Τι συμβαίνει με την έλλειψη εμπιστοσύνης στην ελληνική δικαιοσύνη

Μια εξειδικευμένη δημοσκόπηση με συγκεκριμένα ερωτήματα θα αποκάλυπτε τι προκαλεί την έλλειψη εμπιστοσύνης και η κυβέρνηση θα λάμβανε τα προσήκοντα μέτρα

Δικαστήριο

Στην εφημερίδα «Κ» δημοσιεύτηκε άρθρο της γνωστής συγγραφέως Α.Κ. με τίτλο «εύσημα για την ελληνική δικαιοσύνη». Η  Α.Κ. με υπερχειλίζουσα αισιοδοξία απόδωσε εύσημα στην ελληνική δικαιοσύνη, γιατί  σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση της Public issue απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του 25% των ερωτηθέντων, ποσοστό που θεωρεί απροσδόκητα υψηλό, γιατί όλοι όσοι έχουν χάσει μια δίκη θα έπρεπε να απαντήσουν αρνητικά.

Όμως σε μια πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO το ποσοστό κατήλθε σε 20%  και σε άλλη το 2022 της KR σε 15%, ποσοστά καθοδικά σε σχέση με το ποσοστό 64% της δημοσκόπησης του 2008 από τον καθηγητή Πανά, που σημαίνει η εμπιστοσύνη χάνεται σταδιακά διαχρονικά.  Δεν παράγει όμως παρηγοριά, ότι και για άλλους θεσμούς στις ίδιες δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται τα ίδια ή μικρότερα ποσοστά εμπιστοσύνης των ερωτηθέντων πολιτών, που σημαίνει, ότι υπάρχει μεγίστη γενική απογοήτευση των πολιτών προς την Πολιτεία και τους θεσμούς, που όταν εκφράζεται με την ψήφο ενέχει κινδύνους για τη δημοκρατική  πορεία  του πολιτεύματος.

Η δικαιοσύνη  επιτελεί πολλούς σκοπούς, ιδιαίτερα για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης στην οικονομία, όπως συνιστούσε ο Εδουάρδος Λω, ο ευρυμαθέστατος και δίκαιος Άγγλος εκπρόσωπος των δανειστών στην τότε πτωχευμένη Ελλάδα του Τρικούπη «Θέλετε πίστη, δηλαδή κανονικές τράπεζες, αποκτήστε Δικαιοσύνη». Η Α.Κ. επισημαίνει, ότι αποκτήσαμε Δικαιοσύνη με την ανάθεση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης στον έγκριτο νομικό Νικόλαο Δημητρακόπουλο και με τις δύο κρίσιμες παρεμβάσεις του στην αναθεώρηση του Συντάγματος του 1911: α) Με την καθιέρωση του αυτοδιοίκητου της Δικαιοσύνης με τη σύσταση του Ανώτατου  Δικαστικού Συμβουλίου, β) Με τη θέσπιση, ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να περιέχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που συνέβαλε τα μέγιστα στην έκδοση ορθών δικαστικών αποφάσεων. Σήμερα, τη διάταξη αυτή, τα ποινικά δικαστήρια συστηματικά παραβιάζουν με την εφαρμογή της 22730/ 2020 Υ.Α του Υπουργού Δικαιοσύνης και της γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών να μην καθαρογράφονται οι ομόφωνες αθωωτικές αποφάσεις, δηλαδή όλες των μονομελών δικαστηρίων α ΄και β΄ βαθμού, που μετά την τροποποίηση του Κ Ποιν Δ  αποτελούν σχεδόν το σύνολο των υποθέσεων και των πολυμελών δικαστηρίων, αν είναι ομόφωνες ακόμα παρά την αντίθετη πρόταση του εισαγγελέα της έδρας ή της απαλλαγής  του κατηγορούμενου για έλλειψη δόλου ή λόγω αμφιβολιών, που πρέπει να προσδιορίζονται ειδικά.

