Δίκη δυστυχήματος Τεμπών: Θεσμικό βήμα απονομής δικαιοσύνης ή αφορμή πολιτικής μόχλευσης;

Σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, η αρχή της -με κανόνες- δημοσιότητας μίας δίκης οφείλει να είναι, το δίχως άλλο, σεβαστή και αδιαπραγμάτευτη

Δίκη Τεμπών

Η έναρξη της πρώτης συνεδρίασης της πολυαναμενόμενης δίκης για το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη συνοδεύτηκε από τις έντονες διαμαρτυρίες δικηγόρων, συγγενών των θυμάτων και επιζήσαντων του δυστυχήματος αναφορικά με τις συνθήκες διεξαγωγής της σε μία αίθουσα, η οποία θεώρησαν ότι δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις χωρητικότητας και διαρρύθμισης για την ακώλυτη συνεύρεση όλων των παριστάμενων (κατηγορούμενων, συνηγόρων υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής, μαρτύρων, αλλά και δημοσιογράφων που καλύπτουν το γεγονός, ίσως ακόμα και κοινού που θα ενδιαφερόταν να την παρακολουθήσει από κοντά).

Το συγκροτημένο μέτωπο αυτών των ενστάσεων ήρθε σε κατηγορηματική διάψευση διαβεβαιώσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι οι συγκεκριμένες υποδομές εντός του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας είχαν διαμορφωθεί κατά τρόπο, ώστε να είναι επαρκώς σε θέση να φιλοξενήσουν μία, αναμενόμενα, πολυπρόσωπη όσο και πολύκροτη δίκη, έχοντας λάβει προς τούτο υπόψη δεδομένα της ανακριτικής διαδικασίας (όχι όμως, όπως φάνηκε, και προβλήματα που θα μπορούσαν να ανακύψουν σε σχέση με τον τρόπο ταξιθέτησης, τα οποία και η ίδια η κυβέρνηση αναγνώρισε εκ των υστέρων και προέβη σε επανορθωτικές κινήσεις).

Πέραν της επικοινωνιακής διάστασης του ζητήματος, που εύλογα είναι τεράστια δεδομένης της κεντρικής θέσης που κατέχει το δυστύχημα των Τεμπών στο φάσμα του συλλογικού κοινωνικού ενδιαφέροντος, κυρίαρχο ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι εάν και κατά πόσο ορισμένα πρακτικά ζητήματα διεξαγωγής μίας (οποιασδήποτε) δίκης, όπως η χωρητικότητα της αίθουσας που τη φιλοξενεί, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην κατάληξή της με την έκδοση απόφασης και, συνολικά, στην ευσυνείδητη υπηρέτηση της αναζήτησης της αλήθειας και της απονομής δικαιοσύνης. Ιδίως σε μία δίκη, όπου πρόκειται να εκδικαστούν τόσο σοβαρά αδικήματα και που μία κοινωνία-παρατηρητής φαινομένων ατιμωρησίας επί χρόνια στην ελληνική πραγματικότητα «διψάει» για υποδειγματική απόδοση ευθυνών και αναλογική τιμωρία όσων κριθούν ένοχοι. 

Σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, η αρχή της -με κανόνες- δημοσιότητας μίας δίκης οφείλει να είναι, το δίχως άλλο, σεβαστή και αδιαπραγμάτευτη. Στο πλαίσιο αυτό, αν η αίθουσα είναι, φερ’ ειπείν, μικρή και γενικώς ακατάλληλη για τα δεδομένα της εκδίκασης (π.χ. ιδιαιτερότητα-βαρύτητα δικαζόμενων αδικημάτων, μεγάλος αριθμός κατηγορούμενων και μαρτύρων, ευρύ δημόσιο ενδιαφέρον, κ.λπ.), σε σημείο να δυσχεραίνονται αντικειμενικά η παρουσία των άμεσα εμπλεκόμενων και η ευρεία δημοσιογραφική της κάλυψη, τότε πράγματι μπορεί να κλονίζεται η κοινωνική εμπιστοσύνη και να δημιουργείται η εντύπωση της «κλειστής διαδικασίας», με απώτερο θύμα τη διαφάνεια. 

Επίσης, ο συνωστισμός και η απουσία στοιχειώδους άνεσης λόγω έλλειψης χώρων και της επικράτησης ασφυκτικών συνθηκών δύνανται, ενίοτε, να προκαλούν και ανεπιθύμητες εντάσεις μεταξύ του παρευρισκόμενου πλήθους, διασαλεύοντας την τάξη που θα έπρεπε κανονικά να επικρατεί και επιδρώντας ψυχολογικά δια της πρόκλησης πίεσης και άγχους σε μάρτυρες και διαδίκους, με αρνητικές συνέπειες στην ομαλή διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας.

Όσο, όμως, κι αν τα ζητήματα διαρρύθμισης και χωροθέτησης μπορεί κάποιες φορές, όντως, να επιδρούν λειτουργικά, αλλά ακόμα ίσως και φαινομενικά στην ευρύτερη αίσθηση απονομής δικαιοσύνης που αποκομίζει η κοινωνία, εντούτοις στην πραγματικότητα δεν υπεισέρχονται καθοριστικά σε αυτή καθαυτή την ετυμηγορία που προκύπτει από την αυστηρή προσήλωση του δικαστή στις επιταγές μίας δεόντως αιτιολογημένης και έγκυρης δικανικής κρίσης, που είναι και το βασικό ζητούμενο. 

