«Γίνε φίλος με το χάος», μας προτρέπει η Τίλντα Σουίντον στις σημειώσεις της για «μια ριζοσπαστική ζωή», που συναντά κανείς στο τέλος της έκθεσης «Ongoing», την οποία παρουσιάζει η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση σε συνεργασία με το Eye Filmmuseum στο Onassis Ready (Στρατή Τσίρκα 2, Άγ. Ιωάννης Ρέντης), από τις 17 Μαΐου έως τις 28 Ιουνίου.
Η έκθεση συγκεντρώνει νέα και παλαιότερα έργα οκτώ στενών συνεργατών και φίλων της εμβληματικής και ανατρεπτικής καλλιτέχνιδας (Πέδρο Αλμοδόβαρ, Λούκα Γκουαντανίνο, Τζοάνα Χογκ, Ντέρεκ Τζάρμαν, Τζιμ Τζάρμους, Ολιβιέ Σαγιάρ, Τιμ Γουόκερ και Απιτσατπόνγκ Βιρασεθακούν) που γεννήθηκαν μέσα από τη φιλία, τη δημιουργική ώθηση και την πολιτική αναγκαιότητα. Παράλληλα με την έκθεση, η κορυφαία δημιουργός παρουσιάζει μαζί με τον διάσημο επιμελητή μόδας Ολιβιέ Σαγιάρ, την περφόρμανς «A Biographical Wardrobe» σε έξι συναντήσεις με το κοινό, όπου αφηγείται τη ζωή της μέσα από τη δική της γκαρνταρόμπα που αποτελείται από οικογενειακά κειμήλια, φορέματα με τα οποία απαθανατίστηκε σε κόκκινα χαλιά, κοστούμια από ταινίες και προσωπικά αντικείμενα.
«Όταν ξεκίνησα να σχεδιάζω την έκθεση, είχα στο μυαλό μου την εικόνα ενός δέντρου. Η σχέση μου με τους καλλιτέχνες είναι ο κορμός. Η συζήτηση που γεννιέται μέσα από αυτή τη σχέση είναι το κλαδί. Και η ταινία ή η περφόρμανς είναι απλώς το φύλλο, το οποίο είναι αναλώσιμο», ανέφερε η Σουίντον στη συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την έκθεση και την περφόρμανς, τονίζοντας πως «η διαδικασία είναι το σημαντικότερο μέρος της δημιουργίας».
Η τέχνη ως συλλογική εμπειρία
Για εκείνη, η τέχνη προκύπτει μέσα από σχέσεις, συζητήσεις και κοινές εμπειρίες. Έτσι προέκυψε και η συνεργασία της με τον Πέδρο Αλμοδόβαρ στην ταινία «The Room Next Door» (που κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2024), «μέσα από μία μεγάλη συζήτηση γύρω από το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει πότε θα φύγει από τη ζωή», αλλά και η σχέση της με τον σκηνοθέτη Ντέρεκ Τζάρμαν (1942-1994), όταν «οι πρώτες συζητήσεις μας, που αργότερα έγιναν επτά ταινίες μεγάλου μήκους, γεννήθηκαν γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας, πίνοντας αμέτρητα φλιτζάνια τσάι».
Η Σουίντον θεωρεί ότι κάθε δημιουργικό εγχείρημα είναι προϊόν συλλογικής προσπάθειας. Θυμάται συχνά τη φράση του Τζάρμαν: «Να πηγαίνετε στο γύρισμα σαν να πηγαίνετε σε πάρτι». Όπως εξηγεί, ένα καλό πάρτι δεν λειτουργεί όταν ο οικοδεσπότης είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την ενέργεια του χώρου και για το πώς θα περάσουν καλά οι καλεσμένοι. «Χρειάζεται συμμετοχή, ανταλλαγή και κοινή ευθύνη. Κάποιος να βάζει μουσική, κάποιος να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιος να φέρει το φαγητό. Το αίσθημα κοινής ευθύνης, ήταν κάτι που ο Ντέρεκ καλλιεργούσε διαρκώς» δηλώνει.
Αυτό το πνεύμα συλλογικότητας είναι που καθόρισε ολόκληρη την καλλιτεχνική της πορεία. «Δεν επεδίωκα να πάρω ρόλους, αλλά να συνεργαστώ με συγκεκριμένους ανθρώπους», αναφέρει, εξηγώντας πως πολλές φορές ξεκινά να οραματίζεται πρότζεκτ μαζί με φίλους γύρω από το τραπέζι της κουζίνας της, χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει καν ρόλος για εκείνη.
Η ίδια αντιμετωπίζει με αυτοσαρκασμό τη δημόσια εικόνα της. «Είναι αστείο… είμαι περισσότερο γνωστή για δύο ή τρεις ταινίες μεγάλων στούντιο, που είναι τελείως παραπλανητικές σε σχέση με το πραγματικό έργο της ζωής μου», λέει, αναφερόμενη σε μεγάλες παραγωγές όπως «Τα Χρονικά της Νάρνια» (2005-2010). «Αυτό εδώ είναι το έργο της ζωής μου. Δεν υπάρχει Marvel εδώ μέσα. Δεν υπάρχει Νάρνια εδώ», τονίζει δείχνοντας την έκθεση και τα ρούχα που συμμετέχουν στην περφόρμανς, προσθέτοντας πως «αυτό είναι το μέρος όπου "κολυμπώ" καθημερινά».
Η μετατροπή του καλλιτέχνη σε brand
Όταν το Eye Filmmuseum της πρότεινε για πρώτη φορά να δημιουργήσει μια έκθεση, η αρχική της αντίδραση ήταν αρνητική. «Το μόνο που μπορούσα τότε να σκεφτώ ήταν κάτι αναδρομικό, με παλιά αποσπάσματα από ταινίες, κοστούμια, αφίσες και φωτογραφίες. Παρότι εργαζόμουν ήδη τριάντα πέντε χρόνια, ένιωθα πως είχα ακόμη πάρα πολλούς δρόμους να διανύσω και πολλά μονοπάτια να εξερευνήσω και δεν ήμουν έτοιμη να "κλείσω" την ιστορία μου» επισημαίνει.
Ωστόσο, μέσα από τα ταξίδια της ως πρέσβειρα πολιτισμού της Chanel και τις συναντήσεις της με νέους δημιουργούς, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι ίδιες αγωνίες επανέρχονταν παντού: «Περίμενα να μου μιλήσουν για τη χρηματοδότηση ή το casting. Όμως αυτό που απασχολούσε πραγματικά τους νέους καλλιτέχνες ήταν η ψυχική υγεία και το κοινωνικό άγχος».
Μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, κατάλαβε πως η δική της εμπειρία μπορούσε να λειτουργήσει ως μαρτυρία «ενός συλλογικού μοντέλου δημιουργίας» που γνώρισε δίπλα στον Τζάρμαν, όπου προτεραιότητα είχε «η διαδικασία και η κοινότητα και όχι το τελικό προϊόν».
Αντίθετα, όπως σημειώνει, σήμερα πολλοί νέοι δημιουργοί ενθαρρύνονται από τη δισκογραφική, τον γκαλερίστα ή το κινηματογραφικό στούντιο, «άλλες φορές διακριτικά, άλλες πολύ απροκάλυπτα», προκειμένου να αποκοπούν από τις κοινότητες που τους διαμόρφωσαν και να «χτίσουν» τον εαυτό τους ως brand. «Πολλοί μου έλεγαν: "Δεν ξέρω αν θέλω να είμαι καλλιτέχνης, αν δεν μπορώ να παραμένω μέσα σε αυτή τη ροή επικοινωνίας και συνεργασίας"» αναφέρει. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε πως η έκθεση δεν έπρεπε να είναι μια αναδρομή, αλλά «το πορτρέτο ενός διαφορετικού τρόπου δουλειάς».
