνισε ποιος ήταν ο στόχος του βαλλιστικού πυραύλου από το Ιράν που κατέρριψαν τα συστήματα αεράμυνας του ΝΑΤΟ την Τετάρτη. Ωστόσο, ανώτερος αξιωματούχος του αμερικανικού στρατού και δυτικός αξιωματούχος δήλωσαν ότι στόχος ήταν η βάση Ιντσιρλίκ στη νότια Τουρκία, όπου σταθμεύουν δυνάμεις της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και άλλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Θραύσματα από τα πυρομαχικά που κατέρριψαν τον πύραυλο έπεσαν περίπου 30 μίλια από τη βάση.
Ο ιρανικός στρατός αρνήθηκε σε ανακοίνωσή του την Πέμπτη ότι εκτόξευσε πύραυλο κατά της Τουρκίας, δηλώνοντας ότι σέβεται την κυριαρχία της χώρας.
Η Τουρκία μοιράζεται σύνορα μήκους 300 μιλίων με το Ιράν, διατηρεί μακροχρόνιες διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις μαζί του και παράλληλα προσπάθησε να αποτρέψει την κλιμάκωση του πολέμου.
Ο Ουλγκέν χαρακτήρισε την προσέγγιση της Τουρκίας απέναντι στο Ιράν ως μια στάση που έχει τις ρίζες της στην ιστορία και καθορίζεται από τη γεωγραφική εγγύτητα και έναν «διστακτικό σεβασμό». «Δεν είμαστε φίλοι με το Ιράν, δεν συμφωνούμε σε πολλά, αλλά πρέπει να συνυπάρχουμε στον ίδιο γεωγραφικό χώρο», είπε.
Παρά τους θερμούς δεσμούς του με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν «σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου». Τη Δευτέρα, ανέφερε επίσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «λυπήθηκε» για τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Τούρκοι αξιωματούχοι εργάζονται για να σταματήσει ο πόλεμος, όχι επειδή συμπαθούν την ηγεσία του Ιράν, αλλά επειδή φοβούνται ότι η αστάθεια στο Ιράν θα μπορούσε να επεκταθεί στην Τουρκία, όπως συνέβη σε προηγούμενες συγκρούσεις στο Ιράκ και τη Συρία, χώρες που επίσης συνορεύουν με την Τουρκία.
Η πτώση της κυβέρνησης στην Τεχεράνη θα μπορούσε να είναι ακόμη χειρότερη, δήλωσε ο Σινάν Ουλγκέν. «Το είδος της αστάθειας που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αλλαγή καθεστώτος θα ήταν πολλαπλάσιο από αυτό που είδαμε στη Συρία και στο Ιράκ», ανέφερε.
Και η Ινδία συνεργάστηκε με το Ιράν, θεωρώντας το σημαντικό παράγοντα στην περιοχή και επιδιώκοντας οικονομικά οφέλη, σύμφωνα με τον Καμπίρ Τανέχα, εκτελεστικό διευθυντή του Observer Research Foundation Middle East στο Ντουμπάι.
«Δεν υπήρχε πραγματική ευθυγράμμιση ως προς την κοσμοθεωρία», είπε. «Ήταν πάντα μια πολύ συναλλακτική σχέση, αλλά λειτουργική και χρήσιμη για το Νέο Δελχί».
Η Ινδία εξάγει ρύζι, αγροτικά προϊόντα και φαρμακευτικά σκευάσματα στο Ιράν και έχει επενδύσει σημαντικά στο λιμάνι Τσαμπαχάρ, στη νότια ακτή του Ιράν, ώστε να αποκτήσει έναν εμπορικό διάδρομο προς την Κεντρική Ασία που παρακάμπτει το Πακιστάν, τον κύριο ανταγωνιστή της.
Οι σχέσεις με το Ιράν δεν εμπόδισαν την Ινδία να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο αγοραστή ισραηλινών όπλων, με τις ινδικές αγορές να αντιστοιχούν στο 34% των συνολικών εξαγωγών όπλων του Ισραήλ την περίοδο 2020–2024, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης.
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου, ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι επισκέφθηκε το Ισραήλ, όπου μίλησε στην Κνεσέτ, έλαβε τιμητική κοινοβουλευτική διάκριση και υπέγραψε εμπορικές συμφωνίες με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Μπένιαμιν Νετανιάχου.
Η ισορροπία που προσπαθεί να διατηρήσει η Ινδία μεταξύ Ισραήλ, Ιράν και άλλων χωρών σημαίνει ότι το Νέο Δελχί θα αποφύγει να εμπλακεί στον πόλεμο στο Ιράν, δήλωσε ο Καμπίρ Τανέχα. «Η ινδική εξωτερική πολιτική είναι σαφής σε αυτό το ζήτημα: δεν παρεμβαίνει στις υποθέσεις άλλων», είπε.
Άλλες χώρες που διατηρούν σχέσεις με το Ιράν αλλά φιλοξενούν και αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν βρεθεί στο στόχαστρο καθώς η Τεχεράνη απαντά στις επιθέσεις.
Το Ιράν έχει εκτοξεύσει drones και πυραύλους προς το Κατάρ, με το οποίο μοιράζεται ένα υπεράκτιο κοίτασμα φυσικού αερίου, προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σημαντικό εμπορικό εταίρο του και προς το Ομάν, βασικό διαμεσολαβητή στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες που επιδίωκαν να αποτρέψουν τον πόλεμο.
Παράλληλα, το Ιράν έχει λάβει ελάχιστη στήριξη από χώρες-εταίρους που μοιράζονται την εχθρότητά του απέναντι στη Δύση.
Η Βόρεια Κορέα καταδίκασε τον πόλεμο αλλά δεν έκανε κάτι περισσότερο, ενώ η στάση της Βενεζουέλα έχει αλλάξει μετά την ανατροπή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιανουάριο.
Η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν, κυρίως επειδή αγοράζει περισσότερο από τα τρία τέταρτα του ιρανικού πετρελαίου, το οποίο προμηθεύεται σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή λόγω των αμερικανικών κυρώσεων.
Η Κίνα έχει καλέσει σε αυτοσυγκράτηση, έχει χαρακτηρίσει τη δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ «απαράδεκτη» και έχει ορίσει ειδικό απεσταλμένο για τη διαμεσολάβηση. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, είναι απίθανο να αμφισβητήσει άμεσα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να μη διαταράξει η εύθραυστη ύφεση που διέπει αυτή τη στιγμή τις σχέσεις τους, ενόψει της αναμενόμενης επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα τον Απρίλιο.
Η Ρωσία υπήρξε ο στενότερος σύμμαχος του Ιράν στην αντιπαράθεση με τη Δύση για περισσότερο από μία δεκαετία.
«Υπήρχε σύγκλιση και κοινή δυσαρέσκεια απέναντι στη διεθνή τάξη και το σύστημα συμμαχιών των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε η Χάνα Νότε, διευθύντρια του προγράμματος Ευρασίας στο James Martin Center for Nonproliferation Studies.
Η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Ιράν ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, όπου οι δύο χώρες στήριξαν τον πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ πριν αυτός ανατραπεί τον Δεκέμβριο του 2024.
Η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ενίσχυσε περαιτέρω τη σχέση μεταξύ Μόσχας και Ιράν, καθώς η Ρωσία χρειάστηκε την ιρανική τεχνολογία drones, την οποία χρησιμοποίησε εναντίον της Ουκρανίας.
Τον Ιανουάριο του 2025, Ρωσία και Ιράν υπέγραψαν μια σημαντική συμφωνία συνεργασίας που ενίσχυσε τους αμυντικούς δεσμούς τους, χωρίς όμως να περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας άμυνας σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης.
Η Ρωσία έχει παραδώσει στο Ιράν κάποιο στρατιωτικό εξοπλισμό, ωστόσο η στήριξή της παραμένει περιορισμένη, ανέφερε η Νότε, εν μέρει επειδή η Μόσχα δεν θέλει να περιπλέξει τις σχέσεις της με το Ισραήλ.
Τώρα που το Ιράν βρίσκεται σε πόλεμο, η Ρωσία πιθανότατα θα συνεχίσει την πολιτική της αποφυγής άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή, πρόσθεσε η ίδια.
Αυτό πιθανότατα θα περιορίσει τη ρωσική συμβολή στην υπεράσπιση του Ιράν σε διπλωματικό επίπεδο, κυρίως στα Ηνωμένα Έθνη και σε άλλα διεθνή φόρα.
«Οι Ρώσοι έχουν υπερασπιστεί τους Ιρανούς αρκετά επιθετικά σε διπλωματικό επίπεδο», είπε η Νότε. «Όμως αυτό δεν βοηθά ιδιαίτερα το Ιράν στην παρούσα κατάσταση».
Διαβάστε όλες τις εξελίξεις εδώ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.