Όταν, δηλαδή, η εκδιδόμενη δικαστική απόφαση είναι η απόλυτη και αταλάντευτη συνισταμένη μίας σύνθετης και μεθοδικής διαδικασίας ελεύθερης εκτίμησης αποδεικτικών στοιχείων, αντικειμενικής αξιολόγησης πραγματικών περιστατικών και της ορθής υπαγωγής τους στο αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο και τους εκάστοτε ισχύοντες νομικούς κανόνες, μακριά από προσωπικές γνωστικές μεροληψίες και άστοχες κρίσεις, που είτε τυχόν εξόφθαλμα αντιβαίνουν σε ειδικές επιστημονικές γνώσεις (π.χ. πραγματογνωμοσύνη) είτε καθοδηγούνται από την αθέμιτη επίδραση εξωγενών πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων ή συνθηκών.

Τούτων λεχθέντων, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ή να υποβαθμίζουμε το γεγονός ότι έντονα στοιχεία πολιτικής μόχλευσης παρεισφρήσαν όλα αυτά τα χρόνια στο πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών. Εκεί όπου αντί το έντονο συγκινησιακό φορτίο εξαιτίας της άδικης και τραγικής απώλειας ανθρώπινων ζωών να αφεθεί στην ειλικρινή έκφραση -ατομικά- μέσα από την προσωπική θλίψη πρώτων και κύριων των συγγενών των θυμάτων και -συλλογικά- μέσα από το εθνικό πένθος, αλλά και στην ακηδεμόνευτη κοινωνική διαμαρτυρία για τυχόν ολιγωρίες του κράτους και της σιδηροδρομικής εταιρείας, εντούτοις εργαλειοποιήθηκε προς όφελος ποικίλων κομματικών σκοπιμοτήτων, αντιπολιτευτικών τακτικών και στο τέλος-τέλος, όσο κι αν δεν γίνεται ανοιχτά παραδεκτό, για άγρα πολιτικής επιρροής από ένα ετερόκλητο κομματικό μέτωπο (στο οποίο υποχρεωτικά εσχάτως θα πρέπει να εντάξουμε και την κ. Καρυστιανού, μετά τη δημοσιοποίηση των πολιτικών της φιλοδοξιών). 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, φάνηκε το μεγαλύτερο βάρος να ρίχνεται στην επίρριψη ευθυνών και, δη, πρόωρα (σ.σ. προ της ενάρξεως της δικαστικής τους διερεύνησης), αφήνοντας κάπως σε δεύτερο πλάνο αυτή καθαυτή την επείγουσα ανάγκη θεραπείας χρόνιων υπαρκτών παθογενειών του εγχώριου δικτύου σιδηροδρομικών μεταφορών και καθιστώντας δυσδιάκριτη τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο πεδία της δημόσιας ζωής -την άσκηση πολιτικής και την απονομή δικαιοσύνης- που κανονικά δεν πρέπει να συμπλέκονται.

Υπό ένα τέτοιο πρίσμα, η αξιοποίηση κάθε αφορμής που αίφνης παρουσιάζεται, όπως εν προκειμένω οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης ή και άλλων τυχόν αργότερα, που (θα) έχουν τη δυναμική να προκαλούν εκκωφαντικό θόρυβο με επίκεντρο το δυστύχημα των Τεμπών και να συντηρούν στο προσκήνιο ένα, ούτως ή άλλως, γνήσιο και ενεργό κοινωνικό ενδιαφέρον, δεν αποκλείεται παράλληλα, ιδίως όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εθνικές εκλογές, να εξυπηρετεί και κάποια ιδιοτελή κίνητρα υποδορίως, πίσω από λογιών-λογιών τυπικά προσχήματα.

Μία τέτοια σκέψη δεν είναι καθόλου έωλη και αυθαίρετη, καθώς μία ματιά σε δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι η τακτική της πολιτικής μόχλευσης στην προκείμενη περίπτωση έχει αναχθεί σε πρόσφορο μέσο και σε αποτελεσματικό εργαλείο στη διάθεση όσων αποζητούσαν επειγόντως ένα «φιλί ζωής» στην ασθμαίνουσα πολιτική τους επιβίωση, καθώς και όσων επιδιώκουν τη διατήρηση της παρουσίας τους στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι με όρους ενίσχυσης της αποδοχής και της δημοφιλίας τους στο εκλογικό σώμα, αξιοποιώντας γεγονότα και συγκυρίες, πόσω μάλλον με ισχυρό γκελ στο θυμικό των πολιτών, που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη επιτυχία μίας τέτοιας επιδίωξης.

Σε κάθε περίπτωση και για κάθε λόγο, η ταχεία αποκατάσταση, με προδήλως πρωτεύουσα ευθύνη της Πολιτείας, κάθε τυχόν λειτουργικού εμποδίου και η επίσπευση της σημαντικής αυτής δίκης υπό συνθήκες ομαλότητας και απόλυτης θεσμικής περιφρούρησης της δικανικής κρίσης είναι οι μόνες επιβεβλημένες επιλογές για μία κοινωνία που προτάσσει τον έμπρακτο σεβασμό στις δημοκρατικές αξίες, έναντι κάθε τι άλλου -φανερού ή αδιόρατου- υστερόβουλου συμφέροντος.
 

* Ο Αριστοτέλης Σταμούλας είναι Διευθυντής Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή Ελλάδας

10 0 Bookmark