Η ελευθερία ανταγωνισμού συνιστά έκφραση οικονομικής ελευθερίας, προϋποθέτουσα πολλαπλότητα εμπλεκομένων οικονομικών φορέων και ισότητα επί όρων-ευκαιριών δραστηριοποίησης και εξασφαλίζει ανεμπόδιστη πρόσβασή τους στις αγορές, με απορρέοντα οφέλη χαμηλές τιμές, καλύτερη ποιότητα αγαθών/υπηρεσιών, εκτενέστερο εύρος επιλογών, καινοτομία και ισχυροποίηση της θέσης στις διεθνείς αγορές.
Με τον όρο «αγορά» νοείται το άθροισμα προϊόντων-υπηρεσιών (εκτιμώμενα ως υποκατάστατα), καταναλωτών (που μέσω προτιμήσεων-εισοδήματος οριοθετούν τις μέγιστες τιμές που διατίθενται να καταβάλλουν για αγορά προϊόντων-υπηρεσιών) και επιχειρήσεων-παραγωγών (τα περιουσιακά στοιχεία και η τεχνολογική υποδομή των οποίων ορίζουν την ελάχιστη τιμή στην οποία διατίθενται να προσφέρουν τα προϊόντα-υπηρεσίες τους) και ο ορισμός της στοχεύει σε ανίχνευση ανταγωνιστών που μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Μια αγορά χαρακτηρίζεται διακριτή όταν το προϊόν/υπηρεσία δύναται να εξατομικευθεί λόγω χαρακτηριστικών που το διαφοροποιούν από έτερα σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται αδύνατη η αμοιβαία αντικατάστασή τους και ανεπαίσθητος ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. Έτσι, θεωρούνται αμοιβαία εναλλάξιμα και συνεπακόλουθα ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά, ενώ εκτός από τα χαρακτηριστικά τους (φύση-τιμή-χρήση), ο βαθμός αμοιβαίας υποκατάστασης (εναλλαξιμότητα) υπολογίζεται και από τη διάρθρωση της προσφοράς-ζήτησης στην εκάστοτε αγορά.
Η σχετική γεωγραφική αγορά (relevant geographic market) συνιστά το εύρος της αγοράς που προσδιορίζεται από τη δυνατότητα των καταναλωτών να μετακινηθούν από μια περιοχή σε άλλη, όταν μεταβληθεί η τιμή ενός/περισσοτέρων υποκατάστατων προϊόντων. Ως σχετική αγορά (relevant product market) νοείται το σύνολο εναλλαξίμων προϊόντων (δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους), περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα/υπηρεσίες που εκτιμώνται ως ομοειδή λόγω ιδιοτήτων-τιμής-χρήσης και προσδιορίζει το πλαίσιο εφαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού (ενωσϊακής/εθνικής). Προς τεκμηρίωση του βαθμού υποκατάστασης προϊόντος (πχ φαρμάκου)/υπηρεσίας, υπολογίζεται η διασταυρούμενη ελαστικότητα προϊόντων/υπηρεσιών (εάν το ένα δύναται να υποκαταστήσει το άλλο σε τέτοιο βαθμό ευχέρειας χρήσης, ταχύτητας και οικονομικό ώστε και τα δύο να κρίνονται ως ανταγωνιστικά).
Η φαρμακευτική αγορά είναι εκείνη στην οποία η εκ του μονοπωλίου προκληθείσα κοινωνική ζημία είναι η υψηλότερη δυνατή, η δε μονοπωλιακή δύναμη υπερισχύει εκείνης ετέρων τομέων επειδή οι υπο-αγορές θεωρούνται κατά βάση ανεπηρέαστες από τον ανταγωνισμό άλλων υπο-αγορών. Η ελαστικότητα ζήτησης σημαντικών φαρμάκων κρίνεται εξαιρετικά ήσσων λόγω ανυπαρξίας υποκατάστατων προϊόντων ενώ η εναλλακτική-αναιρετική της κατανάλωσης-λύση εκτιμάται ως γενεσιουργός αιτία προβλημάτων, δυνητικά απειλούντων τη ζωή.
Οι υγειονομικές εφευρέσεις κατοχυρώνονται με απονομή δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Η χορήγηση μονοπωλιακών δικαιωμάτων οδηγεί σε υψηλές τιμές πώλησης, επιβαρύνουσες δημόσιους και ιδιωτικούς προϋπολογισμούς, όμως δίχως δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ΔΕ), ουδεμία εταιρεία θα επένδυε σε καινοτομία (πχ.εμβόλια για Covid-19), ευχερώς αναπαραγόμενη εκ των ανταγωνιστών της. Συνεπώς, το μονοπώλιο αποτυπώνει την εκ της κοινωνίας καταβληθείσα τιμή παραγωγής καινοτόμων προϊόντων (εναλλακτικώς μη παραχθέντα από κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) συνεκτιμώντας ότι τα προγράμματα παραγωγής καινοτομιών προάγουν τη συλλογική ευημερία, ενώ αφ’ενός υφίστανται αντιμονοπωλιακοί νόμοι, αφ’ετέρου η νομοθεσία προστατεύει τα ΔΕ που δημιουργούν μονοπώλιο. Όμως, η υπέρμετρη προστασία εταιρικών συμφερόντων αναχαιτίζει τα οφέλη από επιδίωξη της καινοτομίας και ο ρόλος των ΔΕ ενίοτε υπερεκτιμάται, ενώ συχνά παρεκκλίνει του αρχικού σκοπού ενθάρρυνσης της καινοτομίας, εστιάζουσα σε αποτροπή εισόδου-αποκλεισμό καινοτομιών ανταγωνιστών και δρα ως μέσο διαπραγμάτευσης στις ανταλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων. Επίσης, υπογραμμίζεται ότι το σύστημα ΔΕ έχει παράλληλα υψηλό κόστος διοικητικής συναλλαγής με ενίοτε το συνολικό κόστος να υπερβαίνει τα προσδοκώμενα κέρδη.
Οι εθνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να υποχρεώνουν τους κατόχους ΔΕ να νέμονται τις εφευρέσεις μέσω διατάξεων υποχρεωτικής αδειοδότησης άνευ μονοπωλιακών πρακτικών αλλά δια δημοσίων πόρων και κοινοπραξιών εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνιών, με σύναψη συμφωνιών μεταξύ δύο/περισσοτέρων κατόχων ΔΕ προς παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης μεταξύ τους/προς τρίτους (ομοίως και για τις συμφωνίες σταυροειδούς αδειοδότησης- cross-licence arrangements). Αντί αλληλοαποκλεισμού-δικαστικής διαμάχης/παύσης παραγωγής, οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να συνάπτουν συμφωνίες αμοιβαίας αδειοδότησης και άσκησης των δικαιωμάτων των ευρεσιτεχνιών τους, με ταυτόχρονη αμοιβαία πρόσβαση στη νεοπαραχθείσα καινοτόμο γνώση, δίχως την επαπειλούμενη εφαρμογή αντι-ανταγωνιστικών κανόνων. Τέτοιες συμφωνίες ίσως επιλύσουν και το πρόβλημα των συμπληρωματικών (ενίοτε παρεμποδιστικών) ευρεσιτεχνιών (blocking patents) και με εφαρμογή του δόγματος pacta sunt servanta, η ερευνητική κοινότητα οφείλει να βιώσει οικονομική ασφάλεια, η βιομηχανία να δράσει υπεύθυνα, η πολιτεία να επωμισθεί την πληρωμή δικαιωμάτων, (συμμετέχοντας στον επιχειρηματικό κίνδυνο δια δημόσιας χρηματοδότησης) και να παραχθεί επικαιροποιημένη ειδική νομοθεσία εθνικού-ενωσϊακού δικαίου.
Δεδομένου ότι οι φαρμακευτικές δαπάνες συνιστούν σημαίνον τμήμα των κρατικών υγειονομικών δαπανών και ότι οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές φαρμακευτικών εταιρειών, εκτός από διασάλευση του υγιούς αναταγωνισμού, θέτουν υπό δικινδύνευση την πρόσβαση των πολιτών σε οικονομικώς προσιτά καινοτόμα φάρμακα, η παρακολούθηση της λειτουργίας της φαρμακευτικής αγοράς και η εποπτεία-επιβολή της νομοθεσίας ανταγωνισμού στον φαρμακευτικό κλάδο εκτιμώνται ως πρωτευούσης σημασίας. Επακόλουθα, συνάγεται ότι η μονοπωλιακή δύναμη μιας επιχείρησης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ασκείται με τρόπο, αντιβαίνοντα στις απαιτήσεις ενός ποιοτικού ανταγωνισμού, όμως η αξιολόγηση μιας εταιρικής συμπεριφοράς δε συνιστά εύκολη υπόθεση, απαιτώντας συνεκτίμηση συνδυασμού παραγόντων. Επίσης, δεδομένης της ισχυρής επίδρασης των επιχειρηματικών συμπεριφορών που υπάγονται σε περιπτώσεις καταστρατήγησης των κανόνων υγιούς οικονομικού ανταγωνισμού, επί ζημία του κοινωνικού οφέλους και της κοινωνικής ευημερίας (ανταγωνιστές-καταναλωτές), προκύπτει η αδήριτη ανάγκη ενδελεχών ελέγχων τήρησης του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου από τους ευρωπαϊκούς και εθνικούς αρμοδίους φορείς, θεσμικά εντεταλμένους για την προάσπιση του θεμιτού ανταγωνισμού και του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, θα καταστεί επιτεύξιμη η προστασία του ορθού ανταγωνισμού από προσπάθειες φαλκίδευσής του, η προάσπιση της υγείας των πολιτών και η αποτελεσματική κατανομή των πηγών προμήθειας φαρμάκων, ενισχύοντας την ευημερία των καταναλωτών.
* O Ισίδωρος Μέντης είναι Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), Κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), Υποψήφιος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου ΕΟΠΥΥ