Ανάλυση της Ομάδας Ενέργειας και Κλιματικής Κρίσης του Ινστιτούτο Τσίπρα αμφισβητεί τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι η Ελλάδα απολαμβάνει σήμερα ιδιαίτερα χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Με βάση τα στοιχεία για τη λιανική τιμή ρεύματος από το 2012 έως και το πρώτο εξάμηνο του 2025, σε αντιπαραβολή με τον μέσο όρο των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκή Ένωση, η μελέτη επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρισκόταν διαχρονικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόκλιση του -21% που καταγράφεται το 2025 δεν συνιστά κάποια πρωτοφανή επίδοση, αλλά μάλλον υποδηλώνει μικρότερη διαφορά σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περίοδο 2015-2019, κατά την οποία η ψαλίδα υπέρ της Ελλάδας διευρύνθηκε σταδιακά. Στα τέλη του 2019 η διαφορά είχε φτάσει περίπου στο -26% έως -28%, ένδειξη ότι τότε το κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριά ήταν αισθητά χαμηλότερο συγκριτικά με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Σε σύγκριση με εκείνη τη φάση, η σημερινή εικόνα δείχνει συρρίκνωση του πλεονεκτήματος.
Μετά το 2019, σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα πλησίασε περισσότερο τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τις λιανικές τιμές. Μόνο από το 2023 και έπειτα επανήλθε μια απόκλιση γύρω στο -20% κατά μέσο όρο, η οποία ωστόσο παραμένει λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί στα τελευταία χρόνια της περιόδου 2015-2019.
Το Ινστιτούτο τονίζει ότι το ρεύμα στην Ελλάδα δεν είναι φθηνό , επισημαίνοντας ότι «αν κάποιος συγκρίνει έναν λογαριασμό του 2018 με έναν σημερινό, η διαφορά είναι σοκαριστική. Με βάση τα δεδομένα της Eurostat, η λιανική τιμή του ρεύματος για τα νοικοκυριά το 1ο εξάμηνο του 2025 είναι αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019 (226.3 €/MWh το 1ο εξάμηνο 2025 έναντι 155.1 €/MWh το 2019). Η τάση παγίωσης των αυξήσεων σε σχέση με το 2019 σε επίπεδα άνω του 40% είναι η νέα πραγματικότητα».
Προσθέτει δε, ότι «η ονομαστική τιμή του ρεύματος, αν δεν συσχετιστεί με το επίπεδο των μισθών, αποσιωπά το πραγματικό βάρος που καλείται να σηκώσει κάθε νοικοκυριό. Με άλλα λόγια, το να ισχυρίζεται κανείς ότι το ρεύμα είναι φθηνό στην Ελλάδα επειδή η τιμή της λιανικής σε ευρώ είναι χαμηλή σε σχέση με άλλες χώρες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αγοραστική δύναμη των πολιτών κάθε χώρας, είναι σαν να λέει ότι ένα ενοίκιο 800 ευρώ στην Αθήνα είναι καλή τιμή επειδή στο Λονδίνο κοστίζει 1.500 ευρώ αγνοώντας ότι ένας μέσος μισθός στην Αθήνα είναι 1000 ευρώ και στο Λονδίνο 3.500 ευρώ».
Επισημαίνει ακόμη πως «το 2019 πράγματι είχαμε αναλογικά την πιο ακριβή τιμή χονδρικής ανά MWh, με απόκλιση περί τα 20 ευρώ/MWh από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, σημαντικά μεγαλύτερη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο εμφανίζεται την περίοδο 2021-2023, φτάνοντας κάποιους μήνες μέχρι και τα 90 ευρώ/MWh (τα στοιχεία αναφέρονται σε μηνιαίους μέσους όρους των ωριαίων τιμών). Η τεράστια αυτή απόκλιση Ελλάδας – Ε.Ε. την περίοδο 2021-2023 δεν μπορεί να αποδοθεί στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου επηρέασαν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες».
Τέλος, συνοψίζει ότι «απομονώνοντας το καθαρό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και προμήθειας, διαπιστώνουμε ότι το ρεύμα, ως προϊόν, είναι 11% ακριβότερο στη Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όταν μάλιστα συνυπολογιστεί η αγοραστική δύναμη, η πραγματική επιβάρυνση εκτινάσσεται στο +40% έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την 4η ακριβότερη θέση της Ε.Ε.».
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.