Bloomberg: Συμφιλιωτικοί τόνοι Μητσοτάκη - Ερντογάν μετά τις συνομιλίες της Άγκυρας

«Οι εντάσεις μεταξύ των γειτονικών εθνών έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, αφού τα 2 μέλη του ΝΑΤΟ έφτασαν στο χείλος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης το 2020»

Μητσοτάκης
Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI toggle
  • Οι ηγέτες της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, υιοθέτησαν συμφιλιωτικό τόνο μετά από συνομιλίες στην Άγκυρα, δείχνοντας πως η ύφεση των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών πιθανότατα θα συνεχιστεί.
  • Ο Τούρκος Πρόεδρος δήλωσε ότι «Τα ζητήματα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας δεν είναι άλυτα», υπογραμμίζοντας την πιθανότητα προόδου στις διαφωνίες σχετικά με το Αιγαίο Πέλαγος.

Οι ηγέτες της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάνκαι της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, υιοθέτησαν συμφιλιωτικό τόνο μετά από μια ημέρα συνομιλιών στην Άγκυρα, σε μια ένδειξη ότι η πρόσφατη ύφεση των εντάσεων μεταξύ των ιστορικών αντιπάλων πιθανότατα θα συνεχιστεί αναφέρει σε ανάλυσή του το Bloomberg.

«Τα ζητήματα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας δεν είναι άλυτα», τόνισε ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά από συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη την Τετάρτη. Πρόσθεσε ότι είναι δυνατή η πρόοδος στις διαφωνίες που σχετίζονται με το Αιγαίο Πέλαγος.

Οι εντάσεις μεταξύ των δύο γειτονικών εθνών έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, αφού τα δύο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ έφτασαν κοντά στο χείλος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης το 2020.

Μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αφορά τα θαλάσσια όρια στο Αιγαίο Πέλαγος. Η Ελλάδα λέει ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί βάσει του διεθνούς ναυτικού δικαίου και έχει δηλώσει ότι είναι ανοιχτή στο να παραπέμψει το θέμα σε διεθνή δικαστήρια. Η Τουρκία, η οποία δεν έχει υπογράψει αυτό το πλαίσιο, αμφισβητεί την εφαρμογή του στην υπόθεση.

«Η μοίρα μας προόρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, αλλά μπορούμε να την κάνουμε σύμμαχο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μητσοτάκης μετά τη συνάντηση.

Αυτό ήταν η πρώτο τετ-α-τετ για τους δύο ηγέτες από το 2024, όταν συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Διαβάστε ΕΔΩ όλες τις εξελίξεις από τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο

Μεταξύ των μακροχρόνιων εντάσεων περιλαμβάνεται και το ζήτημα της Κύπρου, η οποία ουσιαστικά διαιρέθηκε ήδη από το 1963, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ των δύο κύριων πληθυσμιακών ομάδων της: των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Διαιρέθηκε πλήρως το 1974 μετά την παρέμβαση της Τουρκίας, η οποία κατέλαβε το βόρειο τρίτο του νησιού και δήλωσε ότι σκόπευε να προστατεύσει τη μειονότητα των Τουρκοκυπρίων μετά από ένα πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από την Αθήνα και από υποστηρικτές της ένωσης με την Ελλάδα.

Η Ελλάδα και η Κύπρος υποστηρίζουν τη θέση του ΟΗΕ για την επανένωση του νησιού στη βάση μιας διζωνικής ομοσπονδίας. Η Τουρκία τάσσεται υπέρ μιας λύσης δύο κρατών.

Εκτός από τη συνάντηση των δύο ηγετών στην Άγκυρα, πραγματοποιήθηκαν επίσης συναντήσεις μεταξύ διαφόρων υπουργών από τα δύο έθνη στο πλαίσιο του λεγόμενου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Το συμβούλιο, το οποίο συνεδρίασε τελευταία φορά στην Αθήνα το 2023, περιλαμβάνει μια σειρά υπουργικών συναντήσεων όπου οι δύο χώρες υπέγραψαν μια σειρά συμφωνιών που αποσκοπούν στην αύξηση της συνεργασίας σε διάφορους τομείς.

Οι υπουργοί που συνόδευσαν τον πρωθυπουργό είναι: Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, Υποδομών και Μεταφορών Χρήστος Δήμας, Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης, Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης, Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης.

Αναλυτικά οι δηλώσεις του πρωθυπουργού στη συνέντευξη

Δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan στο πλαίσιο της συνεδρίασης του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας - Τουρκίας, στην Άγκυρα

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, θα ήθελα καταρχάς, εκ μέρους και της ελληνικής αντιπροσωπείας, να σας ευχαριστήσω για την πολύ θερμή υποδοχή και την -όπως πάντα όταν επισκέπτομαι τη χώρα σας- άψογη φιλοξενία.

Η παρουσία μας εδώ στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος, επιβεβαιώνοντας πριν από όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Με τον Πρόεδρο Erdoğan είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοικτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών.

Ενώ με μέριμνα του Υπουργείου Εξωτερικών καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας, με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση.

Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα, μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το Διεθνές Δίκαιο.

Ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ειρηνική, είμαστε πάντα προσηλωμένοι στον διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό.

Είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας, με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στα πλαίσια των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών Υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μία σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.

Θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μόλις τον τελευταίο χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδεψαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ανανέωση του προγράμματος.

Αναφερθήκατε κ. Πρόεδρε -το συζητήσαμε και στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας- στην πάρα πολύ καλή συνεργασία που έχουμε στο ζήτημα του μεταναστευτικού.

Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών. Είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, όπως μας υπενθύμισε το πρόσφατο τραγικό περιστατικό στα ανοιχτά της Χίου. Η καταπολέμηση των απάνθρωπων δικτύων των διακινητών οφείλει να είναι σταθερός, διαχρονικός στόχος των δύο κρατών μας.

Σταθερός στόχος πρέπει να είναι και η διεύρυνση της συμπόρευσης σε άλλα πεδία, όπως είναι το διμερές εμπόριο. Έχουμε θέσει έναν φιλόδοξο στόχο, να φτάσουμε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια στο διμερές μας εμπόριο. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναβαθμίζει τις υποδομές των συνοριακών της σταθμών τόσο στις Καστανιές όσο και στους Κήπους.

Προοπτικές έχουν ακόμα οι παράλληλες επενδύσεις. Γίνονται σήμερα σημαντικές επενδύσεις από ελληνικές εταιρείες στην Τουρκία, σημαντικές επενδύσεις από τουρκικές εταιρείες στην Ελλάδα.

Και βέβαια, να τονίσω και τη μεγάλη σημασία που αποδίδω στις δράσεις της πολιτικής προστασίας, όχι μόνο γιατί αφορούν την αντιμετώπιση κοινών κινδύνων από την κλιματική κρίση, αλλά γιατί πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα μοντέλο γενικότερης περιφερειακής συνεργασίας.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν, αναμφίβολα, επιτεύγματα και βήματα προόδου. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, ούτε δεδομένα. Αντίθετα, προέκυψαν χάρη στην πολιτική βούληση και στη συστηματική προσπάθεια των δύο πλευρών, αναδεικνύοντας στην πράξη ότι ναι, μπορούμε να διατηρούμε ένα λειτουργικό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, ταυτόχρονα όμως να συμβάλλουμε από κοινού στη σταθερότητα μιας ευρύτερης περιοχής, που δοκιμάζεται από πολλαπλές κρίσεις.

Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.

Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση.

Γι’ αυτό και πιστεύω, κ. Πρόεδρε ότι, στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;

Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μία διαδικασία η οποία, βεβαίως, πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη. Ξέρετε καλά, κ. Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία.

Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια: Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας.

Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας.



Ας εργαστούμε, λοιπόν, για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν «γέφυρες» φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας.

Τέλος, μας απασχόλησαν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή αλλά και διεθνώς, όπου εστίες έντασης πυκνώνουν, καθιστώντας αναγκαία όσο ποτέ τη διπλωματία, τον διάλογο, τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.

Προσβλέπουμε στο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία με σεβασμό στην κυριαρχία της και βέβαια προσβλέπουμε, και σε αυτό συμφωνούμε απόλυτα με τον κ. Πρόεδρο, στην εκκίνηση της δεύτερης φάσης του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα, με στόχο τη σταθερότητα και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.

Θα το επαναλάβω και εδώ από την Άγκυρα, η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά τη λύση των δύο κρατών ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή.

Τασσόμαστε υπέρ της μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Αρχής, ώστε να αναλάβει ουσιαστικά τη διοίκηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Όμως, αναγκαία προϋπόθεση θεωρούμε τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς και την εξάλειψη της τρομοκρατίας, γιατί και το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να ζει με ασφάλεια.

Αλλά θέλω και με την ευκαιρία αυτή να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ.

Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση.

Η Ελλάδα, κ. Πρόεδρε, είναι μία δύναμη ειρήνης. Θέλουμε ειλικρινείς σχέσεις με όλους τους γείτονές μας και θέλουμε, όπου μπορούμε, να πετύχουμε μία συνεργασία η οποία θα μας βοηθήσει να εμπεδώσουμε την περιφερειακή σταθερότητα.

Αναφερθήκατε στις μεγάλες προκλήσεις της Συρίας. Είναι ένα πεδίο όπου μπορούμε η Ελλάδα και η Τουρκία να δουλέψουμε από κοινού και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, με σεβασμό στα δικαιώματα και απόλυτη προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά -γιατί όχι;- όπως συζητήσαμε και με τους Υπουργούς Οικονομικών, να συντονιστούμε και να εργαστούμε και σε προσπάθειες οι οποίες έχουν να κάνουν με την ανοικοδόμηση της Συρίας.

Θα είναι προς αμοιβαίο όφελος Ελλάδας και Τουρκίας μια σταθερή Συρία, η οποία θα επιτρέψει και στους πρόσφυγες, τους πολλούς που βρίσκονται στην Τουρκία και τους πολλούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους.

Κλείνω, κ. Πρόεδρε, αγαπητέ Tayyip, με τη σκέψη ότι η μοίρα μας όρισε να ζούμε στην ίδια γειτονιά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο. Ώστε με αίσθημα ευθύνης να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Kemal Atatürk.

Κλείνω ευχαριστώντας και πάλι για την άριστη διοργάνωση αυτής της Συνόδου, για τη γόνιμη συζήτηση που είχαμε, για τη ζεστή φιλοξενία προς την ελληνική αντιπροσωπεία και προσβλέπω στη συνέχιση της συνεργασίας μας.

Και θα χαρώ, κ. Πρόεδρε, να σας υποδεχθώ μαζί με τους συνεργάτες σας, τους Υπουργούς σας, στην Ελλάδα για την επόμενη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.

Πηγή: skai.gr
9 0 Bookmark