Tην εποχή που ήμουνα δικαστής άρχιζε το δικαστικό έτος με αγιασμό στα δικαστήρια. Tώρα πληροφορούμαι ότι αρχίζει με αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους!!!
Συγκεκριμένα το Δ.Σ του ΔΣΑ αποφάσισε την αποχή των μελών του την 16-09-2025, πρώτη ημέρα του δικαστικού έτους με ζητήματα που αφορούν ΦΠΑ, φορολογικό, υποχρεωτική παράσταση, προαγωγές δικηγόρων, εξετάσεις ασκούμενων, ιδιωτικές νομικές σχολές, αφαίρεση κινητών στην κυρία ανάκριση. Όλα σχεδόν τα ζητήματα μπορεί να χαρακτηριστούν συνδικαλιστικά ακόμα και εάν αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών, όπως η μείωση του ΦΠΑ στις αμοιβές τους ή η αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τα εισοδήματα τους. Δεν αντιλαμβάνομαι, όμως, τη νομιμότητα του αιτήματος των δικηγόρων να επιτρέπεται να φέρουν μαζί τους κατά τη διενέργεια πράξεων κυρίας ανάκρισης τα κινητά τους τηλέφωνα, που ενδεχόμενα από «λάθος» μένουν ανοικτά και ηχογραφούν το τι διαμείβεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, που από το άρθρο 241 ΚΠΔ είναι μυστική και απόρρητη, ούτε είναι δυνατόν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή της συνεδριάσεως του δικαστηρίου να γίνεται χρήση κινητού τηλεφώνου.
Συμβαίνει συχνά στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας» δίκες που είδαν το φως της δημοσιότητας λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος ή της επωνυμίας των κατηγορουμένων και που όλοι περιμένουν τη διεξαγωγή τους, να ματαιώνονται ή να αναβάλλονται λόγω απεργίας -που την βαφτίζουν αποχή- των δικηγόρων, με αιτήματα καθαρά συνδικαλιστικά ή ακόμα χειρότερο, όταν ο απλός πολίτης, που αναγκάζεται να καταφύγει στα δικαστήρια για να βρει το δίκιο του και μετά την πάροδο ετών φθάσει κάποτε η ώρα για να δικαστεί η υπόθεση του, από την οποία εξαρτώνται ουσιώδη οικονομικά ή προσωπικά συμφέροντα, πληροφορείται πολλές φορές, όταν έχει ήδη μεταβεί στο δικαστήριο, ότι η δίκη του αναβάλλεται ή ματαιώνεται εξ αιτίας της αποχής των δικηγόρων, που στην επιδίωξη των συνδικαλιστικών τους συμφερόντων δεν ενδιαφέρονται ούτε για την ταλαιπωρία των διαδίκων και μαρτύρων ούτε για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
Έτσι όμως τίθεται το ερώτημα: α) με ποιο δικαίωμα οι δικηγόροι χρησιμοποιώντας το προνόμιο να μην μπορεί να γίνει δίκη χωρίς αυτούς εμποδίζουν την ομαλή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης για να ικανοποιηθούν συνδικαλιστικά τους αιτήματα, β) τι κάνει η Πολιτεία, ιδίως ο εκάστοτε Υπουργός Δικαιοσύνης, για να εξασφαλίσει στους πολίτες την ταχεία και απρόσκοπτή απονομή της δικαιοσύνης κύριο χαρακτηριστικό ενός κράτους δικαίου. Φαίνεται, ότι κανείς δεν τολμά να συγκρουστεί με ισχυρές επαγγελματικές τάξεις (συντεχνίες) και με την ικανοποίηση κάποιων αιτημάτων και με το λιγότερο πολιτικό κόστος περιμένει να λήξει η αποχή. H πρακτική αυτή των συχνών μικράς διαρκείας αποχών – απεργιών εφαρμόζεται και από άλλες ισχυρές επαγγελματικές συντεχνίες στις οποίες προέχει το πνευματικό στοιχείο (artes liberalles) και μετέχουν κατά κάποιο τρόπο στο «βαθύ κράτος» και δίνει στην Πολιτεία τη δικαιολογία για κάποιες παραχωρήσεις στα αιτήματα τους.
