Όταν οι ενήλικες φοβούνται να «μην ξέρουν»

Στην ενήλικη ζωή, η γνώση δεν λειτουργεί απλώς ως εργαλείο κατανόησης του κόσμου. Αποκτά συμβολικό βάρος.

Τάξη

Στην ενήλικη ζωή, η γνώση δεν λειτουργεί απλώς ως εργαλείο κατανόησης του κόσμου. Αποκτά συμβολικό βάρος. Συνδέεται με την αξία, την επάρκεια, την επαγγελματική ταυτότητα και, συχνά, με την ίδια την αίσθηση ασφάλειας. Το «ξέρω» δεν δηλώνει μόνο κατοχή πληροφορίας, αλλά επιβεβαιώνει ότι ανήκουμε, ότι δικαιούμαστε τη θέση μας, ότι δεν κινδυνεύουμε να εκτεθούμε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «δεν ξέρω» σπάνια βιώνεται ως ουδέτερη δήλωση. Αντίθετα, φορτίζεται με νόημα και γίνεται απειλή.

Παρότι η δια βίου μάθηση προβάλλεται ως απαραίτητη δεξιότητα του σύγχρονου ενήλικα, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Πολλοί ενήλικες δυσκολεύονται να τοποθετηθούν αυθεντικά σε μαθησιακές συνθήκες. Μπορεί να παρακολουθούν εκπαιδεύσεις, να συμμετέχουν σε προγράμματα ανάπτυξης ή να εκτίθενται σε νέο περιεχόμενο, χωρίς όμως να επιτρέπουν στον εαυτό τους να «μην ξέρει». Η μάθηση γίνεται τότε μια διαδικασία ελέγχου της εικόνας και όχι ουσιαστικής διερεύνησης.

Ο φόβος αυτός δεν είναι τυχαίος ούτε ατομική αποτυχία. Διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από εκπαιδευτικά και κοινωνικά συστήματα που ανταμείβουν τη σωστή απάντηση, τη βεβαιότητα και την ταχύτητα, και σπανίως αφήνουν χώρο για αμφιβολία, αργή σκέψη ή πειραματισμό. Οι ενήλικες έχουν μάθει ότι η γνώση είναι κεφάλαιο και ότι η άγνοια κοστίζει. Έτσι, το «δεν ξέρω» μεταφράζεται ασυνείδητα ως «δεν είμαι αρκετός». Καθώς οι άνθρωποι προχωρούν στην επαγγελματική τους πορεία, η γνώση συγχωνεύεται με την ταυτότητα. Ο ρόλος, ο τίτλος, η εμπειρία, οι προηγούμενες επιτυχίες λειτουργούν ως αποδείξεις αξίας. Όσο περισσότερο κάποιος έχει επενδύσει σε αυτά, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το ψυχολογικό ρίσκο της αμφισβήτησής τους. Η παραδοχή ότι δεν γνωρίζει κάτι δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά απειλεί να επαναπροσδιορίσει το παρελθόν: αν δεν ξέρω τώρα, τι σημαίνει αυτό για όσα πίστευα ότι ήξερα;

Η εμπειρία, που θεωρείται ακρογωνιαίος λίθος της ενήλικης μάθησης, παίζει εδώ έναν αμφίσημο ρόλο. Από τη μία πλευρά, προσφέρει πλαίσιο, συνδέσεις, δυνατότητα μεταφοράς γνώσης. Από την άλλη, δημιουργεί φίλτρα. Οι ενήλικες δεν προσεγγίζουν τη νέα γνώση ως «άδειο δοχείο», αλλά μέσα από ήδη εδραιωμένα νοητικά μοντέλα. Όταν η νέα πληροφορία συμφωνεί με αυτά, ενσωματώνεται εύκολα. Όταν τα αμφισβητεί, ενεργοποιούνται άμυνες. Η αντίσταση στη μάθηση συχνά δεν είναι αντίσταση στη γνώση, αλλά αντίσταση στην αποσταθεροποίηση. Η μάθηση απαιτεί να εγκαταλείψουμε βεβαιότητες, να αποδεχτούμε ότι κάποιες πρακτικές που μας εξυπηρέτησαν στο παρελθόν μπορεί να μην είναι πλέον επαρκείς. Για έναν ενήλικα, αυτό δεν είναι απλώς γνωστική πρόκληση· είναι συναισθηματική. Αγγίζει ζητήματα ελέγχου, ασφάλειας και αυτοεκτίμησης.

Ο φόβος του «δεν ξέρω» ενισχύεται περαιτέρω μέσα σε οργανωσιακά περιβάλλοντα που δεν ανέχονται την αβεβαιότητα. Σε πολλές σύγχρονες εργασιακές κουλτούρες, η αξία του εργαζομένου συνδέεται με την εικόνα του ειδικού, αυτού που έχει απαντήσεις και λειτουργεί αποτελεσματικά υπό πίεση. Η ταχύτητα, η απόδοση και η συνεχής σύγκριση αφήνουν ελάχιστο χώρο για αργή μάθηση ή για ερωτήσεις χωρίς άμεση χρησιμότητα. Σε τέτοια περιβάλλοντα, οι ενήλικες μαθαίνουν να προστατεύονται. Επιλέγουν τη σιωπή αντί της ερώτησης, τη συμφωνία αντί της αμφιβολίας, την επιφανειακή κατανόηση αντί της ουσιαστικής διερεύνησης. Η μάθηση γίνεται συμμόρφωση. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα μετατρέπονται σε τυπικές διαδικασίες και όχι σε ευκαιρίες ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα είναι γνώση που δεν μεταφέρεται στην πράξη και αλλαγή που παραμένει θεωρητική.

Η ενήλικη μάθηση, ωστόσο, δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά χωρίς ψυχολογική ασφάλεια. Η δυνατότητα να πει κάποιος «δεν ξέρω» χωρίς φόβο γελοιοποίησης, υποτίμησης ή επαγγελματικού κόστους αποτελεί βασική προϋπόθεση για κάθε μαθησιακή διαδικασία. Χωρίς αυτήν, ακόμη και το πιο ποιοτικό περιεχόμενο χάνει τη δυναμική του. Η πραγματική μαθησιακή ωριμότητα δεν ταυτίζεται με τη συσσώρευση γνώσης, αλλά με την ικανότητα να αντέχουμε τη μη γνώση. Να μπορούμε να σταθούμε σε μεταβατικές καταστάσεις, όπου οι απαντήσεις δεν είναι ακόμη σαφείς, χωρίς να καταφεύγουμε σε άμυνες. Αυτό απαιτεί συναισθηματική ρύθμιση, αυτογνωσία και αποδοχή των ορίων μας. Δεξιότητες που σπάνια καλλιεργούνται συστηματικά στους ενήλικες.

Η εκπαίδευση ενηλίκων δεν αφορά μόνο το τι διδάσκεται, αλλά το πώς βιώνεται. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού ή του facilitator δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσης, αλλά επεκτείνεται στη δημιουργία ενός πλαισίου ασφάλειας, όπου η άγνοια αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας. Όχι ως αποτυχία, αλλά ως σημείο εκκίνησης. Όταν οι ενήλικες αισθάνονται ότι δεν χρειάζεται να προστατεύσουν την εικόνα τους, τότε μπορούν να εμπλακούν ουσιαστικά. Να αμφισβητήσουν, να πειραματιστούν, να κάνουν λάθη. Η μάθηση αποκτά βάθος και διάρκεια. Η αλλαγή δεν επιβάλλεται, αλλά προκύπτει μέσα από κατανόηση και εσωτερική κινητοποίηση.

Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται συνεχώς, η πιο κρίσιμη δεξιότητα δεν είναι η κατοχή γνώσης, αλλά η ικανότητα να παραμένουμε μαθητές. Αυτό προϋποθέτει το θάρρος να εγκαταλείψουμε τη βεβαιότητα και να αποδεχτούμε την προσωρινή αμηχανία του «δεν ξέρω». Τελικά, η ανάπτυξη των ενηλίκων δεν ξεκινά από την απάντηση, αλλά από την ερώτηση. Και η πιο απαιτητική, αλλά και πιο γόνιμη, ερώτηση είναι εκείνη που προϋποθέτει να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε ακόμη όλες τις απαντήσεις. Εκεί ακριβώς γεννιέται η ουσιαστική μάθηση.

*Ο Νικόλαος - Θεολόγος Παπαδόπουλος είναι Εκπαιδευτικός, Learning & Development Specialist

15 0 Bookmark