Πρέπει, όμως, να καθαρογράφονται  οι αποφάσεις, που υπάρχει δήλωση για υποστήριξη της κατηγορίας (αρθ.142παρ.4ΚΠΔ). Έτσι, όμως, εμφανίζονται οι χωρίς αιτιολόγηση αθωωτικές δικαστικές αποφάσεις αυθαίρετες, με αποτέλεσμα να  κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ορθότητα της δικανικής κρίσης ιδίως από την αφειδή αθώωση των επωνύμων πρωτόδικα  ή  με  ανατροπή πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης. Εξάλλου, η ανυπαρξία  ελέγχου και  αξιολόγησης της δικανικής κρίσης υποθάλπει την αυθαιρεσία της. Θεωρώ, ότι είναι ανεπίτρεπτη η με οποιαδήποτε δικαιολογία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 93παρ.3 Σ, και αρθ.139 ΚΠΔ,  ιδιαίτερα από αυτούς που έχουν ταχθεί να διαφυλάττουν το Σύνταγμα. Για το σοβαρό αυτό θέμα, που καταλύει την παραπάνω συνταγματική διάταξη  δεν υπόπεσε στην αντίληψή μου οποιαδήποτε θέση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, την ηγεσία του ΑΠ ή τις δικαστικές ενώσεις.

Σαφώς η Δικαιοσύνη υποφέρει από  διάφορες παθογένειες και εγγενείς δυσχέρειες με κυριότερες τη βραδύτητα της απονομής της και τη μη ορθότητα της δικανικής κρίσης, που μερικές φορές υπερβαίνει τα ακραία όριά της. Η βραδύτητα είναι ιδιαίτερα εμφανής στην ποινική δίκη, γιατί λόγω των αναβολών δικασίμου έχει σωρευτεί μη διαχειρίσιμος όγκος εκκρεμών υποθέσεων, που  εκδικάζονται στα όρια της παραγραφής  κατά επιτυχή δικηγορική τακτική. Η μόνη λύση είναι η επέκταση του ωραρίου των ακροατηρίων επί δίωρο, στην οποία αντιτάσσονται όλες οι εμπλεκόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η μη ορθότητα της δικανικής κρίσης, που αποδεικνύεται με την ανατροπή των δικαστικών αποφάσεων με ένδικα μέσα, οφείλεται στη λόγω έλλειψης πείρας ανεπάρκεια των νέων δικαστών να εκτιμήσουν σωστά τις αποδείξεις, ιδιαίτερα στις πολιτικές υποθέσεις λόγω της κατά κανόνα κατάργησης της ζώσης διαδικασίας με την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου. Κάποτε τις ελλείψεις αυτές οι δικαστές αναπλήρωναν από την επίμονη εξέταση των υποθέσεων κατά τη διάσκεψη των πολυμελών δικαστικών σχηματισμών, που ήταν το μεγάλο σχολείο των δικαστών.

Σαφώς υπάρχουν εξαιρετικοί δικαστές, που τιμούν το δικαστικό σώμα, αλλά δεν είναι γνωστοί πέραν του κύκλου τους, εκτός από κάποιους που λόγω χειρισμού δύσκολων υποθέσεων έτυχαν προβολής. Χάρη στους εκλεκτούς αυτούς δικαστές η δικαιοσύνη επιτελεί το έργο της.

Σε γενικές  γραμμές, ισχύει για τους δικαστές το λατινικό ρητό για τη Σύγκλητο της Ρώμης «Senatores boni viri ,senatus mala bestia», όταν ενεργούν σαν δικαστήριο, γιατί κάποιες λανθασμένες αποφάσεις είχαν σοβαρές συνέπειες.

Σε όλες τις δημοσκοπήσεις το ερώτημα για την εμπιστοσύνη σε θεσμούς είναι γενικό και αφορά όλους τους θεσμούς της χώρας και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, ειδικά για τα αίτια της έλλειψης εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη. Δεν νομίζω, ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η ηγεσία των δικαστηρίων και οι δικαστικές ενώσεις προβληματίστηκαν ιδιαίτερα από την έλλειψη της εμπιστοσύνης των πολιτών σε αυτή, γιατί δεν υπέπεσαν στην αντίληψή μου διορθωτικές κινήσεις με έξοδο από την εσωστρέφεια. Νομίζω, ότι μια εξειδικευμένη δημοσκόπηση με συγκεκριμένα ερωτήματα μόνο σε όσους έχουν ή είχαν με οποιαδήποτε ιδιότητα εμπλοκή με τη δικαιοσύνη και ως εκ τούτου ιδία αντίληψη  και χωριστά για κάθε κλάδο της, θα αποκάλυπτε τι προκαλεί την έλλειψη εμπιστοσύνης και η κυβέρνηση θα λάμβανε τα προσήκοντα μέτρα, αρκεί να υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση χωρίς τον φόβο σύγκρουσης με ισχυρές κοινωνικές τάξεις.

* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.
 

15 0 Bookmark