Ανατρέχοντας στη δεκαετία του '80, η Σουίντον θυμάται πως «κανείς μας δεν είχε χρήματα τότε, ούτε ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να αποκτήσει». Αυτή η συνθήκη, όπως λέει, τους έκανε ελεύθερους: «Δεν ήμασταν μηχανές παραγωγής κέρδους». Σήμερα θεωρεί πως, μέσα σε αυτή την παγκόσμια πολιτιστική και οικονομική κρίση, υπάρχει ξανά μια αντίστοιχη ευκαιρία για τους νέους καλλιτέχνες: «Βγάλτε χρήματα με το αριστερό σας χέρι και κάντε τέχνη με το δεξί».
Μια έκθεση γεμάτη φαντάσματα
Για την ίδια, η έκθεση «Ongoing» δεν λειτουργεί «ως αντίδοτο στην απώλεια», αλλά ως τρόπος να συνυπάρχεις δημιουργικά μαζί της. «Αυτή η έκθεση είναι γεμάτη φαντάσματα. Μιλά για το πώς συνεχίζουμε να ζούμε και να συνομιλούμε μαζί τους», λέει. Με εξαίρεση το «The Human Voice» του Αλμοδόβαρ, τα περισσότερα έργα παρουσιάζονται ως ανοιχτές διαδικασίες σε εξέλιξη: «Σαν μια κουζίνα, σαν ένα εργαστήριο. Ένα φυτώριο ιδεών και έργων».
Ξεχωριστή θέση στην έκθεση έχει η μακροχρόνια συνεργασία της με τον Ολιβιέ Σαγιάρ, με τον οποίο από το 2012 δημιουργούν αυτό που αποκαλούν «ζωντανές εκθέσεις», όπως το «Embodying Pasolini» που παρουσιάστηκε στη Στέγη το 2023. Όπως λέει η ίδια, «το «Ongoing δεν είναι ένα κλειστό έργο αλλά μια παρέα, μια κοινότητα ανθρώπων που θα συνεχίζει να επεκτείνεται καθώς ταξιδεύει ανά τον κόσμο».
Σε ερώτηση σχετικά με το τι θα έλεγε σήμερα στο πνεύμα του Ντέρεκ Τζάρμαν ή του Μπέλα Ταρ, η Σουίντον απαντά με τρυφερότητα: «Αυτοί οι αγαπημένοι σύντροφοι, που τους νιώθω πραγματικά σαν οικογένειά μου, είναι πάντα μαζί μου. Βρίσκομαι διαρκώς σε έναν εσωτερικό διάλογο μαζί τους», λέει. Και θυμάται ένα ταξίδι από την Πράγα προς τη Βουδαπέστη με τα παιδιά της, όταν ο γιος της, μετά από μια μέρα που είχαν περάσει με τον Ταρ, τη ρώτησε: «Μήπως ζούμε μέσα σε παραμύθι;». Η ίδια λέει πως καταλαβαίνει απόλυτα αυτή την αίσθηση, γιατί ο Ταρ «κουβαλούσε κάτι μαγικό».
Για τη Σουίντον, οι καλλιτέχνες δεν «φεύγουν» ποτέ πραγματικά. «Δεν χρειάζεται ποτέ πραγματικά να τους χάσουμε, γιατί παραμένουν μαζί μας», τονίζει. «Δεν έχουμε μόνο το έργο τους• έχουμε και το παράδειγμα του τρόπου που έζησαν, τη στάση τους απέναντι στη ζωή, τον ακτιβισμό τους, το ήθος τους». Και καταλήγει: «Οι καλλιτέχνες είναι πάντα εκεί — ειδικά καλλιτέχνες αυτού του βεληνεκούς- για να σου κρατούν το χέρι και να σου λένε: "Δεν είσαι ο μόνος που σκέφτηκε έτσι. Είμαι εδώ μαζί σου. Βρες το θάρρος να το πεις"».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.