Το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ αλλάζει ονομασία. Εφεξής, θα ονομάζεται «Υπουργείο Πολέμου». Αυτό καθιερώθηκε από τον Πρόεδρο Donald Trump, επαναφέροντας σε χρήση το όνομα το οποίο ίσχυε μέχρι τη δεκαετία του '40, προκειμένου να μεταφέρει ένα μήνυμα δύναμης και αποφασιστικότητας.
«Ο στρατός των ΗΠΑ είναι η ισχυρότερη και πιο θανατηφόρα πολεμική δύναμη στον κόσμο και ο πρόεδρος πιστεύει ότι αυτό το υπουργείο θα πρέπει να έχει ένα όνομα που να αντικατοπτρίζει την απαράμιλλη δύναμή του και την ετοιμότητά του να προστατεύσει τα εθνικά συμφέροντα», ανέφερε ο Λευκός Οίκος (5/9/2025).
«Είχαμε μια απίστευτη ιστορία νίκης, όταν ήταν το Υπουργείο Πολέμου, μετά το αλλάξαμε σε Υπουργείο Άμυνας», δήλωσε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στο Οβάλ Γραφείο την περασμένη εβδομάδα, αποδίδοντας την αλλαγή στις «πολιτικές αφύπνισης» και στην «πολιτική ορθότητα».
Το διάταγμα αναφέρει, ότι ο υπουργός Άμυνας, Pete Hegseth, θα αναφέρεται πλέον ως «Υπουργός Πολέμου» και ενώ δεν έχουν κυκλοφορήσει στοιχεία, τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ προβλέπουν σημαντικό κόστος για το rebranding εκατοντάδων υπηρεσιών, λογότυπων, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στολών.
Αρχικά, το υπουργείο θα χρησιμοποιήσει το νέο όνομα ως «δευτερεύοντα τίτλο», ενώ η διοίκηση θα επιδιώξει να καταστήσει την αλλαγή μόνιμη μέσω της έγκρισης του Κογκρέσου.
Αν και η κίνηση αυτή είχε προβλεφθεί αρκετές φορές, πολλοί επεσήμαναν τον χρόνο της υλοποίησής της.
Η απόφαση, στην πραγματικότητα, έρχεται αμέσως μετά την παρουσίαση από την Κίνα μιας σειράς νέων όπλων κατά τη μεγάλη παρέλαση, για την απότιση φόρου τιμής στους ήρωες του Β' ΠΠ, που πολλοί ερμήνευσαν ως σαφές μήνυμα αντίδρασης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Κατάσταση ανάγκης, ή μια νέα κανονικότητα;
Η αλλαγή ονόματος του υπουργείου, σηματοδοτήθηκε από το 200ο εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο πρόεδρος από την ανάληψη των καθηκόντων του. Μέχρι στιγμής, σε μόλις επτά μήνες, ο Τραμπ έχει υπογράψει περισσότερα εκτελεστικά διατάγματα από όσα ο Τζο Μπάιντεν σε ολόκληρη την προεδρία του και, γενικά, πολύ περισσότερα από τους προκατόχους του. Με αυτόν τον τρόπο, εκτιμούν διάφοροι παρατηρητές, ο μεγιστάνας επεκτείνει και δοκιμάζει τα όρια της προεδρικής εξουσίας, όπως κανείς πριν από αυτόν δεν είχε πράξει.
Κηρύσσοντας όλους τους φακέλους που διαχειρίζεται, από την εμπορική πολιτική έως τη μετανάστευση, ως καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και καταφεύγοντας στη χρήση των εκτελεστικών διαταγμάτων, ο Τραμπ παρακάμπτει τις συνήθεις νομοθετικές διαδικασίες και, στην πραγματικότητα, κυβερνά με διατάγματα.
Με αυτόν τον τρόπο επέβαλε δασμούς, υποστηρίζοντας ότι η ανάγκη περιορισμού των εμπορικών ελλειμμάτων ήταν έκτακτη ανάγκη. Απέλασε μετανάστες χωρίς τη δέουσα διαδικασία, επικαλούμενος την ανάγκη αντιμετώπισης της έκτακτης ανάγκης που θέτουν οι συμμορίες της Βενεζουέλας. Και έχει στείλει ακόμη και την Εθνική Φρουρά σε πόλεις όπως το Λος Άντζελες με στόχο να ανταποκριθεί στην έκτακτη ανάγκη καταστολής των διαμαρτυριών και του εγκλήματος.