Για καλύτερη κατανόηση του θέματος παραθέτουμε τις σχετικές διατάξεις: Άρθρο 23 παρ,2 του Συνάγματος «Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από νόμιμα συστημένες οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζόμενων. Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας». Η αναφορά απεργία με οποιαδήποτε μορφή σημαίνει, ότι στην έννοια της απεργίας περιλαμβάνεται η αποχή, που ισούται με την απεργία κατά αποτέλεσμα με συνέπεια οι ολιγόωρες αποχές που κηρύσσουν οι δικαστικές ενώσεις να αντίκεινται στο Σ. Άλλωστε απεργία νοείται μόνο στη παροχή εξαρτημένης εργασίας . Εξάλλου σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και «συμπράττων» λειτουργός της δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με την ΟΛΣΤΕ 1266/2016 : Οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων ,που κηρύσσουν αποχή των μελών τους από την άσκηση των καθηκόντων τους συνιστούν νόμιμο μέσο δράσης των συλλογών και δεν αντίκεινται στο Σ ή άλλες υπερνομοθετικές διατάξεις. Υπόκεινται όμως σε περιορισμούς, που επιβάλλονται από τη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας ως μιας από τις κρατικές λειτουργίες( αρθ.26Σ), η οποία δεν νοείται να παραλύει σε ένα κράτος δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των δικηγόρων, οι οποίοι συμβάλλουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνεπώς η νομιμότητα των αποφάσεων των ΔΣ των δικηγορικών και άλλων επαγγελματικών συλλόγων εξετάζονται ακυρωτικά από το ΣΤΕ ,αν οι λόγοι κήρυξης της αποχής αφορούν αποκλειστικά τα έννομα συμφέροντα των δικηγόρων σε συνδυασμό με τις συνέπειες και με την αρχή της αναλογικότητας για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος.
Τα αιτήματα, που διατύπωσε ο ΔΣΑ που αφορούν το ΦΠΑ στις αμοιβές των δικηγόρων και η αύξηση του αφορολόγητου ορίου ανάγεται στην αρμοδιότητα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, που χαράσσει τη φορολογική πολιτική, η ίδρυση ιδιωτικών νομικών σχολών έχει κριθεί από το ΣΤΕ συνταγματικά αποδεκτή, η κατοχή από δικηγόρου κινητού τηλεφώνου κατά τη διάρκεια της ανάκρισης είναι μη νόμιμη κατά παραπάνω, τα δε υπόλοιπα αιτήματα είναι νομοτεχνικά. Εξάλλου δεν προβλέπεται από καμιά διάταξη νόμου και ούτε νοείται να επιβάλλουν τις απόψεις τους οι δικηγόροι σε ζητήματα που δεν συνδέονται άμεσα με τα συμφέροντα τους με αποχή από τα καθήκοντα τους δηλαδή παράλυση της λειτουργίας της δικαιοσύνης.
Η Πολιτεία ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους πρέπει να λάβει μέτρα και κυρίως με προσφυγή του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ΣΤΕ για ακύρωση των μη νόμιμων αποφάσεων του ΔΣΑ για αποχή δικηγόρων, ώστε να εξασφαλίσει τη ταχεία και αξιόπιστη απονομή δικαιοσύνης, το περιορισμό του «βαθέος κράτους» και την εμπέδωση του κράτους δικαίου στη χώρα μας.
Παράλληλα οφείλει να ρυθμίσει την παροχή υπηρεσιών από τις επαγγελματικές ομάδες με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατή η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης τους για την επιβολή των απόψεων τους.
* Ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.