Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί να αποδειχθεί πολιτική νίκη του Νετανιάχου, αλλά με μακροπρόθεσμο κόστος

Η στενή συμμαχία με τους Ρεπουμπλικανούς και η απομάκρυνση από τους Δημοκρατικούς, απειλούν να διαβρώσουν τη διακομματική στήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ

Νετανιάχου και Τραμπ

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) να ξεκινήσει μια κοινή στρατιωτική εκστρατεία με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν αποτελεί την κορύφωση της πολυετούς προσπάθειας του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπένιαμιν Νετανιάχου (Benjamin Netanyahu) να καλλιεργήσει σχέσεις με τα πιο συντηρητικά στοιχεία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Όμως, όπως και η ίδια η επίθεση στο Ιράν, αυτό μπορεί να αποδειχθεί μια βραχυπρόθεσμη επιτυχία με βαριές μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Του Ronald Brownstein αρθρογράφου του Bloomberg 

Στα τριάντα χρόνια κατά τα οποία ο Νετανιάχου βρίσκεται στο επίκεντρο της ισραηλινής πολιτικής, η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μειωθεί δραματικά μεταξύ των απλών ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, γεγονός που απελευθέρωσε μια νέα γενιά ηγετών του κόμματος να ασκεί έντονη κριτική στο Ισραήλ. Τώρα, ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να διευρύνει μια αναδυόμενη γενεακή διαίρεση και μέσα στους Ρεπουμπλικανούς.

Στα ιδεολογικά άκρα και των δύο κομμάτων, η κριτική προς το Ισραήλ συχνά καταλήγει σε ανοιχτό αντισημιτισμό και ο πόλεμος ήδη αυξάνει τον κίνδυνο επιθέσεων εναντίον εβραϊκών θεσμών. Ωστόσο, είναι ευσεβής πόθος να υποστηρίζει κανείς, όπως συχνά κάνουν συντηρητικοί εβραϊκοί κύκλοι, ότι ο αντισημιτισμός είναι η βασική δύναμη που διαβρώνει τη θέση του Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη. Η ευθύνη βαραίνει κυρίως τις ίδιες τις επιλογές του Ισραήλ, κυρίως υπό τον Νετανιάχου.

Κάποια ένταση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα σε ένα Δημοκρατικό Κόμμα (και μια αμερικανοεβραϊκή κοινότητα) που στηρίζεται στην αριστερά και σε ένα ισραηλινό εκλογικό σώμα που έχει μετακινηθεί κυρίως προς τα δεξιά από τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, ο Νετανιάχου διεύρυνε συστηματικά αυτό το χάσμα, καλλιεργώντας σχεδόν αποκλειστικά σχέσεις με την αμερικανική δεξιά.

«Ο Νετανιάχου αποφάσισε πριν από 20 χρόνια ότι οι ευαγγελικοί χριστιανοί, οι συντηρητικοί Εβραίοι και οι Ρεπουμπλικανοί ήταν το φυσικό του ακροατήριο, και εγκατέλειψε τους υπόλοιπους. Δεν τον ενδιαφέρουν», λέει ο Aaron David Miller, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowment for International Peace και πρώην κορυφαίος σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη Μέση Ανατολή.

Για να κερδίσει την πρώτη του εκλογή ως πρωθυπουργός το 1996, ο Νετανιάχου προσέλαβε τον Arthur Finkelstein, έναν θρυλικό στρατηγικό σύμβουλο της αμερικανικής ακροδεξιάς. Αφού ανέλαβε την εξουσία, ανέθεσε σε μια ομάδα Αμερικανών νεοσυντηρητικών να εκπονήσουν μια μελέτη που πρότεινε τόσο «μια καθαρή ρήξη» με τη διαδικασία ειρήνης με τους Παλαιστινίους όσο και την ανατροπή του Saddam Hussein στο Ιράκ.

Ο Νετανιάχου συγκρούστηκε έντονα με τον Δημοκρατικό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton) σχετικά με την προσπάθειά του για μια συμφωνία ειρήνης δύο κρατών. Μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο Κλίντον φέρεται να αποχώρησε εξοργισμένος λέγοντας: «Ποιος είναι εδώ η γαμ… υπερδύναμη;».

Οι σχέσεις του Νετανιάχου ήταν εξίσου τεταμένες με τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα (Barack Obama). Ο Νετανιάχου, τότε στη δεύτερη θητεία του ως πρωθυπουργός, διεξήγαγε μια διαρκή δημόσια εκστρατεία κατά της προσπάθειας του Ομπάμα να επιτύχει συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Το 2015 παραβίασε έντονα το διπλωματικό πρωτόκολλο όταν αποδέχθηκε, χωρίς να συμβουλευτεί τον Λευκό Οίκο, πρόσκληση των Ρεπουμπλικανών της Βουλής για να μιλήσει σε κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου, όπου κατήγγειλε εκ νέου τη συμφωνία που διαμορφωνόταν.

Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν (Joe Biden) ανέλαβε τα καθήκοντά του αντανακλώντας το προστατευτικό ένστικτο μιας παλαιότερης γενιάς Δημοκρατικών απέναντι στο Ισραήλ. Μετά τη φρικτή τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, ο Μπάιντεν ακολούθησε μια στρατηγική «αγκαλιάστε τον Μπίμπι», προσπαθώντας να επηρεάσει τον Νετανιάχου μέσω στενής συνεργασίας, ενώ παράλληλα αντιστεκόταν στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο Δημοκρατικό Κόμμα για τη σφοδρότητα της ισραηλινής απάντησης στη Λωρίδα της Γάζας. Η προσέγγιση αυτή τον άφησε τελικά στη χειρότερη δυνατή θέση: η στήριξή του προς τον Νετανιάχου αποξένωσε φιλελεύθερους και Αραβοαμερικανούς ψηφοφόρους, αλλά δεν μπόρεσε - ή δεν θέλησε - να εξαναγκάσει τον Ισραηλινό ηγέτη να τερματίσει τον πόλεμο.

Η σχέση του Νετανιάχου με τον Τραμπ είχε επίσης εντάσεις, αλλά τελικά οι δύο ηγέτες ενώθηκαν για να εξαπολύσουν μια άνευ προηγουμένου στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν και των συμμάχων του. Η συζήτηση για το αν ο Νετανιάχου οδήγησε τον Τραμπ στον πόλεμο ή το αντίστροφο χάνει το βασικό σημείο: τόσο ο Μπάιντεν όσο και ο Ομπάμα είχαν απορρίψει παρόμοιες πιέσεις από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, όπως δήλωσε πρόσφατα ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Antony Blinken στο Bloomberg Television. Ο Τραμπ είχε πάντα την επιλογή να πει απλώς «όχι».

Η απόφαση του Τραμπ ελήφθη σε μια περίοδο όπου η πολιτική στήριξη προς το Ισραήλ στις ΗΠΑ βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και δεκαετίες. Σε δημοσκόπηση του Chicago Council on Global Affairs που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, το ποσοστό των Αμερικανών που εκφράζουν θετική γνώμη για το Ισραήλ έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τη δεκαετία του 1970. Και τον Φεβρουάριο, η Gallup κατέγραψε ένα εντυπωσιακό ορόσημο: για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε να κάνει σχετικές δημοσκοπήσεις το 2002, περισσότεροι Αμερικανοί δήλωσαν ότι συμπαθούν τους Παλαιστινίους παρά το Ισραήλ.

Η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μειωθεί κυρίως μεταξύ των Δημοκρατικών, ιδιαίτερα των νεότερων. Το 2002, τρεις φορές περισσότεροι Δημοκρατικοί δήλωναν ότι συμπαθούν το Ισραήλ παρά τους Παλαιστινίους. Σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί πλήρως, με σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερους να εκφράζουν συμπάθεια προς τους Παλαιστινίους. Μεταξύ των νεότερων Δημοκρατικών, το χάσμα φτάνει σχεδόν το επτά προς ένα.

Παρόμοια ευρήματα καταγράφηκαν και σε δημοσκόπηση του Quinnipiac University νωρίτερα αυτόν τον μήνα: περίπου επτά στους δέκα Δημοκρατικούς κάτω των 50 ετών και έξι στους δέκα άνω των 50 δήλωσαν ότι οι ΗΠΑ είναι «υπερβολικά υποστηρικτικές» προς το Ισραήλ.

Ωστόσο, ρωγμές αρχίζουν να εμφανίζονται και μεταξύ των νεότερων Ρεπουμπλικανών. Σε δημοσκοπήσεις της Gallup, οι Ρεπουμπλικανοί ηλικίας 18-34 ετών υποστηρίζουν το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων με αναλογία περίπου δύο προς ένα (52% έναντι 25%), σε σύγκριση με οκτώ προς ένα το 2008 και δέκα προς ένα μεταξύ των Ρεπουμπλικανών άνω των 55 σήμερα. Στην έρευνα του Quinnipiac, το 37% των Ρεπουμπλικανών κάτω των 50 ετών δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είναι «υπερβολικά υποστηρικτικές» προς το Ισραήλ, τετραπλάσιο ποσοστό από εκείνο των μεγαλύτερων σε ηλικία.

Αν το κόστος του πολέμου με το Ιράν συνεχίσει να αυξάνεται, ιδιαίτερα αν συμβάλει σε βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς περισσότερους ψηφοφόρους του κόμματος να ενώνονται με τους λίγους αλλά προβεβλημένους σχολιαστές των μέσων του κινήματος MAGA που ήδη αμφισβητούν έντονα τη συμμαχία των ΗΠΑ με το Ισραήλ.

Υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες ο επόμενος Δημοκρατικός πρόεδρος να υποστηρίξει το Ισραήλ τόσο ανεπιφύλακτα όσο ο Μπάιντεν. Με βάση τις τάσεις που εμφανίζονται και στο εκλογικό σώμα των Ρεπουμπλικανών, το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο επόμενος Ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα συνεργαστεί με το Ισραήλ τόσο στενά όσο ο Τραμπ.

Όπως σημειώνει ο Μίλερ, στα πρώτα 50 χρόνια του Ισραήλ η διακομματική πολιτική στήριξη στις ΗΠΑ ήταν «η κόλλα» που εξασφάλιζε την «εξαιρετική συνεργασία» μεταξύ των δύο χωρών. Ο Νετανιάχου αποφάσισε εδώ και καιρό ότι δεν χρειαζόταν ισχυρούς δεσμούς και με τα δύο αμερικανικά κόμματα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ότι το Ισραήλ θα καταλήξει τελικά χωρίς σταθερή στήριξη από κανένα.

Πηγή: skai.gr
7 0 Bookmark