To Ανώτατο Δικαστήριο
Σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο η αντιπολίτευση αντιδρά έντονα συνεχώς η δικαιοσύνη γίνεται το τελευταίο αντίβαρο. Μέχρι στιγμής, τα κατώτερα δικαστήρια ήταν πρόθυμα να παρέμβουν και να αντιμετωπίσουν τις υπερβολές του Τραμπ. Το Ανώτατο Δικαστήριο, από την άλλη πλευρά, είναι σύμφωνα με παρατηρητές «στον Λευκό Οίκο». Σύντομα όμως το ανώτατο δικαστικό σώμα του αμερικανικού νομικού συστήματος θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια πρόσφατη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έχει στην πραγματικότητα ακυρώσει την εξουσία με την οποία ο Τραμπ επέβαλε μονομερείς δασμούς.
Η ομάδα του προέδρου, ωστόσο, έχει ήδη ασκήσει έφεση και το θέμα θα αχθεί στο Ανώτατο Δικαστικό όργανο. Η απόφαση θεωρείται κρίσιμη, τόσο για το ζήτημα της επιβολής δασμών, όσο και για το πολύ ευρύτερο και σημαντικότερο ζήτημα της προεδρικής εξουσίας γενικότερα.
Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι ο Τραμπ έχει υπερβεί τις εξουσίες του, θα είναι η πρώτη περίπτωση που οι ανώτατοι δικαστές θα παρέμβουν για να τον περιορίσουν. Αλλά αν, αντίθετα, το Ανώτατο Δικαστήριο υποστήριζε την έκτακτη ανάγκη την οποία επικαλέστηκε ο Τραμπ, θα ήταν μια ιδιαίτερη κρίσιμη απόφαση.
«Το να υποστηριχθεί, ότι το μέλλον του συνταγματικού συστήματος ελέγχων και ισορροπιών εξαρτάται από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν είναι υπερβολή», παρατηρεί το Atlantic.
Ο κίνδυνος του αυταρχισμού
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διαφωνούσες φωνές πολλαπλασιάζονται, θεωρώντας ότι όλες αυτές οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσχήματα για τη συσσώρευση εξουσίας.
«Δεν υπάρχει έκτακτη ανάγκη για εγκλήματα στην Ουάσινγκτον, δεν υπάρχει εισβολή στα σύνορα και δεν υπάρχει έκτακτη απειλή λόγω του εμπορικού ελλείμματος» σημειώνουν οι New York Times. Η κατάχρηση των εξουσιών έκτακτης ανάγκης απέχει πολύ από το να είναι μια αποκλειστική πρακτική της σημερινής διοίκησης, αλλά ο Τραμπ έχει εντονοποιήσει υπέρμετρα αυτή την τάση, σε σημείο που κατά πολλούς να την καθιστά απειλή για το κράτος δικαίου. «Σε κάθε έκτακτο γεγονός, είναι κρίσιμο αυτό να ορίζεται προσεκτικά και η εξουσία του προέδρου να εφαρμόζεται με προσοχή, για να αποφευχθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης να γίνει η νέα κανονικότητα. Ωστόσο, αυτό φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό που επιθυμεί ο Τραμπ: Να κυβερνήσει σε κατάσταση διαρκούς κρίσης», λέει o David Prozen καθηγητής νομικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.
H προσφυγή στη χρήση εξουσιών έκτακτης ανάγκης είναι μέρος, κατά τους θεωρητικούς, της κλασικής στρατηγικής για την επιβολή αυταρχισμού, έγραψε o Carl Schmitt το 1922, σύμφωνα με τον οποίο «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης».
Εκτιμάται πάντως, ότι οι θεσμοί είναι αρκούντως ισχυροί στις ΗΠΑ, για να προστατεύεται η δημοκρατία.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής