Η ραγδαία εξέλιξη των deepfakes αναδεικνύει ένα εκ των πλέον επειγόντων νομικών και δημοκρατικών ζητημάτων του 21ου αιώνα. Σύμφωνα με τον νομικό ορισμό που υιοθετείται στον ευρωπαϊκό Κανονισμό AIACT, deepfakes είναι το παραγόμενο ή αλλοιωμένο με τεχνητή νοημοσύνη περιεχόμενο εικόνας, βίντεο και ήχου που έχει αισθητές ομοιότητες με την πραγματικότητα και θα μπορούσε να δώσει σε κάποιο πρόσωπο την απατηλή εντύπωση ότι είναι γνήσιο ή αληθινό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ενωσιακή Νομοθεσία επιχειρεί να αντισταθμίσει τις τεχνολογικές δυνατότητες με τις ανάγκες προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατικής διαδικασίας. Καίρια νομοθετήματα σε αυτή την κατεύθυνση είναι:
- Ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), ο οποίος εισάγει συστηματικές υποχρεώσεις διαφάνειας και επισήμανσης για περιεχόμενο που έχει παραχθεί ή παραποιηθεί με χρήση AI καθώς απαιτεί από τους παρόχους και χρήστες AI να διασφαλίζουν ότι τα deepfakes επισημαίνονται με τρόπο αναγνώσιμο για ανθρώπους και μηχανές· και προβλέπει τη δυνατότητα απαγόρευσης σε «υψηλού κινδύνου» περιπτώσεις.
- Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), ο οποίος χωρίς να θίγονται οι υποχρεώσεις σχετικά με το παράνομο περιεχόμενο, επιβάλλει, σε πολύ μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες την υποχρέωση να εντοπίζουν και να μετριάζουν τους συστημικούς κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από τη διάδοση deepfake περιεχομένου, ειδικότερα δε τον κίνδυνο πραγματικών ή προβλέψιμων αρνητικών επιπτώσεων στις δημοκρατικές διαδικασίες, τον πολιτικό διάλογο και τις εκλογικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων μέσω παραπληροφόρησης.
Ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη ρύθμιση περιεχομένου, επιχειρεί να ενσωματώσει ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, προστασίας προσωπικών δεδομένων και αντικειμενικής ευθύνης σε ένα συνεκτικό πλαίσιο, χωρίς να παρακωλύει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα στην ελευθερία της τέχνης, συχνά αξιοποιώντας υπάρχουσες αρχές του δικαίου για να αντιμετωπίσει τα deepfakes.
Η δημοκρατική διάσταση είναι κρίσιμη: η δυνατότητα παραγωγής και διάδοσης deepfakes που εμφανίζουν δημόσια πρόσωπα να εκφράζουν ψευδείς πολιτικές θέσεις ή γεγονότα μπορεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να διαταράξει εκλογικές διαδικασίες. Οι εμπειρίες ευρωπαϊκών κρατών δείχνουν ότι τέτοια εργαλεία έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για προεκλογική προπαγάνδα και αποσταθεροποίηση του διαλόγου δημόσιου ενδιαφέροντος.
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση επιχειρεί να ισορροπήσει την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης με την ανάγκη διασφάλισης της αλήθειας και της δημοκρατικής νομιμότητας, χωρίς όμως να παραγνωρίζει τις δυσκολίες εφαρμογής στην πράξη. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτό το νομικό πλαίσιο θα αποτελέσει πρότυπο αποτελεσματικής και θεμελιωμένης ρύθμισης ή αν χρειάζεται περαιτέρω εμπλουτισμό, για να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης.
* Η Βιργινία Κόκιου είναι Δικηγόρος, Senior Associate at APLegal, Νομική Σύμβουλος Ειδικού Γραμματέα Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού